Γ.Π. Σαββίδης, «Το αρχείο Κ. Π. Καβάφη, Μια πρώτη ενημερωτική έκθεση» (1963)
O ποιητής, λένε, είναι σαν το παγόβουνο: τα τέσσερα πέμπτα του βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια. H παρομοίωση αυτή μου φαίνεται να ταιριάζει πιο ειδικά στον Καβάφη: στα 50 χρόνια του λογοτεχνικού του βίου, δημοσίεψε 175 ποιήματα — κι όμως «συνήθιζε να λέγη ότι ήταν ο πολυγραφότερος Έλλην ποιητής»1. Πάλι καλά, αν συλλογιστούμε πως η πλησιέστερη περίπτωση, στην ιστορία της λογοτεχνίας μας, είναι του Σολωμού (με τον οποίο ο Αλεξανδρινός συγγενεύει σε ανυποψίαστο βαθμό)2: χωρίς τον Πολυλά, δεν θα ήταν καν παγόβουνο, αλλά μια θρυλική ξέρα, ανάλογη με εκείνη που είναι σήμερα, για μερικούς από μας, ο Νίκος Γκάτσος. Μπορούμε μάλιστα —πάντα στα πλαίσια της λογοτεχνικής πατριδογνωσίας— να πούμε πως υπάρχει ένα αρχιπέλαγος Καβάφη: κορυφές μιας στεριάς βυθισμένης που μόλις πρόσφατα άρχισε να διαφαίνεται.
     Εμμένοντας λίγο ακόμα στην γεωγραφική ορολογία, θα έλεγα ότι προνόμιο του εξερευνητή είναι η χαρά της ανακάλυψης· χρέος του η φροντίδα της αποκάλυψης και της περιγραφής· και τιμή του η αναγνώριση του δρόμου που διάνυσαν άλλοι, πριν από αυτόν. Οι σελίδες που ακολουθούν, ας διαβαστούν ως μια πρώτη ενημερωτική έκθεση της εξερευνητικής μου αποστολής στο Αρχείο Καβάφη3.
 
H ύπαρξη του Αρχείου πιστοποιήθηκε επίσημα τον Φεβρουάριο 1948, από τον Μ. Περίδη, με το βιβλίο του O Βίος και το Έργο του Κωνστ. Καβάφη: «H ερεύνηση των χαρτιών του», γράφει στον Πρόλογο (σ. 7), «ήταν το πρώτο μέλημά μου, που πραγματώθηκε χάρις στον κληρονόμο του κ. Α. Σεγκόπουλο που είχε την ευγένεια να δεχθή να μου τ’ ανακοινώση».
     Στα 8 χρόνια που είχαν μεσολαβήσει, από τον θάνατο του Ποιητή ώς την παρουσίαση του Αρχείου στον κ. Περίδη4, τα μόνα άτομα που ήταν σε θέση να μας πληροφορήσουν υπεύθυνα —ο κ. Σεγκόπουλος και η πρώτη (ως το 1939) σύζυγός του Ρίκα (αρχικώς Aγαλλιανού και αργότερα σύζυγος Ν. Καραγιάννη)— δεν είχαν, από όσο γνωρίζω, προβεί δημόσια σε σχετική ανακοίνωση. Μόνη ένδειξη ότι ο Καβάφης, στους έξι τελευταίους, μαρτυρικούς μήνες της αρρώστιας του5, δεν είχε καταστρέψει όλα τα χαρτιά του, ήταν η μεταθανάτια δημοσίευση, το 1935, του «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας» στην πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των Ποιημάτων6.
     Μα ούτε και κανένας καβαφιστής, πριν από τον κ. Περίδη, φαίνεται να επέμεινε να εξακριβώσει και να μας ενημερώσει αν υπήρχαν άλλα κατάλοιπα του Ποιητή.
     Από τα πολλαπλά αίτια αυτής της μυστικότητας και τούτης της —φαινομενικής, τουλάχιστον— αδιαφορίας, περιορίζομαι να αναφέρω δυο, τα οποία θεωρώ επαρκή για την σημερινή ενημερωτική έκθεση:
     Το πρώτο είναι ότι —καθώς με βεβαιώνει ο κ. Σεγκόπουλος— ο Καβάφης, ενώ είχε συντάξει την νομική διαθήκη του από το 1923 (Περίδης, σ. 115), πέθανε χωρίς να αφήσει φιλολογική διαθήκη, δηλαδή ρητές οδηγίες για την μεταθανάτια έκδοση του δημοσιευμένου έργου του και για την χρησιμοποίηση των λογοτεχνικών και ιδιωτικών χαρτιών του (Περίδης, σ. 94)7.
     Το δεύτερο είναι πως ο κληρονόμος του Ποιητή, όσον καιρό ήταν παντρεμένος με την Ρίκα Aγαλλιανού (που έκανε χρέη γραμματέα του Καβάφη, τουλάχιστον από το 1926), σε εκείνην είχε εμπιστευτεί την αποκλειστική φιλολογική επιμέλεια των Ευρισκομένων — όπως έδειξε η έκδοση του 1935, και όπως φαίνεται σήμερα: τόσο από τα ίχνη μιας δικής της απόπειρας αξιολογικής ταξινόμησης των καταλοίπων, όσο και από μερικά σχεδιάσματα προλόγου και πρόχειρες σημειώσεις της για μια βιογραφία του Ποιητή8, που μαζί με άλλα λογοτεχνικά χαρτιά της προφανώς εγκαταλείφθηκαν, όταν χώρισε, ανάμεσα στους φακέλους του Αρχείου9.
     Όμως, αν το διαζύγιο της Ρίκας Aγαλλιανού ξεσφράγισε την πόρτα του Αρχείου Καβάφη, ο ξαφνικός θάνατός της μας στέρησε πρόωρα και από την μαρτυρία του μόνου καβαφιστή που είχε το προνόμιο να δει και να μελετήσει το Αρχείο στην αυθεντική, ακέρια μορφή του.
     Ωστόσο, ισχυρίστηκα αλλού πως τα χαρτιά του Καβάφη «βρέθηκαν σε υποδειγματική τάξη»10. Σε ποια βάση στηρίχτηκα; Στην διαπίστωση ότι, ύστερα από 30 ετών αναπόφευκτες μετακομίσεις, αναγκαστικές κατατμήσεις, βιαστικές εκκαθαρίσεις, αμέθοδες ανακατατάξεις, και σκόπιμες αποκρύψεις, η αρχική τάξη του Αρχείου εξακολουθεί να διακρίνεται αρκετά καθαρά. Μια τάξη όχι αρχειακή, βέβαια, μα ζωντανή και λειτουργική, σύμφωνη με τον χαρακτήρα του Ποιητή και τις ανάγκες του· και ακόμα θα έλεγα: μια τάξη φιλολογική, σύμμετρη προς τις ανάγκες των προσδοκώμενων μελετητών του11.
     Διαφορετική εντύπωση σχημάτισε ο κ. Περίδης (που είδε το Αρχείο μετά την δεύτερη αλεξανδρινή μετακόμισή του, αλλά πριν από την μεταφορά του στην Αθήνα): «Δεν είχε καταρτίσει συστηματικό αρχείο ο ποιητής» (σ. 7) ― «Δεν μπορεί όμως να ισχυρισθή κανείς ότι εφρόντισε εξαιρετικά για την υστεροφημία του. Δεν έδωσε καμμιάν οδηγία για τη διατήρηση και τη χρησιμοποίηση των Xαρτιών του. Ούτε τα ετακτοποίησε με τρόπο που να εξασφαλίση την περίσωσή των» (σ. 94).
     O απλούστερος λόγος αυτής της διαφοράς μας είναι ότι ο κληρονόμος του Καβάφη, θεωρώντας πως δεν ήταν ακόμα καιρός να παρουσιαστεί ολόκληρο το Αρχείο, δεν έδειξε τότε παρά ένα μέρος του — ακριβώς όπως έκανε, αργότερα, και για τον κ. Γ. Παπουτσάκη. O κ. Περίδης το υποψιάστηκε, και σημείωσε: «O κ. Σεγκόπουλος μου εδήλωσε ότι έξω από τα στοιχεία που μου παρουσίασε, δεν υπάρχουν άλλα. Εν τούτοις μαζί παρατηρήσαμε —και το αναφέρω ως ένα παράδειγμα— ότι έλειπαν μερικές επιστολές, των οποίων βρήκαμε τους άδειους φακέλλους (...). Δεν αποκλείεται, λοιπόν, να βρεθούν και άλλα χαρτιά του Καβάφη έξω από εκείνα που είδα» (σ. 7)12.
     Τι είδε ο κ. Περίδης; H πληρέστερη και ακριβέστερη απάντηση που βρίσκω είναι: περισσότερα από όσα μπορούσε να χρησιμοποιήσει.
     Στον Πρόλογό του (σ. 8) υπάρχουν σχετικά δύο σαφείς δηλώσεις: «Δεν καταχωρίζω όλα ανεξαιρέτως ή πάντοτε ολόκληρα τα στοιχεία των Αρχείων μέσα στο βιβλίο μου. Σκοπός του δεν είναι η πλήρης ανακοίνωσή των, που μπορεί να γίνη με μια ειδική έκδοσή των, αλλά η παρουσίαση, σύμφωνα με μιαν αρχιτεκτονική της εκλογής μου, του ανθρώπου και του Δημιουργού» και «Δεν θα παραθέσω εδώ κατάλογο των χαρτιών του, γιατί τ’ αναφέρω και τα περιγράφω όπου τα επικαλούμαι στο βιβλίο».
     Δεδομένου ότι ο κ. Περίδης —όπως μου είπε— ούτε για δική του χρήση δεν συνέταξε κατάλογο του υλικού που του διατέθηκε, δεν μας μένει παρά να επιχειρήσουμε να απαριθμήσουμε όσα χειρόγραφα του Αρχείου ρητά αναφέρει (και σπάνια περιγράφει) στο βιβλίο του:
     1. Οι Γενεαλογικές Σημειώσεις (σ. 7, 11 κ.ε.) — δημοσιεύτηκαν ανώνυμα και ελαττωματικά13 στην Νέα Εστία, ΚΒ´, 501, 1948, σ. 622-629. Το χειρόγραφο βρίσκεται από τότε στην βιβλιοθήκη του Μουσείου Μπενάκη. [Βλ. Λεύκωμα, σ. 10 κ.ε.].
     2. Συστατική επιστολή Καλλινούς προς Ριάζ Πασά, του 1880 (σ. 18)14.
     3. Σημείωμα του Καβάφη για την εκτέλεση του Ουαρδάνη, του 1910 (σ. 24 και 95-96) — δημοσιεύτηκε από τον κ. Περίδη. Το χειρόγραφο βρίσκεται στο Αρχείο. [Βλ. Λεύκωμα, σ. 351].
     4. Επιστολές Σκυλίτση, Ράλλη και Ροδοκανάκη προς Καβάφη, του 1882-1885 (σ. 26-39). Ολόκληρος ο φάκελος είχε μείνει στα χέρια του κ. Περίδη, που φέτος μου τον εμπιστεύτηκε για να τον φωτογραφήσω και να τον μελετήσω. [Βρίσκεται τώρα στο Αρχείο].
     5. Βρυχυγραφημένες σημειώσεις του Καβάφη «για αντίγραφα επιστολών, ποιημάτων, περικοπών από συγγράμματα, για σχόλια ποιημάτων του, για παρατηρήσεις του και σκέψεις του, αλλά, προ πάντων, για να ρίξη γρήγορα-γρήγορα πάνω στο χαρτί εντυπώσεις του, εξομολογήσεις του» (σ. 44)15. Επίσης βλ. σ. 172 (σημ. 1), 181 (σημ. 2), και 183 (σημ. 2) αναφορές σε, και περικοπές από, βραχυγραφημένα σχόλια σε ποιήματα — και εκτενέστερη περιγραφή καθώς και μεταφρασμένες περικοπές των εξομολογητικών σημειώσεων του 1897-1909 (σ. 45-48). Φωτογραφίες των τελευταίων, καθώς και μερικά πρωτότυπα εξομολογητικών και φιλολογικών σημειώσεων βρίσκονται ακόμα στα χέρια του κ. Περίδη, που, με την συγκατάθεση του κ. Σεγκόπουλου και με την δική μου φιλολογική συνεργασία, ετοίμασε μια έκδοση των φιλολογικών για τον οίκο Φέξη16.
     6. Λογαριασμοί του Καβάφη, από το 1893 ως το 1933 (σ. 50, 58-60, 84). Δυστυχώς το μεγαλύτερο μέρος αυτής της μοναδικής βιογραφικής πηγής καταστράφηκε, καθώς μου είπε ο κ. Σεγκόπουλος, κατά την μεταφορά του Αρχείου από την Αλεξάνδρεια στην Αθήνα. Ελάχιστα υπολείμματά τους βρίσκονται στο Αρχείο.
     7. Μέρος επιστολής Σεβαστής ντε Ναϊέ προς Καβάφη, μεταξύ 1886 και 1889 (σ. 56).
     8. Επιστολές Σπύρου Κοντογιάννη προς Καβάφη, του 1886-1887 (σ. 56-57). [Στο Αρχείο βρίσκεται μόνο μία της 28.11.1887].
     9. Επιστολή Α. Ζιρό προς Καβάφη, του 1897 (σ. 59, σημ. 1).
     10. Αποδείξεις δύο αδελφών Καβάφη προς Κωνσταντίνο (σ. 59, σημ. 4).
     11. Τρία υπηρεσιακά σημειώματα του Α. Πάρκερ — το ένα του 1919 (σ. 60).
     12. Ανώνυμη επιστολή προς Πάρκερ (σ. 60-61).
     13. Επισκεπτήριο του Καβάφη, με ετυμολογία αγγλικής λέξης (σ. 61).
     14. Φύλλα με σχόλια του Καβάφη, μέσα σε τόμους της βιβλιοθήκης του (σ. 77-81). Βρίσκονται στην βιβλιοθήκη17.
     15. Επιστολή Χαρίκλειας Καβάφη προς Τζων και Κωνσταντίνο, του 1897 (σ. 85-87). Βρίσκεται στο Aρχείο.
     16. Τετράδιο μεταφράσεων του Τζων από ποιήματα του Κωνσταντίνου, του 1908, με το πρωτότυπο κείμενο των ανέκδοτων «H Eπέμβασις των Θεών», «Πρόσθεσις», «Στο Σπίτι της Ψυχής», που δημοσιεύτηκαν από τον κ. Περίδη (σ. 154, 155, 161).
     Πρέπει να υπογραμμίσω πως η αρίθμηση των όσων μνημονεύει ότι είδε ο κ. Περίδης έχει συμβατικό χαρακτήρα, αφού επτά από τους αριθμούς αντιστοιχούν σε ολόκληρες ομάδες χειρογράφων. Έτσι, λ.χ., στον αριθμό 5 πρέπει να συνυπολογιστούν τουλάχιστον και τα ακόλουθα αγγλικά χειρόγραφα, τα οποία βρίσκονται ακόμα στα χέρια του κ. Περίδη, [και τώρα στο Aρχείο] που είχε την ευγένεια να μου τα δείξει και να μου επιτρέψει να συντάξω ένα πρόχειρο κατάλογό τους:
     α. Βραχυγραφημένες περικοπές εξομολογητικών σημειώσεων (δύο φύλλα).
     β. Βραχυγραφημένες εξομολογητικές σημειώσεις, 7.1.1901.
     γ. Βραχυγραφημένες εξομολογητικές σημειώσεις, 25.1.1901. [Βλ. Λεύκωμα, σ. 229].
     δ. Βραχυγραφημένες εξομολογητικές σημειώσεις, 27.9.1901.
     ε. Βραχυγραφημένες εξομολογητικές σημειώσεις, 18.9.1908.
     στ. Βραχυγραφημένες εξομολογητικές σημειώσεις, 9.11.1908.
     ζ. Βραχυγραφημένες εξομολογητικές σημειώσεις, 28.10.1910.
     η. Βραχυγραφημένες εξομολογητικές σημειώσεις, 6.11.1911.
     θ. Βραχυγραφημένο μνημόνιο ταξιδιού στο Παρίσι.
     ι. Βραχυγραφημένο αντίγραφο ποιήματος του Dowson από άρθρο του Symons στην Fortnightly Review του Ιουνίου 1900.
     *ια. Βραχυγραφημένες σημειώσεις για ένα φιλοσοφικό έλεγχο των ποιημάτων του, του 1903 (τέσσερα φύλλα)18.
     *ιβ. Βραχυγραφημένη προσθήκη στο παραπάνω, 25.11.1903.
     *ιγ. Βραχυγραφημένα σχόλια για το ανέκδοτο ποίημα του 1894, «Το Πιόνι» (τρία φύλλα)19.
     ιδ. Βραχυγραφημένο σημείωμα οικονομικού περιεχομένου, Ιούνιος 1922.
     *ιε. Πεζή μετάφραση του «H Σατραπεία».
     ιστ. Αντίγραφο περικοπής του Dryden.
     ιζ. Μνημόνιο πιστοποιητικού γεννήσεως, υποβλημένου στον Γ´ Κύκλο Αρδεύσεων.
     ιη. Σημείωμα για αναγραφές στο υπηρεσιακό φύλλο ποιότητος, 1891-1897.
     ιθ. Επιστολή Τζων προς Κωνσταντίνο, 24.4.190520.
 
