Γ.Π. Σαββίδης, «O δραστικός λόγος του Kαβάφη» (1972)Άρθρα
Εκτύπωση
            «ΕΛΕΥΘΕΡΙΗΣ ΦΑΟΣ ΙΡΟΝ...»
           
                                    δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό
                                                                                    ΚΑΒΑΦΗΣ
 
 
            – Πια δεν μπορώ! Θα φύγω φτερωτός
            στον «ελεύθερον κόσμο του φωτός»!
            (Όχι Άφρικα κι Ασία! Καθημερνά
            φωτιά κι ατσάλι ο Αθάνατος κερνά.)
           
            Θα γεννηθώ ξανά, όπως θέλω, κι όσο
            μπορώ και θέλω εγώ να μεγαλώσω!
            (Ιδού στάδιον δόξης σου λαμπρόν,
            αθάνατη λεξούλα του Καμπρόν!)
           
            – Αν απ’ εδώ σ’ αφήσουν κι αν εκεί
            σε δεχτούνε, θ’ αλλάξεις φυλακή.
            Ανάσα πουθενά του δουλευτή
            που προσκυνά, ο φτωχός, να βολευτεί.
           
            Χιλιάδες μίλια πέρα, αιώνες πίσω,
            φτηνά το κρέας πουλιέται τ’ ανθρωπίσο.
            Ξέν’ οι λαοί στον τόπο τους και δούλοι,
            δεν έχουνε πατρίδα, οχτροί και μούλοι!
           
            Όπου να πας, ξένος και δούλος, κι όπου
            σταθείς, θα χάνεις κάθε αξία τ’ ανθρώπου.
            Αλλού να γεννηθείς κι αλλού να πας,
            παντού θα σε χτυπούν, αν δε χτυπάς!
           
            Πουθενά δε θα μείνεις. Κάθε λίγο
            θα παίρνεις το δισάκι σου: «Θα φύγω!»
            Οι αλυσίδες σου στο ’να το σακί,
            στ’ άλλο ο τάφος σου – κι ώρα σου κακή!
           
            Τι τα θέλεις φτερά και πλοία κι οδό;
            Ο «ελεύθερός σου κόσμος» είν’ εδώ.
            Κόσμος θανάτου, απάτης και φαλλού!
            Όλα τα ’χεις, γιατί να πας αλλού;
           
            (ψιθυριστά)
           
            Αν ζητάς ανθρωπιά και δίκιο νόμο,
            δεν είν’ εκεί που πας. Ν’ αλλάξεις δρόμο!
           
