Γ.Π. Σαββίδης, «Ήταν χριστιανός ο Kαβάφης;» (1973)Άρθρα
Εκτύπωση
Θετικότερην επέτειο, για την ιστορία του νεότερου ελληνικού πνεύματος, δεν γνωρίζω άλλην, αυτόν τον μήνα, από την 29η Απριλίου: σαν αύριο, πριν 110 χρόνια, γεννιόταν το παιδί που έμελλε να γίνει ο ποιητής Κ. Π. Καβάφης – και σαν αύριο πάλι, εδώ και σαράντα χρόνια, ο ίδιος άνθρωπος, γέρος μα διόλου γερασμένος, δρασκελούσε πια το κατώφλι της αθανασίας.
     Ανάμεσα σε εκείνους που πρώτοι διέγνωσαν την ιδιοφυΐα του, δικαίως μνημονεύονται ξεχωριστά ο Γρηγόριος Ξενόπουλος και ο Μόργκαν Φόρστερ. Ο πρώτος, στα 1903, με βάση 13 ποιήματα όλα-όλα και μια προσωπική γνωριμία με τον ποιητή, είχε το σθένος να αναγγείλει δημόσια στο Πανελλήνιο την γένεση μιας νέας, τελείως ιδιότυπης ποιητικής φωνής. Ο άλλος, το 1919, με βάση ολίγες μεταφράσεις, αλλά χάρη στον πνευματικό δεσμό του με τον άνθρωπο, αποκάλυψε στο διεθνές αγγλόφωνο κοινό την ύπαρξη μιας «λοξής» ματιάς που –για πρώτη φορά ύστερα από αιώνες – διαπερνούσε τα όρια της ελληνικής γλώσσας.
     Η γραμματολογική δικαιοσύνη απαιτεί, σε τούτα τα δύο τιμημένα ονόματα, να προστεθεί ένα τρίτο: του μεγάλου μας ποιητή-κριτικού, που –άσχετο αν αργότερα μερικοί άτσαλοι οπαδοί του καβαφικού θιάσου (όπως και κάποιοι δικοί του, άλλωστε) τον έσπρωξαν σε άχαρο πετροπόλεμο με τον Αλεξανδρινό – πρώτος διέκρινε και διετύπωσε, εναργέστερα και από τους δύο προηγούμενους, την βασική δομή του καβαφικού έργου. Ο τρίτος αυτός άνθρωπος, που ετιμήσαμε την 30ή επέτειο του θανάτου του εδώ και δύο μήνες, ήταν βέβαια ο Παλαμάς.
     Η κατάθεσή του, δημοσιευμένη σε μια σειρά επιφυλλίδων της εφημερίδας Ελεύθερος Λόγος (30 Ιουνίου 1924), δεν έχει, νομίζω, μελετηθεί ως τώρα και γι’ αυτό δεν διστάζω να αντιγράψω εδώ το καίριο παράθεμα από τον δωδέκατο τόμο των Απάντων Κωστή Παλαμά (σ. 174). Με αφορμή ένα από τα πιο σκανδαλώδη ερωτικά ποιήματα του Καβάφη, το «Να Μείνει», ο Παλαμάς σημειώνει με όλο το κύρος των 65 του χρόνων:
 
     ...Είναι το ποίημα εύκολο αυτοσχεδίασμα πρωτόπειρου νεανίσκου παρασυρμένου από τα πρώτα του διαβάσματα, θαρρεμένου από την επικοινωνία προς ποιητικά σχεδιάσματ’ ανταποκρινόμενα στους οργασμούς του; Ή είναι το μαγικό ακολούθημα τραγουδιού μαζί εμπνευσμένου και μελετημένου, που κομματιαστά και λίγο-λίγο φανερώνεται και όμως είναι ένα, και στην ουσία του και στο σχήμα του, αν το προσέξει κανείς υπομονετικά και το κοιτάξει στο σύνολό του από την απόσταση που του ταιριάζει, με χαραχτήρα και με μορφή, αξιοσπούδαστα; Η διάκριση του δεύτερου είδους νομίζω πως ανάγκη να γίνεται για την ποίηση του κ. Καβάφη, αν θέλουμε ν’ αποφεύγουμε δυο παραστρατίσματα που οδηγούνε στην ακρισία: την ενθουσιαστική ξιπασιά και την καταφρονετική με τον περίγελο άρνηση...
 
 
Η ενότητα του καβαφικού έργου, συνδυασμένη με την φετινή σύμπτωση της ιερότερης εορτής της Χριστιανοσύνης και της διπλής επετείου του ποιητή, με οδηγεί να ξαναθέσω ένα ερώτημα, στο οποίο είχα αποκριθεί επιφυλακτικά πριν δέκα χρόνια: Ήταν άραγε Χριστιανός ο άνθρωπος που έλεγε στον Στρατή Τσίρκα:
 
Είμαι κι εγώ Ελληνικός, Προσοχή, όχι Έλλην, ούτε Ελληνίζων, αλλά Ελληνικός.
 