     Είναι εύκολο να επικρίνει κανείς τον κ. Περίδη για έλλειψη φιλολογικής ακρίβειας και για συνθετική ανεπάρκεια — τα ίδια και χειρότερα θα μπορούσαν να ειπωθούν για τους περισσότερους «συστηματικούς» κριτικούς, όχι μόνο του Καβάφη, μα και γενικότερα της λογοτεχνίας μας. Μένει το βιβλίο του: πολύσπορος καρπός μόχθου, φρόνησης, και συμπάθειας, ο οποίος —όπως η διάλεξη του κ. Σεφέρη μάς αποκάλυψε την εθνική και την ευρωπαϊκή διάσταση του Ποιητή21— μας πρωτοφανέρωσε έναν άλλο, εξ ίσου σημαντικό καβαφικό χώρο που έως τότε έμενε αντικείμενο εικασίας: το Εργαστήρι του Ποιητή, όπου χαρακτηριστικά βρίσκονταν και το κρεββάτι του και το γραφείο του (σ. 97)22. Και κάτι πιο σπουδαίο, ίσως: έστησε ένα ορόσημο που μας δείχνει πως ο κριτικός, αν δεν χρησιμοποιήσει φιλολογικές μεθόδους (όπως έκανε, με άνιση επιτυχία, ο κ. Περίδης) ή αν δεν στηριχτεί σε πορίσματα φιλολογικά (όπως οι σχολιαστικές εργασίες των I. Α. Σαρεγιάννη, Γ. Λεχωνίτη, F. M. Pontani και Τ. Μαλάνου), δεν μπορεί πια να συλλάβει ένα θέμα που έχει περάσει στην περιοχή της Ιστορίας της Λογοτεχνίας.
 