                                                ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
 
 
Το καινούργιο αυτό ποίημα, πρόσφατο και πολύτιμο δώρο του πολεμάρχου-ποιητή προς τον γράφοντα,1 μαρτυρεί (κοντά σε άλλα, ίσως πιο αυτονόητα) την συνεχιζόμενη γόνιμη επίδραση του Καβάφη στην ποίησή μας, τριανταεννιά χρόνια μετά τον θάνατό του.
            Δεν είναι, ασφαλώς, ποίημα που ο Αλεξανδρινός θα έγραφε ποτέ· ούτε, πάλι, θυμίζει κατά τίποτε (πέρα από την διαλεκτική δομή) τον καβαφικό τόνο και τρόπο – γι’ αυτό, άλλωστε, μίλησα για επίδραση και όχι διόλου για μίμηση. Με άλλα λόγια, παραφράζοντας την κατάθεση ενός άλλου ποιητή, κάποτε «στρατευμένου» όσο και ο κ. Βάρναλης, του W. H. Auden,2 μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το ποίημα τούτο, οργανική μεν συνέχεια της συλλογής Ελεύθερος Κόσμος (1965)3 και του Άτταλος ο Τρίτος, θα είχε μολαταύτα γραφεί πολύ διαφορετικά, ίσως και να μην είχε γραφεί διόλου, αν ο ποιητής του δεν είχε διαβάσει την «Πόλι» του Καβάφη.4
            Ανάλογα θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς και σε άλλους ποιητές μας, νεότερους από τον κ. Βάρναλη. Για να περιοριστώ σε πρόσφατα, λίγο-πολύ χτυπητά παραδείγματα, αρκεί να μνημονεύσω το «Επί ασπαλάθων» του Σεφέρη, τα επτά ποιήματα της «Μυστικής σύνδεσης» της Ζωής Καρέλλη,5 ολόκληρη σχεδόν την σειρά των «Επαναλήψεων» του Γιάννη Ρίτσου,6 τα δέκα ποιήματα που αποτελούν το δεύτερο μέρος της Εκατονήσου του Πάνου Θασίτη – και, βέβαια, τα Κατά Σαδδουκαίων του Μιχάλη Κατσαρού, που επιτέλους «αποκαταστάθηκαν» στην συνείδηση του πλατύτερου αναγνωστικού κοινού, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την πρώτη τους έκδοση. Ακόμη, συλλογίζομαι το καίριο εκείνο τραγούδι των Μουσικών του Γιώργου Σκούρτη, «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί»: θα είχε τάχα γραφεί με τόση μυθικήν ενάργεια, δίχως την προϋπόθεση του «Περιμένοντας τους Βαρβάρους»;
            Θα ήταν ενδιαφέρον, χωρίς άλλο, να επιχειρούσε κανείς μιαν αναλυτικήν εξέταση του βαθμού και των τρόπων με τους οποίους η καβαφική επίδραση έχει αφομοιωθεί σε τούτα τα ποιήματα, καθώς και της ιδιάζουσας προσωπικής διαφοράς που παρουσιάζουν σε σύγκριση με τα καβαφικά τους πρότυπα αφ’ ενός και αφ’ ετέρου με άλλες συνθέσεις των ίδιων ποιητών. Όμως ο χώρος και ο χρόνος μιας επιφυλλιδογραφικής περιδιάβασης δεν επιτρέπει παρά νύξεις και προτάσεις.
 
 
Να είναι σύμπτωση ότι όλα σχεδόν τα παραπάνω ποιήματα (ώς και η «Κυνίσκα» της κ. Καρέλλη)7 έχουν μια κόψη ή μιαν αιχμή πολιτική; Δεν το πιστεύω. Πρώτα-πρώτα γιατί δεν πιστεύω στις «λογοτεχνικές συμπτώσεις»·8 μέχρις αποδείξεως του εναντίου για κάθε περίπτωση, προτιμώ να τις θεωρώ συμπτώματα, τελείως διαφορετικά λ.χ. από το τυχαίο γεγονός ότι ο Καβάφης γεννήθηκε και πέθανε την ίδια ημερομηνία: 17/29 Απριλίου 1863 και 29 Απριλίου 1933. Αλλά επίσης γιατί όσοι από μας δεν παραδέχονται «παρθενογένεση στην τέχνη»,9 γνωρίζουν καλά πως κάθε νέο έργο τέχνης οφείλει εν μέρει την γένεσή του (θετικά είτε αρνητικά) και σε ένα άλλο, προγενέστερο έργο άλλου τεχνίτη. Όσο για εκείνους που επαίρονται ως αυτοδίδακτοι, ο «πρωτόγονος» Hemingway τους έχει βάλει μια για πάντα στην θέση τους, παρατηρώντας: «Δεν βλέπω γιατί καμαρώνουν που είχαν τόσο κακό δάσκαλο...».
            Ωστόσο, το αξιοσημείωτο, εδώ, είναι πως τα ποιήματα αυτά δηλώνουν, κατά το πλείστον, για πατέρα τους τον «πολιτικό» Καβάφη –όπως μας έπεισε να τον ονομάζουμε ο Στρατής Τσίρκας– ενώ, ομολογουμένως, ο πρωτεϊκός Γέρος έχει πλήθος άλλες όψεις, από τις οποίες, σε πιο σεμνότυφα χρόνια, επικρατέστερη φαινόταν η ηδονική. Αξιοσημείωτο, όχι αξιοπερίεργο. Το βιβλίο, μας έχουν πει, είναι ένας καθρέφτης παράξενος: καθρεφτίζει όχι μονάχα τον συγγραφέα και την εποχή του, μα και τον εκάστοτε αναγνώστη και την δική του εποχή. Έτσι, σε εποχές αναστολής των φυσικών πολιτικών λειτουργιών, επόμενο είναι να διαπιστώνεται μια υπερτροφία της πολιτικής ευαισθησίας, ως αντιστάθμισμα. Εύλογα, λοιπόν, στα χρόνια μας, αντικρίζουμε κάπως αποκλειστικά τον «πολιτικό» Καβάφη – ο οποίος, εξ άλλου, ταυτίζεται με τον «ιστορικό», πάντως για όσους αναγνωρίζουν «πως η ιστορία είναι η πολιτική του παρελθόντος και η πολιτική η ιστορία του μέλλοντος».
 