     Οφείλω ευθύς να υπομνήσω πως λόγιοι πολύ οξυδερκέστεροι από εμένα – ο Άγρας, ο Δημαράς, ο Παπατσώνης, ο Σπιέρος (Καλαμάρης) – είχαν, ενόσω ζούσε ο Καβάφης, αποκριθεί καταφατικά στο ερώτημα αυτό. Eνδεικτικά, μνημονεύω την βεβαίωση του κ. Δημαρά για την «χριστιανική του πίστη, της οποίας η ύπαρξη δεν μπορεί πια να αμφισβητηθεί στο σημείο όπου έφθασαν σήμερα οι καβαφικές μελέτες» (περ. Ο Κύκλος, 1932, σελ. 86).
     Προσωπικά, ομολογώ πως δεν επείστηκα για την ασφάλεια αυτού του ισχυρισμού παρά μετά το 1963, όταν ερευνώντας πιο συστηματικά το Αρχείο Καβάφη, βρήκα, ανάμεσα στα ανέκδοτα ποιήματα που εξέδωσα το 1968, τρία που αποτελούσαν αδιάψευστα τεκμήρια: «Το Μετέπειτα» (1892), «Εν τω Κοιμητηρίω» (1893) και «Τρόμος» (1894). Παραθέτω εδώ το πρώτο, και γιατί πάλι θεωρώ πως δεν έχει προσεχτεί αρκετά, αλλά και γιατί είναι η πιο άμεση ομολογία πίστεως του τριαντάχρονου ποιητή:
 
     ΤΟ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ
    
     Πιστεύω το Μετέπειτα. Δεν με πλανούν ορέξεις
     της ύλης, ή του θετικού αγάπη. Δεν είν’ έξις
     αλλ’ ένστικτον. Θα προστεθή η ουρανία λέξις
    
     εις της ζωής την ατελή, την άλλως άνουν φράσιν.
     Ανάπαυσις και αμοιβή θέλουν δεχθή την δράσιν.
     Ότε διά παντός κλεισθή το βλέμμα εις την Πλάσιν,
    
     θα ανοιχθή ο οφθαλμός ενώπιον του Πιλάτου.
     Κύμα αθάνατον ζωής θα ρεύση εξ εκάστου
     Ευαγγελίου του Χριστού – ζωής αδιασπάστου.
 
     Ύστερα από μιαν τέτοιαν απερίφραστη μαρτυρία, νομίζω πως δεν χωρεί πια καμιά επιφύλαξη και πως είμαστε υποχρεωμένοι, να διαβάζουμε με αναδρομικό χριστιανικό φωτισμό κάθε ποίημα του Καβάφη που έχει σχέση με την θρησκεία, παγανιστική είτε χριστιανική. Και με τούτον τον φωτισμό, το στατιστικό εύρημα του Κυριάκου Ντελόπουλου, στο χρήσιμο βιβλίο του Ιστορικά και άλλα πρόσωπα στην ποίηση του Καβάφη (1972 [31980]), αποκτά απόλυτη σημασία.
     Συνοψίζοντας τα δεδομένα της έρευνάς του, ο κ. Ντελόπουλος μας πληροφορεί ότι τα τρία πρόσωπα, ασχέτως κατηγορίας (δηλ. ιστορικά, μυθολογικά, φανταστικά, φιλολογικά), που εμφανίζονται συχνότερα στα ποιήματα του Καβάφη, είναι, κατά σειρά συχνότητας: 1. Ο Ιησούς Χριστός, 2. Ο Απόλλων, και  3. Ο Ιουλιανός.
 
 
Η σύγκρουση παγανισμού και χριστιανισμού, όπως και του Ελληνισμού με τη Ρώμη, βρίσκονται από ενωρίς στο κέντρο της ιστορικής αίσθησης του Καβάφη. Ο Αναμορφωτής και Παραβάτης Ιουλιανός – με «τες περί των ψευδών θεών αερολογίες του, τες ανιαρές περιαυτολογίες· την παιδαριώδη του θεατροφοβία· την άχαρι σεμνοτυφία του» – δεν είναι μονάχα Αντίχριστος αλλά και Ανθέλλην: η χειρότερη εκδοχή του «πόντιφεξ μάξιμους», ο πρόδρομος του καισαροπαπισμού ή των νεότερων ολοκληρωτικών ορθοδοξιών.
     «Σοφοί δε προσιόντων αισθάνονται». Ο Καβάφης στρέφεται προς την Ιστορία, όχι σαν φυγάς από το παρόν, μα για να αντικρίσει νηφαλιότερα το επερχόμενο μέλλον. Σε αυτήν την προοπτική, πιστεύω (ακολουθώντας τον Σεφέρη), ολοκληρώνεται η ιστορική διάσταση ποιημάτων όπως «Ο Θεόδοτος». Ο Καβάφης, σχολιάζοντας το ποίημα αυτό, διευκρίνισε πως στο πρώτο μέρος συμβολίζει τον Καίσαρα (τον όποιο Καίσαρα), ενώ στο δεύτερο μέρος «αποτείνεται εις πάντα»:
 