 
O επόμενος εξερευνητής του Αρχείου ήταν ο κ. Γ. Παπουτσάκης, του οποίου την εμφάνιση τοποθετώ μετά την κυκλοφορία του βιβλίου του κ. Περίδη και ασφαλώς πριν από τον Νοέμβριο 1955, όταν στο περιοδικό Παιδεία και Ζωή δημοσιεύτηκε ανώνυμα (αλλά από δικό του αντίγραφο του χειρογράφου καθώς με βεβαιώνει ο κ. Σεγκόπουλος) το πρώτο μέρος της ανέκδοτης εργασίας του Ποιητή πάνω στην τρίτη έκδοση (1917) της Νεοελληνικής Γραμματικής του H. Pernot23.
     Άλλοι καρποί αυτής της δεκάχρονης εξερεύνησης είναι, από όσο γνωρίζω: η πρόχειρη ανακατάταξη μικρού μέρους του κυρίως Αρχείου· η διαφημισμένη με φωτορεπορτάζ στις Εικόνες μεταφορά άλλου, άγνωστου σε μένα, μέρους του Αρχείου στο σπίτι του κ. Παπουτσάκη στην Αθήνα24· η δημοσίευση, σε γαλλική μετάφραση, μιας περικοπής από οδηγίες του Καβάφη για την μετάφραση του «Τα Παράθυρα» (απευθυνόμενες, πιστεύω, στον αδελφό του Tζων) και μιας ημερολογιακής σημείωσης, χρονολογημένης 9.11.190225. [Στο μεταξύ προστέθηκαν οι εξής δημοσιεύσεις: στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας (ό.π.), του πεζογραφήματος «Το Βουνό» (σ. 1532-1534) και επιστολής του Γ. I. Καβάφη προς τον Π. Ι. Καβάφη, 16.2.1850 (σ. 1535-1538), καθώς και ο τόμος: Καβάφη, Πεζά, που περιλαμβάνει άγνωστο ή ανέκδοτο υλικό — από το οποίο, μέρος μόνον επιστράφηκε στον Σεγκόπουλο και βρίσκεται σε ιδιαίτερο φάκελο του Αρχείου].
 
 
Από τον Ιανουάριο 1963, η μελέτη και η έκδοση του κυρίως Αρχείου ανατέθηκε από τον κ. Σεγκόπουλο σε μένα. Aς μου συγχωρεθεί μια σύντομη αφήγηση της προϊστορίας της ανάθεσης:
     Το έμπρακτο ενδιαφέρον μου για το Aρχείο Καβάφη χρονολογείται από το καλοκαίρι 1953, όταν πρωτοσυνάντησα τον κληρονόμο του Ποιητή και, μη γνωρίζοντας την ύπαρξη του κ. Παπουτσάκη, τον παρακάλεσα να με δεχτεί στην Αλεξάνδρεια και να μου επιτρέψει να μελετήσω τα στοιχεία που είχε θέσει υπόψη του κ. Περίδη26. H απάντηση σ’ αυτήν, καθώς και σε επόμενες κρούσεις μου, μολονότι εγκάρδια, δεν ήταν ενθαρρυντική: ο κ. Σεγκόπουλος, αφού μου επέτρεψε να αναδημοσιέψω στην Aγγλο-Eλληνική Eπιθεώρηση (Ζ´, 6, 1954 — βλ. Mικρά Kαβαφικά, B´, Β1) δύο σαιξπηρικά άρθρα του Καβάφη, δεν ανταποκρίθηκε σε αίτημά μου να μου παραχωρήσει για δημοσίευση το ανέκδοτο ποίημα «H Γαλή» (του οποίου την ανακάλυψη είχε την ευγένεια να μου ανακοινώσει ο κ. Μαλάνος), και περιορίστηκε να μου δείξει, το 1955, δύο τετράδια με μεταφράσεις γνωστών ποιημάτων του Καβάφη από τον αδελφό του Τζων (άλλα από εκείνο που μνημονεύει ο κ. Περίδης στην σ. 154 — τούτα βρίσκονται στην βιβλιοθήκη).
     Το 1955 ή το 1956 πληροφορήθηκα πως η μελέτη του Αρχείου είχε ανατεθεί στον κ. Παπουτσάκη και, φυσικά, σταμάτησα τις κρούσεις μου.
     Το φθινόπωρο 1961 ο κ. Παπουτσάκης με βεβαίωσε ότι ολόκληρο το Αρχείο είχε μεταφερθεί στην Αθήνα και βρισκόταν στα χέρια του.
     Μαθαίνοντας (Tα Νέα, 26 Σεπτεμβρίου 1962), ότι ο κ. Παπουτσάκης είχε αναγκαστεί από τον οίκο Φέξη να παραιτηθεί από την φιλολογική επιμέλεια της νέας έκδοσης των Ποιημάτων που ο οίκος «Ίκαρος» ετοίμαζε με καλλιτεχνική επιμέλεια του κ. Ν. Χατζη-Κυριάκου Γκίκα, στις 31 Oκτωβρίου 1962 υπόβαλα στον κ. Σεγκόπουλο αναλυτικό υπόμνημα για την σκοπιμότητα η έκδοση αυτή να επεκταθεί σε Άπαντα τα Δημοσιευμένα, ποιήματα και πεζά — με μόνους όρους να μου ανατεθεί η φιλολογική επιμέλεια και να εξασφαλιστεί η βοήθεια του κ. Παπουτσάκη με όσα σχετικά έντυπα βρίσκονταν στην κατοχή του. O κ. Σεγκόπουλος υιοθέτησε το σχέδιό μου, μου ανάθεσε την φιλολογική επιμέλεια της έκδοσης — μα λίγες μέρες αργότερα η Ελευθερία ανάγγειλε πως ο κ. Παπουτσάκης ετοίμαζε έκδοση των δημοσιευμένων πεζών του Καβάφη...
     Παράλληλα είχα παρακαλέσει τον κληρονόμο του Ποιητή να μου επιτρέψει να μελετήσω την βιβλιοθήκη Καβάφη καθώς και όσα βιβλιογραφικά στοιχεία θα μπορούσαν να χρησιμέψουν στην καταγραφή των διαδοχικών εκδόσεων των ποιημάτων σε μονόφυλλα — εργασία την οποία είχα αρχίσει το καλοκαίρι του 1961, με την συμπαράσταση του Ι. Α. Σαρεγιάννη27. O κ. Σεγκόπουλος μου έδειξε πρόθυμα την βιβλιοθήκη και τις συλλογές μονοφύλλων που κατείχε, και η ευγενέστατη κ. Κυβέλη Σεγκοπούλου, ψάχνοντας για άλλα έντυπα στοιχεία, βρήκε και τρία δέματα που, εκτός από μερικά πακέτα με μονόφυλλα των τελευταίων ποιημάτων του Καβάφη, περιείχαν ένα υπόλειμμα του αρχείου της Αλεξανδρινής Τέχνης28, καθώς και ένα μικρό τμήμα του Αρχείου ταξινομημένο από τον κ. Παπουτσάκη29. Όταν εξέφρασα την συγκίνησή μου και την έκπληξή μου, ο κληρονόμος του Ποιητή με πληροφόρησε ότι το κυριότερο μέρος του Αρχείου ποτέ δεν είχε φύγει από τα χέρια του, και ότι θα μου έδειχνε χειρόγραφα τα οποία δεν είχαν δει ούτε ο κ. Παπουτσάκης ούτε, φυσικά, ο κ. Περίδης.
     Πράγματι, σε επόμενη συνάντησή μας στο σπίτι του, ο κ. Σεγκόπουλος έφερε και μου άνοιξε μια μεγάλη βαλίτσα γεμάτη χειρόγραφα, φωτογραφίες, και έντυπα — τα οποία κοιτάξαμε μαζί, επί πολλές, αλησμόνητες ημέρες.
     Στο μεταξύ είχα αρχίσει να ταξινομώ και να φωτογραφίζω, με τη φιλική βοήθεια του κ. Γρ. Τρεχαντζάκη, αδελφού της κ. Σεγκοπούλου, τα λυτά χειρόγραφα των δεμάτων. Όμως ο όγκος και η σημασία του υλικού της βαλίτσας επέβαλλε συστηματικότερη εργασία. Συμβουλεύτηκα τότε τον κ. Κ. Θ. Δημαρά, ο οποίος μου σύστησε να μην επιχειρήσω καμία ανακατάταξη, αλλά πριν από όλα να μικροφωτογραφήσω όλο ανεξαιρέτως το υλικό στην κατάσταση όπου βρισκόταν. Περιορίστηκα, λοιπόν, να αντικαταστήσω μερικούς φθαρμένους φακέλους του κ. Σεγκόπουλου, και μαζί του μεταφέραμε όλα τα χαρτιά σε μια μετάλλινη Αρχειοθήκη.
     Ύστερα, από τον Ιανουάριο ως τον Απρίλιο του 1963, με την έμπειρη βοήθεια του κ. Β. Π. Παναγιωτόπουλου (του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών), και χάρη στην γενναία οικονομική συμμετοχή του εκδοτικού οίκου «Ίκαρος», φωτογραφήσαμε ολόκληρο το Αρχείο, καθώς και τα κατάλοιπα του αρχείου της Αλεξανδρινής Τέχνης, σε 146 μικροφίλμ των 30 λήψεων30.
     Τα αρνητικά και οι φωτογραφίες βρίσκονται στα χέρια μου, χωρίς τα πρωτότυπα να έχουν απομακρυνθεί ούτε στιγμή από τα μάτια και το σπίτι του κ. Σεγκόπουλου31. Μόλις τελειώσω την εργασία μου στο Αρχείο, θα καταθέσω τα φιλμ στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, ώστε να είναι προσιτά σε κάθε μελετητή, και εύχομαι τα χειρόγραφα να περιέλθουν τελικά όλα στο Μουσείο Μπενάκη, όπου ήδη υπάρχει ένας αξιόλογος πυρήνας καβαφικού αρχείου, ο οποίος πλουτίστηκε πρόσφατα με την δωρεά του λεγόμενου «Φακέλου Aναστασιάδη»32.
     Τι αντιπροσωπεύουν αυτές οι περίπου 4.300 φωτογραφίες;
     Νομίζω πως μπορώ να απαντήσω: το μεγαλύτερο και το σημαντικότερο μέρος του Αρχείου Καβάφη — ας πούμε, τα τρία πέμπτα του παγόβουνου.
     Φυσικά, δεν είναι δυνατόν (ούτε είμαι έτοιμος) να δώσω εδώ έστω και πρόχειρο κατάλογο των περιεχομένων του — πράγμα που υπολογίζω να κάνω αναλυτικά σε ειδικό τμήμα μιας εργασίας με θέμα τις εκδόσεις και τα χειρόγραφα του Ποιητή33. Oφείλω, όμως, να δώσω τώρα μια πρώτη, συνοπτικήν εικόνα:
 