 
Σχετικός με τον «ιστορικό», αλλά διόλου ταυτόσημος, είναι ο «κοινωνικός» Καβάφης. Αγκαλά και η ποίησή του, ως κοινωνικό φαινόμενο, έχει κατά κόρον συζητηθεί (και κάποτε κωμικοτραγικά παρερμηνευθεί από αδρανείς κριτικούς), πολύ λιγότερο έχει προσεχτεί ως κρυστάλλωμα κοινωνικής παρατήρησης και ενέργειας (στο σημείο αυτό χρωστώ να μνημονεύσω, ανάμεσα στις λιγοστές οξυδερκείς και θαρρετές εξαιρέσεις, τον ψευδώνυμο Μανόλη Λαμπρίδη).10
            Ξεχνούμε, π.χ., ότι από το 1909 ως το 1918 ο ποιητής συνεργαζόταν αποκλειστικά στα δυο αλεξανδρινά περιοδικά, τα Γράμματα και την Νέα Ζωή, που είχαν για κύριο ιδεολογικό συνεργάτη τους τον Γ. Σκληρό11 (Το κοινωνικόν μας ζήτημα, 1907 – Τα σύγχρονα προβλήματα του Ελληνισμού, 1919). Διαξιφιζόμαστε ατέρμονα μπρος στα «Τείχη» ή απαγγέλλουμε δημοσία το «Ας φρόντιζαν», αλλά ένα ποίημα σαν το «Μέρες του 1909, ’10 και ’11», βαρύ από την διαπίστωση της ανθρώπινης σπατάλης (άλλοι θα την ονόμαζαν «αλλοτρίωση»), το προσπερνούμε είτε το κατατάσσουμε μηχανικώς στα «ηδονικά»:
 
 
            ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1909, ’10 ΚΑΙ ’11            
            Ενός τυραννισμένου, πτωχοτάτου ναυτικού
            (από νησί του Αιγαίου Πελάγους) ήταν υιός.
            Εργάζονταν σε σιδερά. Παληόρουχα φορούσε.
            Σχισμένα τα ποδήματά του της δουλειάς κ’ ελεεινά.
            Τα χέρια του ήσαν λερωμένα από σκουριές και λάδια.
           
            Το βραδυνό, σαν έκλειε το μαγαζί,
            αν ήταν τίποτε να επιθυμεί πολύ,
            καμιά κραβάτα κάπως ακριβή,
            καμιά κραβάτα για την Κυριακή,
            ή σε βιτρίνα αν είχε δει και λαχταρούσε
            κανένα ωραίο πουκάμισο μαβί,
            το σώμα του για ένα τάλληρο ή δυο πουλούσε.
           
            Διερωτώμαι αν στους αρχαίους καιρούς
            είχεν η ένδοξη Αλεξάνδρεια νέον πιο περικαλλή,
            πιο τέλειο αγόρι από αυτόν – που πήε χαμένος:
            δεν έγινε, εννοείται, άγαλμά του ή ζωγραφιά·
            στο παληομάγαζο ενός σιδερά ριχμένος,
            γρήγορ’ απ’ την επίπονη δουλειά,
            κι από λαϊκή κραιπάλη, ταλαιπωρημένη, είχε φθαρεί.
 