     Αν είσαι απ’ τους αληθινά εκλεκτούς,
     την επικράτησί σου κοίταζε πώς αποκτάς.
     Όσο κι αν δοξασθείς, τα κατορθώματά σου
     στην Ιταλία και στην Θεσσαλία
     όσο κι αν διαλαλούν η πολιτείες,
     όσα ψηφίσματα τιμητικά
     κι αν σ’ έβγαλαν στη Ρώμη οι θαυμασταί σου,
     μήτε η χαρά σου, μήτε ο θρίαμβος θα μείνουν,
     μήτε ανώτερος – τι ανώτερος; – άνθρωπος θα αισθανθείς,
     όταν, στην Αλεξάνδρεια, ο Θεόδοτος σε φέρει,
     επάνω σε σινί αιματωμένο,
     του αθλίου Πομπηίου το κεφάλι.
    
     Και μη επαναπαύεσαι που στην ζωή σου
     περιωρισμένη, τακτοποιημένη, και πεζή,
     τέτοια θεαματικά και φοβερά δεν έχει.
     Ίσως αυτήν την ώρα εις κανενός γειτόνου σου
     το νοικοκερεμένο σπίτι μπαίνει –
     αόρατος, άυλος – ο Θεόδοτος,
     φέρνοντας τέτοιο ένα φρικτό κεφάλι.
 
     Πότε ακριβώς γράφηκεν «Ο Θεόδοτος» δεν είναι γνωστό. Ο Καβάφης το πρωτοδημοσίεψε στα 1915, αλλά από τα στοιχεία του αρχείου του προκύπτει πως το ποίημα υπήρχε ήδη από τον Οκτώβριο 1911. Τούτο μας επιτρέπει να εικάσουμε πως η γένεση του «Θεόδοτου» δεν ήταν άσχετη με το ακόλουθο ανέκδοτο (ως σήμερα) σημείωμα του ποιητή, που φέρει χρονολογία 10 Σεπτεμβρίου 1910:
 
     Τι απαίσιο πράγμα αυτές η νέες φιλοσοφικές ιδέες της σκληρότητος, του σωστού της υπερισχύσεως του δυνατού, του τάχα εξυγιαντικού έργου τής πάλης της εξαλείφουσας τους μικρούς και ασθενικούς κτλ. κτλ. Αφού πρέπει να ζήσουμε εν κοινωνία, αφού ο πολιτισμός απορρέει από αυτό, αφού δι’ αυτού του μέσου κατορθώσαμε και αντισταθήκαμε στες δυσχερέστατες βιοτικές περιστάσεις που περιστοίχισαν τα πρώτα την ανθρωπότητα – τι θα πουν αυτά τα τρελλά της σκληρότητος, της υπερισχύσεως κτλ. Αν στ’ αλήθεια τα πραγματοποιούσαμε, θα βλέπαμε ότι μας φέρουν την εκμηδένησι. Ένας δυνατός θα καταστρέψει, εμμέσως ή αμέσως, δέκα αδύνατους εδώ· ένας άλλος, δέκα αδύνατους εκεί, και ούτω καθεξής. Δεν θα μείνουν παρά δυνατοί. Εξ αυτών θα είναι μερικοί λιγότερο δυνατοί. Αυτοί – σαν ξεχασθούν ή εκλείψουν οι αδύνατοι οι πριν – θα είναι οι αδύνατοι· πρέπει να καταστραφούν κι αυτοί, δέκα-δέκα ή πέντε-πέντε ή δύο-δύο. Ώσπου να μείνει μονάχος του ο δυνατότατος ή οι ολίγοι ισοδύναμοι. Αλλά πώς θα ζήσουν, έτσι; Όχι η σκληρότης· αλλά η Επιείκεια, η Λύπη, η Παραχώρησις, η Καλοσύνη (αυτά, βέβαια, συνετώς, χωρίς υπερβολές), είναι και η Δύναμις και η σοφία.
 
     Δεν είμαι αρμόδιος να κρίνω αν το σημείωμα αυτό «συνάδει ή απάδει προς τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη». Το μόνο που μπορώ να βεβαιώσω είναι πως σώζεται γραμμένο ελληνικά, με το χέρι του Καβάφη, και πως δεν μου φαίνεται αταίριαστο προς τις θεμελιακές αρχές της φιλελεύθερης χριστιανικής ηθικής.

Mικρά καβαφικά, A΄, Eρμής, 1985