Α. ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ
     1. Δημοσιευμένων ποιημάτων: α) σχεδιάσματα, β) προγενέστερα στάδια, γ) τελική μορφή, δ) αντίγραφα, ε) μεταφράσεις, στ) αντίγραφα μεταφράσεων.
     2. Ανέκδοτων ποιημάτων: α) σχεδιάσματα, β) προγενέστερα στάδια, γ) τελική μορφή34.
     3. Ξένων ποιημάτων: α) σχεδιάσματα ανέκδοτων μεταφράσεων, β) ανέκδοτες μεταφράσεις35, γ) αντίγραφα.
     4. Δημοσιευμένων λογοτεχνικών πεζών: α) σχεδιάσματα, β) προγενέστερα στάδια, γ) τελική μορφή.
     5. Ανέκδοτων λογοτεχνικών πεζών: α) σχεδιάσματα, β) προγενέστερα στάδια, γ) μνημόνια36, δ) τελική μορφή — [πεζών ποιημάτων], διηγημάτων, μελετών, δοκιμίων, άρθρων, σημειωμάτων, σχολίων.
     6. Ξένων λογοτεχνικών πεζών: αντίγραφα περικοπών.
     7. Δημοσιευμένων ιδιωτικών πεζών: α) σχεδιάσματα, β) αντίγραφα — γενεαλογικών σημειώσεων, επιστολών.
     8. Ανέκδοτων ιδιωτικών πεζών: α) σχεδιάσματα, β) τελική μορφή — μνημονίων, οικογενειακών σημειώσεων, αυτοβιογραφικών σημειώσεων, εξομολογητικών [και στοχαστικών] σημειώσεων37, επιστολών38.
     9. Γλωσσικές σημειώσεις — ξεχωριστά πρέπει να αναφερθεί το Λεξικό του Καβάφη, μια χρηστική συλλογή ασυνήθιστων λέξεων ή νεολογισμών συνοδευμένων από αποκόμματα εντύπων ή αντίγραφα περικοπών όπου απαντούν, με ένα σχεδίασμα κατατοπιστικής εισαγωγής39.
     10. Μετρικές σημειώσεις.
     11. Ιστορικές σημειώσεις.
     12. Λογαριασμοί και οικονομικές σημειώσεις.
     13. Συνομιλητικά σημειώματα της μετεγχειρητικής περιόδου και πιθανότατα των τελευταίων ημερών.
     14. Πίνακες: α) βιβλιογραφικοί, β) χρονολογικοί, γ) θεματικοί, δ) ειδολογικοί —των ποιημάτων που είχε γράψει είτε λογάριαζε να γράψει—, καθώς και ονομάτων των αποδεκτών κάθε συλλογής του40.
 
Β. ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΑΛΛΩΝ
     1. Αντίγραφα δημοσιευμένων και ανέκδοτων ποιημάτων του Καβάφη.
     2. Μεταφράσεις ποιημάτων του: α) δημοσιευμένες, β) ανέκδοτες.
     3. Αυτόγραφα ποιήματα, δημοσιευμένα.
     4. Μουσικά χειρόγραφα τραγουδιών πάνω σε ποιήματα του Καβάφη,
     5. Eπιστολές: α) οικογενειακές, β) φιλικές, γ) λογοτεχνικές.
 
Γ. ΕΝΤΥΠΑ
     1. Εφημερίδες και αποκόμματα εντύπων με δημοσιεύματα του Καβάφη.
     2. Εφημερίδες και αποκόμματα με δημοσιεύματα άλλων.
     3. Προσκλήσεις σε ιδιωτικές και δημόσιες συγκεντρώσεις.
     4. Προγράμματα θεάτρων και κατάλογοι εκθέσεων.
 
Δ. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΣΚΙΤΣΑ
     1. Φωτογραφίες του Καβάφη σε διάφορες ηλικίες, καθώς και τσιγκογραφημένα αντίτυπά τους.
     2. Φωτογραφίες οικογενειακές.
     3. Προσωπογραφίες του Καβάφη από διάφορους καλλιτέχνες, και τσιγκογραφημένα αντίτυπά τους.
 
 
Σε τούτη την αναγκαστικά σχηματοποιημένην εικόνα ενός ακόμα παλλόμενου και τόσο ποικίλου οργανισμού, προσθέτω μερικές πληροφορίες σχετικές με τις δύο πρώτες κατηγορίες χειρογράφων του Ποιητή, οι οποίες, φαντάζομαι, πριν από όλες ενδιαφέρουν τον αναγνώστη:
     Τα ανέκδοτα ποιήματα είναι περί τα 70, δηλ. κάτι παραπάνω από το ένα τρίτο του έως τώρα δημοσιευμένου ποιητικού έργου του Καβάφη, και σχεδόν το ήμισυ των γνωστών μας εκδόσεων των Ποιημάτων.
     Χρονολογικά, κλιμακώνονται από το 1882 έως το 1923, με θέματα ερωτικά, λυρικά, ιστορικά, και στοχαστικά. Δεν είναι ολόκληρη η ανέκδοτη παραγωγή μιας σαρανταετίας, αλλά μόνο όσα ο Ποιητής θεώρησε άξια να περισωθούν41.
     Ακόμα πιο ενδιαφέροντα είναι τα σχεδιάσματα 25 ποιημάτων που ο Καβάφης δεν πρόφθασε να τελειώσει και με καημό τα μελετούσε στους τελευταίους μήνες της ζωής του42. Προσεκτικά τυλιγμένα από τον ίδιο σε αυτοσχέδιους φακέλους, το καθένα με τον προσωρινό του τίτλο και την χρονολογία, υποθέτω, της πρώτης σύλληψης, κλιμακώνονται από το 1918 ως το 1932, και μαζί με τα πληρέστατα σχεδιάσματα μερικών δημοσιευμένων (όπως το «Καισαρίων») και μερικών ανέκδοτων αλλά τελειωμένων ποιημάτων, μας δίνουν μια μοναδική, ανέλπιστη, και εξόχως συγκινητική θέα των σταδίων της καβαφικής δημιουργίας. Επίσης, από αυτή την άποψη, ξεχωριστή σημασία έχουν τα πολυάριθμα σχόλια του Ποιητή επάνω σε γνωστά μας ποιήματά του43.
 