            Και όμως, τούτο το ποίημα είναι που έδωσε αφορμή στον Σεφέρη να σημειώσει για τον Καβάφη: «Δεν ξέρει κανείς, διαβάζοντάς τον, αν ένας νέος που δουλεύει σ’ ένα φτωχό σιδεράδικο της σημερινής Αλεξάνδρειας δεν πρόκειται να πάει το βράδυ στα χαμαιτυπεία όπου διασκεδάζουν οι υπήκοοι του Πτολεμαίου Λαθύρου».12 Και η έμφαση δεν είναι τόσο στα χαμαιτυπεία, όσο στο παρατσούκλι του άθλιου Πτολεμαίου: Λάθυρος, δηλ. Φάβας.
            Ιδίως για όσους θα είχαν την διάθεση να εμβαθύνουν το θέμα του «κοινωνικού» Καβάφη, δημοσιεύω παρακάτω δυο άγνωστα σημειώματά του, από το αρχείο του, τα οποία είχα παλαιότερα ανακοινώσει προφορικώς.13
            Το πρώτο σημείωμα, ρίχνει έναν κοινωνικό φωτισμό, απροσδόκητα βίαιο, στον τάχα απλώς αισθησιακό λαϊκισμό ορισμένων όψιμων ποιημάτων του Καβάφη, αλλά και στον δήθεν αποκλειστικά «αισθητικόν» αριστοκρατισμό πολλών ιστορικοφανών συνθέσεών του:
 
            Με αρέσει και με συγκινεί η εμορφιά του λαού, των πτωχών νέων. Δούλοι, εργάται, μικροϋπάλληλοι του εμπορίου, υπάλληλοι των μαγαζιών. Είναι η αμοιβή, θαρρείς, για τες υστερήσεις των. Η πολλή δουλειά και η πολλή κίνησις τους κάμνουν λεπτά και συμμετρικά τα σώματα. Είναι σχεδόν πάντα λιγνοί. Τα πρόσωπά τους, ή άσπρα όταν η εργασία τους είναι μες σε μαγαζιά, ή ηλιοκαμένα όταν είναι έξω, έχουν ένα συμπαθητικό, ποιητικό χρώμα. Είναι μια αντίθεσις στους πλουσίους νέους που είναι ή αρρωστιάρηδες και φυσιολογικώς βρώμικοι, ή με πάχητα και με λίγδες απ’ τα πολλά φαγιά και τα πιοτά και τα παπλώματα· θαρρείς που στα πρησμένα ή στα ζουρωμένα μούτρα τους φανερώνεται η ασχημία της κλεψιάς και της ληστείας των κληρονομιών και των τόκων των.
 
29.6.’08
 
 
            Το δεύτερο σημείωμα φανερώνει σαφέστατα και την μετρημένη αυτοσυνείδηση του Καβάφη και την κοινωνική του εγρήγορση, μα ιδίως την παραδειγματική αντίληψή του για την δραστικότητα του λόγου, ακόμη και του προφορικού:
 
            Συχνά παρατηρώ τι λίγη σπουδαιότητα που δίδουν οι άνθρωποι στα λόγια. Ας εξηγηθώ. Ένας απλούς άνθρωπος (με απλούς δεν εννοώ βλαξ: αλλά όχι διακεκριμένος) έχει μιαν ιδέα, κατακρίνει έναν θεσμόν ή μιαν γενικήν γνώμην· ξεύρει ότι η μεγάλη πλειοψηφία σκέπτεται αντιθέτως προς αυτή, ως εκ τούτου σιωπά, θαρρώντας πως δεν ωφελεί να ομιλήση, στέκοντας που με την ομιλία του δεν θ’ αλλάξει τίποτε. Είναι ένα μεγάλο λάθος. Εγώ πράττω αλλέως. Κατακρίνω λ.χ. την θανατικήν ποινήν. Μόλις τύχει ευκαιρία, το κηρύττω, όχι διότι νομίζω ότι επειδή θα το πω εγώ θα την καταργήσουν αύριον τα κράτη, αλλά διότι είμαι πεπεισμένος ότι λέγοντάς το συντείνω εις τον θρίαμβον της γνώμης μου. Αδιάφορον εάν δεν συμφωνεί κανένας μαζί μου. Ο λόγος μου δεν πάγει χαμένος. Θα τον επαναλάβει ίσως κανείς και μπορεί να πάγη σε αυτιά που να τον ακούσουν και να ενθαρρυνθούν. Μπορεί από τους μη συμφωνούντας τώρα, να το θυμηθή κανένας – εις ευνοϊκήν περίστασιν – εις το μέλλον, και, με την συγκυρίαν άλλων περιπτώσεων, να πεισθή, ή να κλονισθή η εναντία του πεποίθησις. – Έτσι και εις διάφορα άλλα κοινωνικά ζητήματα, και εις μερικά που κυρίως απαιτείται Πράξις. Γνωρίζω που είμαι δειλός και δεν μπορώ να πράξω. Γι’ αυτό, λέγω μόνον. Αλλά δεν νομίζω που τα λόγια μου είναι περιττά. Θα πράξει άλλος. Αλλά τα πολλά μου τα λόγια – εμού του δειλού – θα τον ευκολύνουν την ενέργειαν. Καθαρίζουν το έδαφος.
 