 
Από τα παραπάνω, θαρρώ πως προκύπτει άμεσα η επιτακτική ανάγκη: να δημοσιευτεί το ταχύτερο, στο σύνολό του, το Αρχείο Καβάφη. Χωρίς αυτήν την δημοσίευση, δεν θα μπορούμε να έχουμε ούτε πραγματικά Άπαντα, ούτε σωστή βιογραφία του Ποιητή.
     Το επείγον δεν είναι και απλό — κάποτε μάλιστα μπερδευόμαστε στα ίδια μας τα πόδια. Βασικά, τρία νομίζω πως είναι τα προβλήματα της έκδοσης του Αρχείου Καβάφη: το ηθικό, το μεθοδολογικό, και το πρακτικό. Ας κάτσουμε να τα συζητήσουμε44:
     Πρώτα το ηθικό πρόβλημα. Στην γενικότατη μορφή του:
     — Έχομε το δικαίωμα να δημοσιεύουμε τα κατάλοιπα ενός Ποιητή;
δεν τίθεται καν: σκέψου τον Σολωμό, σκέψου τον Κάφκα.
     Στην ειδικότερη μορφή του:
     — Έχομε το δικαίωμα, τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, εκατό μετά την γέννησή του, να δημοσιέψουμε τα κατάλοιπα του Καβάφη;
πιστεύω πως μας το έχει λύσει ο ίδιος: από το 1908, όταν έγραψε το «Κρυμμένα»· από το 1911, όταν καρφίτσωνε πάνω σε ποιήματά του την σημείωση: «Όχι για δημοσίευση. Aλλά μπορεί να μένει εδώ»45· από το 1933, τέλος, όταν πέθανε διαυγέστατος, χωρίς να καταστρέψει ούτε και απόκρυφα χαρτιά του.
     Στο σημείο αυτό, πιθανόν, μερικοί θα εξειδικέψουν ακόμα περισσότερο το ερώτημα:
     — Έχομε το δικαίωμα να δημοσιέψουμε τις περιλάλητες εξομολογητικές σημειώσεις που μισοφανέρωσε ο κ. Περίδης;
     H απάντησή μου είναι:
     — Δικαίωμα απέναντι σε ποιον; Αν εννοείτε τον Καβάφη, ισχύει η απάντηση που ο ίδιος έδωσε στο προηγούμενο ερώτημα· με την πρόσθετη παρατήρηση ότι αν ο κ. Περίδης τις είχε δημοσιέψει ακέριες σε μια φιλολογική έκδοση ή έστω αν μας είχε δώσει μια σταράτη περίληψή τους, ο κ. Τσίρκας δεν θα είχε ιχνηλατήσει τον «αλκοολισμό» του Καβάφη46, ο δε κ. Μαλάνος δεν θα είχε τολμήσει να στηριχτεί σ’ ένα ύποπτο ανέκδοτο του Χρ. Νομικού για να στήσει ένα έτσι ή αλλιώς ψυχαναλυτικά σαθρό οικοδόμημα, αφιερωμένο στον δήθεν παθητικά ομοφυλόφιλο Ποιητή47. Όσο για την υστεροφημία του Καβάφη, δεν βλέπω να έχει πάθει μεγαλύτερες ζημιές από του Βερλαίν, όταν ο κ. Δημαράς, ήδη από το 1932, επιμένει (στηριζόμενος όχι σε απόκρυφα στοιχεία, αλλά στα δημοσιευμένα ποιήματα) ότι το πλέγμα του Ποιητή δεν είναι η πιθανή αρσενοβασία αλλά «η μονήρης επανάληψη της ερωτικής απολαύσεως»48. Αν, πάλι, εννοείτε την «κοινή συνείδηση της εποχής μας» (Περίδης, σ. 45), τότε η απάντησή μου είναι πως το πρόβλημά σας δεν είναι ηθικό αλλά πρακτικό.
     Ας περάσουμε όμως τώρα στο πρόβλημα της μεθόδου:
     Και πάλι, στην γενικότατη μορφή του:
     — Πώς θα εκδώσουμε το Aρχείο ενός Ποιητή;
δεν τίθεται πια: το έχει λύσει, από τα 1938, για όλη την νεοελληνική φιλολογική επιστήμη, ο καθ. Λίνος Πολίτης: μια αρχειακή έκδοση γίνεται με μέθοδο αρχειακή — δηλαδή «παλαιογραφική» ή «διπλωματική»49.
     Όσο για τα επιμέρους μεθοδολογικά προβλήματα που ασφαλώς θα παρουσιάσει η έκδοση αυτή, δεν είμαι σήμερα σε θέση να μιλήσω, αφού ακόμα καλά-καλά δεν έχω καταγράψει και ταξινομήσει τις φωτογραφίες μου.
     — Καλά· θεωρητικά μπορεί να έχεις δίκιο. Όμως, αξίζει τον κόπο να εκδοθεί παλαιογραφικά ολόκληρο το αρχείο;
     —Το πρόβλημα που θέτετε δεν είναι μεθοδολογικό: για σας μεν είναι ηθικό (δηλαδή αφορά την δική σας ηθική), για μένα δε πρακτικό. Ώστε αν δεν έχετε αντίρρηση, περνάμε στα πρακτικά.
     Έχομε κιόλας κρατούμενα δύο πρακτικά προβλήματα. Θα τους προτάξω ένα γενικότερο:
     — Πώς θα πραγματοποιηθεί η έκδοση αυτή;
     Όπως φαντάζεστε, η απάντηση είναι κιόλας έτοιμη, αν όχι και ολότελα πληρωμένη: την δαπάνη της έκδοσης έχει αναλάβει ο εκδοτικός οίκος «Ίκαρος», με προοπτική τριών μεγάλων τόμων σε μία πενταετία: ένα για τα ποιητικά χειρόγραφα, ένα για τα λογοτεχνικά πεζά, και ένα για τα ιδιωτικά.
     Παράλληλα, για να μην επιβαρύνεται η έκδοση, όσα στοιχεία του Αρχείου παρουσιάζουν πιο περιορισμένο ενδιαφέρον θα μπορούν να δημοσιεύονται στο εξαμηνιαίο περιοδικό καβαφικών μελετών που θα εκδώσω με τίτλο Καβαφικά. Kαι αυτό, νομίζω, λύνει το δεύτερο από τα κρατούμενα πρακτικά προβλήματά μας, και ίσως και το πρώτο.
     Όσο για την φιλολογική εργασία, αν δω ότι δεν επαρκώ, είτε επιστημονικά είτε χρονικά, προτίθεμαι να καλέσω, με την συγκατάθεση του κ. Σεγκόπουλου και των εκδοτών, είτε ένα νέο φιλόλογο είτε ένα καβαφιστή με φιλολογική συνείδηση, για να μοιραστούμε την δουλειά50. Λ.χ., προκειμένου να δημοσιευτούν τα χειρόγραφα που έχει ακόμα στα χέρια του ο κ. Περίδης, βρίσκω πολύ φυσικό να θελήσει να προταχθεί το όνομά του στην έκδοσή τους.
     — Και αν δεν την επιτρέψει ο κ. Σεγκόπουλος;
     — Τότε η έκδοση των εξομολογητικών σημειώσεων δεν θα γίνει. Αν και πιστεύω ότι δεν μπορεί να υπάρξει αντίρρηση σε μια επιστημονική έκδοση βραχυγραφημένου αγγλικού κειμένου, που μπορεί κάλλιστα να κυκλοφορήσει σε 50 αντίτυπα εκτός εμπορίου. Πάντως, αν αποφασιστεί να μη γίνει η έκδοση, θα πρέπει να δημοσιευτεί μια αυστηρά φιλολογική έκθεση.
     — Κι αφού πιάνουμε όλα τα πρακτικά προβλήματα, τι θα γίνει με το τμήμα του Αρχείου που βρίσκεται στα χέρια του κ. Παπουτσάκη;
     — Παρακαλώ, ρωτήστε τον κ. Παπουτσάκη.
 
 
Μα ο Iάγος με περίμενε έξω από την πόρτα του τυπογραφείου της Νέας Εστίας:
     — Καλά όλα αυτά και άγια, αν είναι όπως τα λες. Μα ο κ. Σεγκόπουλος έδειξε στον κ. Περίδη ένα μέρος μόνο του Αρχείου, και στον κ. Παπουτσάκη ένα μέρος πάλι. Πώς είσαι τόσο σίγουρος ότι σου έδειξε όλο το υπόλοιπο;
     — Δεν είμαι σίγουρος, Iάγο μου. Δεν αποκλείω διόλου να έχουν παραπέσει στην μεταφορά έντυπα ή χειρόγραφα, ή να έχουν καταστραφεί, όπως οι λογαριασμοί. Κι ακόμα, αναγνωρίζω στον άνθρωπο που σαράντα χρόνια τώρα παραστέκεται τον Καβάφη με μια στοργή που λίγα παιδιά δίνουν στους γονείς τους —θυμήσου τον Λέαντρο, που πούλησε με την οκά τα χαρτιά του άλλου Γέρου—, αναγνωρίζω, λέω, στον άνθρωπο που μου έκανε την τιμή να με βάλει σπίτι του και που με αξίωσε να μπω στο Εργαστήρι του Ποιητή, του αναγνωρίζω κάθε δικαίωμα να κρύβει ό,τι θέλει δικό του και του Καβάφη, από την στιγμή όπου βάζει ανεπιφύλαχτα και αρχοντικά στην διάθεσή μας τόσα και τόσα πλούτη πνευματικά και ηθικά, και μας λέει: «Κοπιάστε, όσο βαστάτε, κι όσο αγαπάτε τον Ποιητή». Όχι, Iάγο μου, δεν είμαι «ήσυχος κ’ ευτυχής» σαν τον ασυνείδητο Νέρωνα, αλλά σαν εκείνον τον αναγνώστη του Καβάφη, τον Ιγνάτιο: «κ’ έτσι δέκα μήνες έζησα ευτυχής μες στην γαλήνη και μες στην ασφάλεια του Χριστού».
 
 
 
Υ.Γ. Οκτωβρίου 1983
     Ακόμη φέτος τον Απρίλιο, σημείωνα (βλ. Mικρά Kαβαφικά, B´, Β12, σημ. 11) πως η μεταθανάτια τύχη των Καβαφικών χαρτιών του Παπουτσάκη —πέθανε τον Μάιο 1967—, και ιδίως των εν μέρει άγνωστων χειρογράφων και εντύπων που είχε κατακρατήσει από το Αρχείο Καβάφη, παρέμενε σκανδαλωδώς ανεξακρίβωτη. Έμμεσες κρούσεις μου προς τους κληρονόμους του, είχαν απαντηθεί με αόριστες δηλώσεις άγνοιας, και κανένα δημοσίευμα της τελευταίας δεκαπενταετίας δεν έδινε την παραμικρή πληροφορία για το θέμα — ή έστω ένδειξη ότι το υλικό αυτό είχε περάσει σε χέρια τρίτων. Μόλις την περασμένη εβδομάδα, ο φίλος κ. Μάνος Χαριτάτος με πληροφόρησε ότι σημαντικός αριθμός Καβαφικών εντύπων και χειρογράφων, ασφαλώς προερχομένων από τα κατάλοιπα του Παπουτσάκη, σώθηκε πρόσφατα, την τελευταία στιγμή, από βέβαιη πολτοποίηση, χάρη στην οξυδέρκεια ενός συλλέκτη που επιθυμεί προς το παρόν να μείνει ανώνυμος. O συλλέκτης αυτός επέτρεψε στον κ. Χαριτάτο μια σύντομη αυτοψία του υλικού (το οποίο είχε βρεθεί σε κακή κατάσταση), αλλά δεν φαίνεται προσώρας διατεθειμένος να επιτρέψει λεπτομερέστερη απογραφή ή ανακοίνωσή του. H είδηση είναι τόσο αναπάντεχα χαρμόσυνη, ώστε να καθιστά περιττή κάθε αναδρομική μομφή. Υπομονή και κουράγιο, λοιπόν:
     Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
     Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
     Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς η Αποικία.
     Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
     Και τέλος πάντων, νά, τραβούμ’ εμπρός.
 
Υ.Γ. Σεπτεμβρίου 1984
     Ήδη το προαναφερόμενο υλικό του Παπουτσάκη αγοράστηκε από το Ε.Λ.Ι.Α. χάρη στην φωτισμένη απόφαση του Δημήτρη και της Μαρίας Κουρτεσιώτη.
 
 
 
 
ΣHMEIΩΣEIΣ
1. Βίος, σ. 51. Βλ. και Γ. Π. Σαββίδης, Για δύο νέες εκδόσεις του Καβάφη (ανάτυπο από τις Εποχές, 1, Μάιος 1963), σ. 8 [= Mικρά Kαβαφικά, A´, A1].
 
2. O πρώτος που ετόλμησε να συζεύξει ουσιαστικά τα ονόματα Σολωμού και Καβάφη, είναι, από όσο ξέρω, ο Γιώργος Σεφέρης, το 1936· βλ. Δοκιμές, Α´, σ. 63. Στον τόμο Δώδεκα Διαλέξεις (σειρά α´) του Οργανισμού Εθνικού Θεάτρου, 1961, υπάρχει ένα ενδιαφέρον δοκίμιο του Γιώργου Θέμελη: «Όριο επαφής Σολωμού-Καβάφη», το οποίο όμως περιορίζει την σχέση των δύο ποιητών στην άκρα αντίθεσή τους.
 
3. Μια πρώτη, στοιχειώδης αναγγελία έγινε από την εφημερίδα Το Βήμα (28 Απριλίου 1963), στον ανώνυμο πρόλογο του άρθρου «O Καβάφης, ευρωπαίος και σημερινός» του Κ. Θ. Δημαρά.
 
4. Τα μόνα εξωτερικά τεκμήρια για την διάρκεια της εργασίας του κ. Περίδη είναι: η δήλωσή του ότι εξέτασε την βιβλιοθήκη του Καβάφη «στα 1941-2» (σ. 65) και η χρονολογία του Προλόγου του: «Αλεξάνδρεια, Νοέμβριος 1947».
 
5. O καρκίνος του εκδηλώθηκε κατά τον Ιούνιο 1932, αλλά ο Ποιητής εξακολούθησε να ελπίζει σε εσφαλμένη διάγνωση ως τον Ιούλιο, όταν ήρθε στην Αθήνα να συμβουλευτεί ειδικούς· του έκαναν τραχειοτομία και τέλη Οκτωβρίου επέστρεψε, άφωνος, στην Αλεξάνδρεια. H κατάστασή του χειροτέρεψε στις αρχές Απριλίου, και μπήκε στο Ελληνικό Νοσοκομείο, όπου πέθανε από συμφόρηση στις 29 Απριλίου (Περίδης, Βίος, σ. 123-124). Σημειώνω ακόμα πως το τελευταίο ποίημα, που πρόφθασε να τυπώσει σε μονόφυλλα, «Μέρες του 1908», φέρει ημερομηνία εκτύπωσης: «17 Νοεμβρίου 1932», και ότι ο Καβάφης το καρφίτσωσε σε όλα τα σώματα μονόφυλλων 1919-1931 όσα βρίσκονταν σπίτι του, διορθώνοντας ή προσθέτοντας με το χέρι του την χρονολογία στο εξώφυλλο, καθώς και στον πίνακα περιεχομένων μαζί με τον τίτλο και την σελιδαρίθμηση του ποιήματος.
 
6. H περιγραφή, από τον συνήθως νηφάλιο Ι. Α. Σαρεγιάννη, της σύνθεσης του ποιήματος αυτού: «τις τελευταίες μέρες του, τις τελευταίες ώρες του, όταν τον σπάραζαν οι πόνοι του καρκίνου, όταν συζητούσε αν θα δεχθεί ή δε θα δεχθεί ένα Πατριάρχη» (Σαρεγιάννης, σ. 50) βασισμένη σε διήγηση της Αγαλλιανού και χρωματισμένη από την εντύπωση του Σαρεγιάννη ότι το ποίημα δεν είναι τελειωμένο, μου φαίνεται κάπως μυθιστορηματική: το τελικό αυτόγραφο, που βρίσκεται στο Αρχείο, είναι καθαρογραμμένο με μελάνι και υπογραμμένο — έτοιμο, θα ’λεγα, για το τυπογραφείο, αφού έχει την ίδια σελιδαρίθμηση με το «Μέρες του 1908». [Βλ. φωτογραφία στην Νέα Εστία, Αφιέρωμα, σ. 1486-1487].
 
7. Για την έκδοση του 1935, ο κ. Περίδης δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να έγινε σύμφωνα με οδηγίες του Ποιητή (σ. 131). Ήδη ξέρομε πως αυτή η τυπογραφικά θαυμαστή έκδοση, που ως εφέτος αποτέλεσε φιλολογικό κανόνα όλων των επόμενων ελληνικών και ξένων εκδόσεων του Καβάφη, παρουσιάζει βασικά φιλολογικά ελαττώματα, οφειλόμενα όχι βέβαια στις ανύπαρκτες οδηγίες του Ποιητή, αλλά στην καλοπροαίρετη μα ανίδεη αυθαιρεσία της Ρίκας Aγαλλιανού και του ζωγράφου Τάκη Καλμούχου (βλ. Τσίρκας, Πολιτικός, σ. 202).
 
8. [Τις σημειώσεις αυτές χρησιμοποίησε ο κ. Τσίρκας για την πολύτιμη εργασία του: «Κ. Π. Καβάφης, Σχεδίασμα Χρονογραφίας του Βίου του», Eπιθεώρηση Τέχνης, Αφιέρωμα, σ. 678 κ.ε.]
 
9. Μολονότι η Ρίκα Aγαλλιανού, από όσο γνωρίζω, μετά το διαζύγιό της δεν δημοσίεψε τίποτε σχετικό με τον Καβάφη, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την ύπαρξη πιο προχωρημένων σταδίων της εργασίας της: πάντως πέθανε την παραμονή μιας διάλεξής της για τον Ποιητή. Επίσης δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την ύπαρξη χειρογράφων του Καβάφη ανάμεσα στα κατάλοιπά της (αν σώζονται): ο αδελφός της, κ. Γιώργος Aγαλλιανός, κατέχει αυτόγραφα αντίγραφα δημοσιευμένων ποιημάτων, μία επιστολή του Ποιητή προς αυτόν, και πιθανώς ένα ανέκδοτο πεζό χειρόγραφο. [Τα κυριότερα καβαφικά χειρόγραφα του Γ. Aγαλλιανού —και ιδίως το ανέκδοτο πεζό ποίημα «Τα πλοία» (βλ. Mικρά Kαβαφικά, A´, A14)— βρίσκονται στο Ε.Λ.Ι.Α.] Όμως, ο κ. Ν. Καραγιάννης είχε την ευγένεια να με πληροφορήσει ότι δεν βρήκε τίποτε σχετικό, εκτός από το χειρόγραφο της διάλεξης, που κατέχει ο κ. Μ. Βαϊάνος. [H διάλεξη δημοσιεύτηκε στο περ. Ορίζοντες, Α´, Ζ, 1970, σ. 1-9. Έγινε πρώτα στην Αλεξάνδρεια, στις 20 Μαρτίου 1956, και, από την άποψη που μας ενδιαφέρει εδώ, δεν προσφέρει καμιά χρήσιμη πληροφορία.]
 
10. [Βλ. Mικρά Kαβαφικά, A´, σ. 19], και Κ. Π. Καβάφη, Ποιήματα, Α´ (1896-1918), Ίκαρος, 1963, σ. 9.
 
11. Στο σημείο αυτό επικαλούμαι την μαρτυρία του φιλόλογου κ. Β. Π. Παναγιωτόπουλου, με τον οποίο φωτογραφήσαμε το Αρχείο: επί τέσσερις μήνες, μας δόθηκε επανειλημμένα η ευκαιρία να παρατηρήσουμε πως ο Καβάφης φαινόταν να έχει κάνει ό,τι μπορούσε για να διευκολύνει ένα μελετητή των χαρτιών του.
 
12. Βλ. και σ. 153, όπου όμως ο κ. Περίδης καταλήγει στο ερώτημα: «Μήπως πρόφθασε ο ίδιος ο ποιητής, προτού πάει στο νοσοκομείο, και κατέστρεψε όλα τα κατάλοιπα της ποιητικής του παραγωγής;»
 
13. Βλ. Στρατή Τσίρκα, O Καβάφης και η Εποχή του, Κέδρος, 1958, σ. 64, 451 και 470. [Νέα έκδοση: Βαγγέλης Καραγιάννης, Σημειώσεις από την Γενεαλογία του Καβάφη, Ε.Λ.Ι.Α., 1983]
 
14. Όπου δεν σημειώνω πού βρίσκεται σήμερα ένα χειρόγραφο, σημαίνει πως δεν το βρήκα ακόμα στο Αρχείο ή πως ενδέχεται να βρίσκεται στα χέρια του κ. Γ. Παπουτσάκη.
 
15. Τα ίδια, προφανώς, αναφέρονται στον Πρόλογο ως «διάφορα σημειώματα, παλαιό ειδικό ημερολόγιο» (σ. 7).
 
16. Βλ. Ανέκδοτα Πεζά Κείμενα.
 
17. Δεν επιχειρώ εδώ τον έλεγχο των εντύπων ή των αποκομμάτων που μνημονεύει ο κ. Περίδης. Αρκεί να αναφέρω ότι το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιοθήκης Καβάφη, χάρη στην στοργή του κυρίου και της κυρίας Σεγκοπούλου, βρίσκεται σήμερα στην Aθήνα, και ότι ετοιμάζω σχολιασμένο κατάλογό της. [O κατάλογος συντάχθηκε από την Κ. Μιχαήλα Ιατρού και είναι έτοιμος για δημοσίευση. Oφείλω να προσθέσω πως κάμποσα βιβλία του Καβάφη είχαν κατακρατηθεί από τον Περίδη, και ότι μετά τον θάνατο της χήρας του πουλήθηκαν, μαζί με την προσωπική του βιβλιοθήκη, σε παλαιοβιβλιοπώλη — από τον οποίο ο κ. Μάνος Χαριτάτος και εγώ αγοράσαμε μερικά αντίτυπα με την χαρακτηριστική σφραγίδα C.P.C.]
 
18. Σημειώνω με * όσα δημοσιεύονται από τον κ. Περίδη, στο Ανέκδοτα Πεζά.
 