19.10.1902
 
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. Κώστα Βάρναλη, Οργή Λαού, 1975, σ. 26-27.
 
2. Βλ. Επιθεώρηση Τέχνης, Αφιέρωμα, σ. 634.
 
3. Η δεύτερη έκδοση τούτης της συλλογής (Κέδρος, 1966) περιέχει σημαντικές προσθήκες στο τρίτο μέρος της («Μικρογραφίες», «Στον Ελληνικό Λαό», «Το ‘Ναι’ της Ιστορίας») καθώς και στο τελευταίο («Τα συνηθισμένα», «Στο Στρατή Τσίρκα», «Ο Ακαδημαϊκός Καραμπουζούκης»).
 
4. Οι λογοτεχνικές σχέσεις Καβάφη-Βάρναλη χρονολογούνται τουλάχιστον από το 1911· βλ. Σαββίδης, Εκδόσεις, σ. 220. Είναι γνωστό, εξ άλλου, ότι το 1925 ο Καβάφης υπέγραψε διαμαρτυρία για την παύση του Βάρναλη· βλ. Γ.Κ. Κατσίμπαλη, Βιβλιογραφία Κ.Π. Καβάφη, 1943, αρ. 163.
            Από πλευράς Βάρναλη, πέρα από τα γνωστά δοκίμια και άρθρα για τον Αλεξανδρινό (βλ. Άνθρωποι, Κέδρος, 1958, σ. 71-78, και Αισθητικά-Κριτικά, Β΄, Κέδρος, 1958, σ. 191-194), σώζονται, από την βιβλιοθήκη του Καβάφη, στην κατοχή μου, αφιερωμένα αντίτυπα του Η αληθινή απολογία του Σωκράτη, 1931, και της δεύτερης έκδοσης του Το φως που καίει, 1933.
            Δεν ξέρω αν έχει προσεχτεί αρκετά το κοινό κλίμα αισθητισμού και ηδονισμού των δύο ποιητών (ιδίως στα χρόνια 1910-1920) καθώς και η παράλληλη σατιρική τους διάθεση. Και υποπτεύομαι πως ο «Συμεών» του Καβάφη (Ανέκδοτα Ποιήματα, σ. 175-177) δεν δημοσιεύτηκε από τον ποιητή, γιατί στο μεταξύ είδε το φως ο «Στυλίτης» του Βάρναλη (1918;). Κάποτε θα πρέπει να γραφεί ένα δοκίμιο με τίτλο «Καβάφης-Βάρναλης· παράλληλοι».
 
5. Η «σύνθεση» αυτή της κ. Καρέλλη δημοσιεύτηκε στην Νέα Πορεία, ΙΖ΄, σ. 197-200, Ιούλιος-Οκτώβριος 1971, σ. 100-105. [Τα επτά ποιήματα της σύνθεσης («Η Μετάφραση των Εβδομήκοντα», «Η Καλλιξένα», «Απισιοδοξία», «Κυνίσκα...», «Φόβος εν ηδονή», «Η αντοχή του κυττάρου», «Τούτη η επίμονη μουσική...») περιλαμβάνονται σε τελείως διαφορετική κατάταξη στις συλλογές Το Σταυροδρόμι (1973) και Ημερολόγιο 1955-1973 που αποτελούν τα δύο τελευταία μέρη της συγκεντρωτικής έκδοσης Τα Ποιήματα, Β΄, 1973.]
 