19. H χρονολογία του ποιήματος, από ιδιόχειρο χρονολογικό πίνακα του Αρχείου [τον οποίο δημοσίεψα στην Επιθεώρηση Τέχνης, Αφιέρωμα, σ. 566-576 — Βλ. Mικρά Kαβαφικά, B´, B3].
 
20. [Περικοπές της δημοσίεψε ο κ. Περίδης στην Νέα Εστία, Αφιέρωμα, σ. 1534]. Επιπλέον, ο κ. Περίδης είχε την καλοσύνη να μου δείξει και δυο επιστολές του Καβάφη προς τον Γ. Πετρίδη (του 1927), και ένα αυτόγραφο τετράδιο με αντίγραφα δημοσιευμένων ποιημάτων, επίσης χαρισμένο στον Πετρίδη, το οποίο μου επέτρεψε να φωτογραφήσω [βλ. Σαββίδης, Εκδόσεις, σ. 97].
 
21. Δοκιμές, Δ´, σ. 324-363. Βλ. και «O Καβάφης ΕΙΝΑΙ Εθνικός Ποιητής!», μια ραδιοφωνική συνέντευξη του Γ. Π. Σαββίδη από τον Γ. Ν. Κάρτερ, O Ταχυδρόμος, 12 Οκτωβρίου 1963, σ. 9.
 
22. [Βλ. φωτογραφία στην Νέα Εστία, Αφιέρωμα, σ. 1565].
 
23. H εργασία αυτή, με πληροφορεί ο κ. Σεγκόπουλος, προοριζόταν για τα Γράμματα του Στέφανου Πάργα, όπου ο Καβάφης είχε ήδη δημοσιέψει τις εργασίες του για τα Καρπαθιακά Δημοτικά Άσματα του Μ. Γ. Μιχαηλίδη (1917) και το Eκκλησία και Θέατρον του Γ. Χ. Παπαμιχαήλ (1918). Το δεύτερο από αυτά τα άρθρα ξανατυπώθηκε, με δική μου φιλολογική επιμέλεια και εισαγωγικό σημείωμα, στο Θέατρο, 8, 1963, σ. 37-39 (κυκλοφόρησε και σε ανάτυπο με προσθήκες και διορθώσεις) [Βλ. Mικρά Kαβαφικά, B´, Β2]. H εργασία για την Γραμματική του Pernot θα πρέπει να γράφτηκε το 1918-1919, οπότε τα Γράμματα άλλαξαν χαρακτήρα και διεύθυνση [η εικασία μου αυτή ενισχύθηκε από την δημοσίευση περικοπής επιστολής του Στ. Πάργα προς τον Καβάφη, χρονολογημένης 9.9.18. Βλ. Πεζά, σ. 195]· το χειρόγραφο, καθώς και μια προγενέστερη μορφή του, βρίσκονται στο Αρχείο.
 
24. Το μέρος αυτό, με βεβαιώνει ο κ. Σεγκόπουλος, αποτελείται κυρίως από βιογραφικό υλικό, έντυπα με δημοσιεύματα του Καβάφη, και μερικά χειρόγραφα λογοτεχνικών πεζών. Στις Εικόνες (13.7.1962) δημοσιεύτηκε επίσης αδέσποτη φωτοτυπία αχρονολόγητης επιστολής του Ποιητή, προφανώς απευθυνόμενη στον Τζων. [Άλλες, συγκλίνουσες ενδείξεις και πληροφορίες με πείθουν πως ό,τι σώζεται από το Αρχείο του Τζων Καβάφη πρέπει να πέρασε στα χέρια του κ. Παπουτσάκη].
 
25. C.P Cavafy, Poèmes, traduits par Georges Papoutsakis, Les Belles Lettres, 1958, σ. 236-237 και 248. Η σημείωση αυτή του Καβάφη δημοσιεύτηκε στην πρωτότυπη μορφή της από τον Στρατή Τσίρκα, [βλ. Πολιτικός, σ. 168, σημ. 1 καθώς και Πεζά, σ. 303-305· επίσης, στην σ. 237 δημοσιεύεται το πρωτότυπο κείμενο των οδηγιών για την μετάφραση του «Τα Παράθυρα» και επιβεβαιώνεται η εικασία μου για το αρχείο του Τζων].
 
26. Την ίδια εποχή περίπου, ο κ. Περίδης μού είχε ανακοινώσει την ύπαρξη, στα χέρια του, του χειρόγραφου μιας βραχυγραφημένης «Ποιητικής» (βλ. παραπάνω, ια), το οποίο είχαμε κατ’ αρχήν συμφωνήσει να δημοσιέψουμε στην Aγγλο-Eλληνική Επιθεώρηση. [Βλ. Aνέκδοτα Πεζά, σ. 36-56].
 
27. [Βλ. Mικρά Kαβαφικά, A´, A1].
 
28. Περιλαμβάνει χειρόγραφα και επιστολές των Άγρα, Λαπαθιώτη, Μαλακάση, Μ. Παπανικολάου, Σικελιανού, Χάγερ-Μπουφίδη, Ψυχάρη, κ.ά., καθώς και του κ. Τ. Κ. Παπατσώνη.
 
29. Αναφέρω, ενδεικτικά, χειρόγραφα δημοσιευμένων ποιημάτων, την εργασία για την Γραμματική του Pernot, και τις επιστολές του Τζων προς τον Κωνσταντίνο (1882-1885). [Με την ευκαιρία, σημειώνω πως, σύμφωνα με προφορική μαρτυρία της Χαρίκλειας Βαλιέρη, οι αντίστοιχες επιστολές του Κωνσταντίνου προς τον Τζων, καταστράφηκαν από την ίδια μετά τον θάνατο του Τζων κατά ρητήν επιθυμία του!]
 
30. Επιπλέον φωτογραφήσαμε τα χειρόγραφα σχόλια των τόμων της βιβλιοθήκης, μία σειρά επιστολών του Καβάφη προς τον κ. Σεγκόπουλο (1918-1919), και ένα σημαντικό αυτόγραφο τετράδιο δημοσιευμένων ποιημάτων (1896-1910) χαρισμένο από τον Ποιητή στον κληρονόμο του. Για το τελευταίο, βλ. [Mικρά Kαβαφικά, A´, Α1, σημ. 10] και τον πρώτο τόμο της λαϊκής έκδοσης των Ποιημάτων, ό.π., σ. 94.
 
31. Τα μόνα καβαφικά αυτόγραφα που κατέχω είναι: α) ένα τετράδιο με αντίγραφα δημοσιευμένων ποιημάτων — δωρεά του κ. Σεγκόπουλου, β) η τελική μορφή του «Λάνη Τάφος» — δωρεά της κ. Ευτυχίας Ζελίτα, γ) ένα διορθωμένο σπάραγμα της πρώτης έκδοσης του «Περιμένοντας τους Βαρβάρους» — δωρεά του κ. Γ. Βαλασόπουλου (βλ. Επιθεώρηση Τέχνης, 104, Αύγουστος 1963, σ. 145, σημ. 2), δ) ένα αυτόγραφο επισκεπτήριο, και αφιερώσεις σε διάφορες συλλογές του. [Το (α) βρίσκεται σήμερα στην Houghton Library του Harvard. Aφ’ ετέρου, το Αρχείο και η Βιβλιοθήκη Καβάφη περιήλθαν στην κατοχή μου στις 10 Οκτωβρίου 1969, χάρη στην φωτισμένη αντίληψη της Κυρίας Κυβέλης Σεγκοπούλου.]
 
32. Το καβαφικό αρχείο του Περ. Aναστασιάδη ανακάλυψε και χρησιμοποίησε πρώτος ο κ. Περίδης (σ. 8 και πολλ.) — βλ. επίσης: Τσίρκας, Εποχή, σ. 234-238 και πολλ. Το φωτογράφησα στην Αλεξάνδρεια, καθώς και το καβαφικό αρχείο Ζελίτα.
 
33. Ένα κεφάλαιό της δημοσίεψα, με τίτλο «Οι πέντε Πρώτες Εκδόσεις ποιημάτων του Κ. Π. Καβάφη», στην Επιθεώρηση Τέχνης, 104, σ. 132-145. [Τελικά, η εργασία εκείνη περιορίστηκε στις Καβαφικές Εκδόσεις, 1966. O αναλυτικός κατάλογος του Αρχείου ολοκληρώθηκε από τον κ. Μιχάλη Πιερή και είναι έτοιμος για δημοσίευση.]
 
34. Ένα από αυτά, το «Κρυμμένα» δημοσίεψα στην Νέα Εστία, Αφιέρωμα, σ. 1392 και 1531. Δύο άλλων τελειωμένων ποιημάτων τους τίτλους —«Στο Θέατρον» και «Θεατής Δυσαρεστημένος»— μνημόνευσα ενδεικτικά στο Θέατρο, ό.π. [βλ. τώρα Mικρά Kαβαφικά, B´, Β2]. «H Γαλή» που ανάφερα παραπάνω, δεν βρέθηκε ακόμα· [και ενδέχεται να μη βρεθεί ποτέ — βλ. Πεζά, ό.π., σ. 8. Δύο άλλα ποιήματα του Αρχείου δημοσιεύτηκαν: το «27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.» από τον κ. Τσίρκα, στην Επιθεώρηση Τέχνης, 108, σ. 552-553, και «Το Νιχώρι» από τον κ. Παπουτσάκη, Πεζά, ό.π., σ. 187. Το σύνολο παρουσιάστηκε στα Ανέκδοτα Ποιήματα, εκτός από τα σχεδιάσματα ατελών ποιημάτων].
 
35. Μία από αυτές μνημονεύεται στο βιβλιογραφικό μου δοκίμιο στην Επιθεώρηση Τέχνης, 104, σ. 139: «Μετάφρασίς τις από τον Baudelaire» (1891) [βλ. και Mικρά Kαβαφικά, B´, Β3] — πρόκειται για το περίφημο «Correspondances», που πρωτοπαρουσιάζεται στην Ελλάδα τρία χρόνια αργότερα, από τον Ν. Eπισκοπόπουλο (βλ. Γ. Κ. Κατσίμπαλη, Ελληνική βιβλιογραφία Κ. Μπωντλαίρ, 1956, αρ. 270). [Βλ. Σαββίδης, Εκδόσεις, σ. 111-115].
 
36. Λ.χ. ένα αγγλικό χειρόγραφο με τίτλο: «Τι θυμάμαι από το [προφανώς χαμένο] δοκίμιό μου για τον Χριστόπουλο».
 
37. [Μια σειρά από 22 σημειώσεις, της περιόδου 1902-1911, ανακοίνωσα δημόσια στην Αθήνα (δύο φορές — η πρώτη στις 7.11.63, στα εγκαίνια της Έκθεσης Καβάφη στο Μουσείο Μπενάκη), στην Θεσσαλονίκη, και στην Καβάλα. Μία από αυτές (χρονολογημένη 26.10.08) δημοσίεψα στον Ταχυδρόμο, 16.5.64, σ. 12. Τρεις άλλες, ανάλογες σημειώσεις δημοσίεψε ο κ. Παπουτσάκης, Πεζά, σ. 303-306. — Για το σύνολο, βλ. τώρα Mικρά Kαβαφικά, B´, Β4].
 
38. Λ.χ. όλα τα «ίσα» των επιστολών του προς τον κ. E.M. Forster —βλ. Mικρά Kαβαφικά, A´, Α1, σημ. 4 [και Mικρά Kαβαφικά, A´, Α10].
 
39. Το μνημόνευσα στο Γλωσσάρι για τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» (ανάτυπο από τον γ´ τόμο των Απάντων Κωστή Παλαμά, Γκοβόστης-Μπίρης, 1963, σ. 459-479), σ. 10, σημ. 2. [Πρόδρομη ανακοίνωση της εισαγωγής και όλων των λημμάτων του Λεξικού έγινε στις 18 Μαΐου 1983 στην «4η Ετήσια Συνάντηση του Τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.» — βλ. Mικρά Kαβαφικά, B´, Β15].
 
40. Τους περισσότερους από αυτούς τους πίνακες είτε μνημόνευσα είτε χρησιμοποίησα σε όλα σχεδόν τα πρόσφατα καβαφικά δημοσιεύματά μου. [Βλ. Mικρά Kαβαφικά, B´, Β3].
 
41. [Για την ακρίβεια, από τα 67 ανέκδοτα τελειωμένα ποιήματα του Αρχείου, 9 σώθηκαν σχεδόν παρά την θέληση του Καβάφη — βλ. Aνέκδοτα Ποιήματα, σ. ιδ´].
 
42. «Έξη μήνες πριν ν’ “αποχαιρετήση την Αλεξάνδρεια που έχανε”, ο Καβάφης έλεγε στους φίλους του, στην Αθήνα: — “Έχω να γράψω ακόμα είκοσι πέντε ποιήματα! Είκοσι πέντε ποιήματα!» σημείωνε στα 1933 ο πάντοτε ακριβολόγος Άγρας (Νέα Εστία, Ζ´, 158, σ. 756=Aφιέρωμα, σ. 1450 [Άγρας, σ. 105]). O κ. Παπουτσάκης (Ελευθερία, 28 Απριλίου 1963) ισχυρίζεται πως ο Ποιητής, λίγες μέρες πριν πεθάνει, του έγραψε: «Κ’ είχα να γράψω ακόμη δέκα πέντε ποιήματα!». [Τελικά, ο αριθμός των ατελών ποιημάτων του Αρχείου υπερβαίνει τα 30. H συνολική τους έκδοση από την Renata Lavagnini έχει προγραμματιστεί για το 1985 — βλ. Mικρά Kαβαφικά, A´, Α16, και Mικρά Kαβαφικά, B´, Β6 και Β13].
 
43. [Συνολική έκδοση των σχολίων ετοιμάζει η Diana Haas· βλ. την πρόδρομη ανακοίνωσή της (που έγινε στις 27 Ιανουαρίου 1983 στην Εταιρεία Σπουδών - Ίδρυμα Μωραΐτη) στον συλλογικό τόμο Κύκλος Καβάφη, 1983. Επίσης βλ. εδώ Mικρά Kαβαφικά, A´, Α9, Α11 και Mικρά Kαβαφικά, B´, Β7].
 
44. Σημειώνω πως το ίδιο προσπάθησα να κάνω δημοσιεύοντας το Για δύο νέες εκδόσεις του Καβάφη: ν’ ανοίξω έγκαιρα συζήτηση με τους καβαφιστές και γενικότερα τους νεοελληνιστές — το αποτέλεσμα (συμπεριλαμβανόμενου και του λίβελλου του κ. Παπουτσάκη στην Ελευθερία, 14 Μαΐου 1963) με εγκαρδιώνει να επαναλάβω την πρόσκληση [ — η οποία, ωστόσο, έμεινε χωρίς δημόσια ανταπόκριση].
 
45. [Βλ. και Πεζά, σ. 187].
 
46. Τσίρκας, Εποχή, σ. 294-297.
 
47. Καβάφης 2, Φέξης, 1963, σ. 28-30. O κ. Σεγκόπουλος με βεβαιώνει πως ο Καβάφης άρρωστος δεν δεχόταν ούτε τον γιατρό στην κρεββατοκάμαρά του, και ο κ. Περίδης μού διηγήθηκε μια ουσιωδώς διαφορετική εκδοχή του ανέκδοτου Νομικού.
 
48. «Μερικές πηγές της καβαφικής τέχνης», O Κύκλος, Β´, 3-4, σ. 82. Βλ. επίσης, του ίδιου: «H τεχνική της έμπνευσης στα ποιήματα του Καβάφη», Φιλολογική Πρωτοχρονιά 1956, Μαυρίδης, σ. 97-102, και Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, στ´ έκδοση, Ίκαρος, σ. 462.
 
49. Γύρω στο Σολωμό, Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, 1958, σ. 13. H σχετική μελέτη πρωτοδημοσιεύτηκε στην Νέα Εστία, 23 (1938), σ. 731-735 και 803-814.
 
50. [Στο Aρχείο Καβάφη, από το 1971 ως σήμερα, δούλεψαν ως έμμισθοι συνεργάτες (κατ’ αλφαβητική σειρά) οι εξής φιλόλογοι: Diana Haas, Μιχαήλα Ιατρού, Γιώργος Κεχαγιόγλου, Τζένη Μαστοράκη, Δώρα Μυλωνά-Πιερή, Μιχάλης Πιερής και Θεανώ Σουνά. Επίσης εξυπηρετήθηκαν με στοιχεία και πληροφορίες οι εξής μελετητές: Γιάννης Δάλλας, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Κ. Θ. Δημαράς, Σταύρος Θεοφανίδης, Σόνια Iλίνσκαγια, Βαγγέλης Καραγιάννης, Χ. Λ. Καράογλου, Διονύσης Καψάλης, Απόστολος Κώστιος, Ζήσιμος Λορεντζάτος, Δ. Ν. Μαρωνίτης, Πόλυς Μοδινός, Ρένα Πατρικίου, Γιώργος Σεφέρης, Στρατής Τσίρκας, Μάνος Χαριτάτος, και G. W. Bowersock, P. N. Furbank, Petroula Kefala-Ruehlen, Edmund Keeley, Renata Lavagnini και Robert Liddell, καθώς και η Λένα Σαββίδη].
 
[Aπό το 1996 έως το 2012 στο Aρχείο Καβάφη δούλεψαν επίσης, ως έμμισθοι συνεργάτες, οι Kατερίνα Γκίκα και Σταματία Λαουμτζή εξυπηρετήθηκαν με στοιχεία και πληροφορίες οι μελετητές: Aλέξανδρος Aργυρίου, Λάμπρος Βαρελάς, Μάρθα Βασιλειάδη, Αθηνά Βογιατζόγλου, Κωνσταντίνα Γεωργαντά, Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Nικόλας Γουλανδρής, Δημήτρης Δημηρούλης, Αλέξης Ζήρας, Χρυσούλα Καραντζή, Aλέξανδρος Καρόζας, Στέλλα Κουρμπανά, Χρήστος Μπιντούδης, Χαράλαμπος Ναβροζίδης, Nεκταρία Nτάση, Χάρης Ξανθουδάκης, Δημήτρης Παπανικολάου, Σπύρος Ν. Παππάς, Ευθυμία Προβατά, Κώστας Ρεκλείτης, Παναγιώτης Ροϊλός, Νίκος Σαραντάκος, Γιάννης Σιμωνίδης, Mίμης Σουλιώτης, Έρση Σωτηροπούλου, Μαρία Τόμπρου, Μπάμπης Τρεχαντζάκης, Στρατής Xαβιαράς, Σάββας Χριστοδουλίδης, και Pierre Berringer, Miguel Castillo Didier, Paul-André Claudel, Sophie Coavoux, Nicola Crocetti, Karen DeMoss, Richard Fraunberger, Giulio Gelibter, Peter Green, Curt Hopkins, Peter Jeffreys, Matthew Jennett, Evan Jones, Bas de Jong, Alexandra Logory, Cristiano Luciani, Martin McKinsey, Rachel Mairs, Maria Margaronis, Natalie Melas, Daniel Mendelsohn, Wendy Moffat, Evan Mwangi, Kevin J.H. Ohi, Spyros D. Orfanos, Jonathan Posthuma, Jörg Schäfer, Cristina Stevanoni, Bart Versimpelaere, Daniel H. Wagner, Stephen Yenser.]

Μικρά Καβαφικά, Α´, Eρμής, 1985