6. Γιάννης Ρίτσος, Πέτρες-Επαναλήψεις-Κιγκλίδωμα, Κέδρος, 1972. Υπενθυμίζω πως στα 1963 ο κ. Ρίτσος είχε εκδώσει τα 12 ποιήματα για τον Καβάφη· ξαναδιαβάζοντάς τα τώρα, βρίσκω πως η καβαφική επίδραση, ανεξάρτητα από το θέμα, είναι ολότελα εξωτερική σε σύγκριση μετα ποιήματα των Επαναλήψεων. [Το θέμα Καβάφης-Ρίτσος εξετάζεται διεξοδικά από τα μελετήματα του Γιώργου Βελουδή (σ. 173-194) και του Massimo Peri (σ. 258-275) στον συλλογικό τόμο Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο, 1981.]
 
7. Ολόκληρος ο τίτλος του ποιήματος είναι «Κυνίσκα η Σπαρτιάτις και η εκ Μακεδονίας Βελεστίχη: ιπποτρόφοι». Η πολιτική αιχμή νομίζω πως υπάρχει στους τρεις τελευταίους στίχους:
 
            Τότε, νίκησε στην Ολυμπία.
            Τ’ όνομά της στην ιστορία έμεινε,
            πρώτη Ολυμπιονίκις, η μοναδική,
 
            γιατί πολύ αργότερα ενίκησαν οι πώλοι
            της Βελεστίχης,
            ερωμένης Πτολεμαίου του Φιλάδελφου.
 
            Οι στίχοι αυτοί, πιστεύω, προεκτείνουν τις αρμονικές του «Εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα» (1921) που και αυτό προϋποθέτει το «Δημητρίου Σωτήρος» (1919).
 
8. Βλ. Σαββίδης, Εκδόσεις, σ. 105.
 
9. Βλ. Σεφέρης, Δοκιμές, Β΄, σ. 19.
 
10. Βλ. το μελέτημά του «Il gran rifiuto (Καβάφης-Βάρναλης-Καρυωτάκης και η παρακμή)», Επιθεώρηση Τέχνης, Β΄, 7, Ιούλιος 1955, σ. 29-42 [=Μανόλης Λαμπρίδης, Il gran rifiuto, 1979, σ. 31-69.]
 
11. Για τις σχέσεις Καβάφη-Σκληρού, βλ. Σαββίδης, Εκδόσεις, σ. 196, σημ. 8, και σ. 223, 226. [Για δημόσια αναφορά του Καβάφη στον Σκληρό, βλ. Πεζά, σ. 142· επίσης βλ. Γ.Π. Σαββίδης, «Ο Καβάφης συντάκτης μαθητικής ανθολογίας δημοτικών τραγουδιών» (1982), Μικρά Καβαφικά, Β΄, Ερμής, 1987, σ. 207-246 και «Νεοαλεξανδρινές εντυπώσεις» (1984), ό.π., σ. 335-340.
 
12. Σεφέρης, Δοκιμές, Β΄, σ. 76.
 
13. Τα σημειώματα αυτά, μαζί με άλλα 25, αποτελούν μια ομοειδή σειρά που, στο μεγαλύτερο μέρος της παραμένει ανέκδοτη, μολονότι επανειλημμένα ανακοινώθηκε ολόκληρη δημόσια: στην Αθήνα, στην Θεσσαλονίκη, στην Καβάλα, στα Γιάννενα, στο Ηράκλειο κλπ. [Βλ. τώρα Γ.Π. Σαββίδης, «Ανέκδοτα σημειώματα ποιητικής και ηθικής» (1963), Μικρά Καβαφικά, Β΄, Ερμής, 1987, σ. 89-146.

Mικρά καβαφικά, A΄, Eρμής, 1985