Nάσος Bαγενάς, [ H ειρωνική γλώσσα του Kαβάφη ] (1979)Άρθρα
Εκτύπωση
Όμως το σημείο στο οποίο δοκιμάζεται η κριτική του Σεφέρη είναι η ποίηση του Καβάφη. Η περίπτωση του Αλεξανδρινού είναι πιο περίπλοκη από εκείνη του Κάλβου, γιατί καλύπτεται λιγότερο από τη θεωρία του Σεφέρη για τη λειτουργία της συγκινησιακής γλώσσας. Ώς το 1941 η γνώμη του Σεφέρη για την καβαφική ποίηση φαίνεται αρνητική. Ο Καβάφης είναι «ένας τεχνουργός ψυχρών και τυχαίων παρνασσικών πορτραίτων»,1 μια άποψη που ενισχύεται από το γεγονός ότι η γλώσσα του Καβάφη δεν είναι η αισθησιακή γλώσσα που απαιτεί ο Σεφέρης από έναν ποιητή. Ωστόσο η ξαφνική αποκρυπτογράφηση ενος καβαφικού επιγράμματος (ότι το «Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες» δεν αναφέρεται στο παρελθόν αλλά είναι η έκφραση ενός συναισθήματος της εποχής λίγο πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή), αποκαλύπτει στον Σεφέρη έναν καινούργιο Καβάφη, έναν σύγχρονο ποιητή, «που βρήκε τον τρόπο να εκφράσει τα συναισθήματά του με τη μεγαλύτερη δυνατή συντομία και ένταση».2
            Είναι κυρίως αυτή η ανακάλυψη, και η συνειδητοποίηση ότι η ποίηση του Καβάφη είναι, περισσσότερο απ’ ό,τι φαίνεται «συγκινημένη», που αναγκάζει τον Σεφέρη να ερευνήσει τη φύση της. Είδαμε πως η άποψή του είναι ότι η ποίηση του Καβάφη λειτουργεί συγκινησιακά γιατί είναι ποίηση δραματική. Με το συμπέρασμα αυτό ο Σεφέρης φαίνεται να καλύπτει το ένα σκέλος του προβλήματος, το θέμα της γλώσσας του Καβάφη. Το θέμα της ευαισθησίας του το καλύπτει με μια περιγραφή από τον Έλιοτ (από το δοκίμιό του για τους μεταφυσικούς ποιητές). Η ποίηση του Καβάφη μεταδίδει συγκίνηση και για τον λόγο ότι η ευαισθησία του λειτουργεί μ’ έναν τρόπο ανάλογο μ’ εκείνον του Τζων Νταν ή του Τζωρτζ Χέρμπερτ: με «μια αισθησιακή σύλληψη της σκέψης, μια ανάπλαση της σκέψης σε αίσθημα».3 Ο Σεφέρης εξηγεί πώς εννοεί τις φράσεις αυτές του Έλιοτ: ο Καβάφης «σκέπτεται με την αίσθηση»,4 «αισθάνεται μέσα στη σκέψη του».5 Η γλώσσα του μεταδίδει συγκίνηση, γιατί η ευαισθησία του είναι «ένα αδιάλυτο κράμα αίσθησης και στοχασμού».6 Έτσι «και ο στοχασμός του ακόμη, με την ευαισθησία του εκφράζεται».7
            Με τις εξηγήσεις αυτές ο Σεφέρης αισθάνεται πως το πρόβλημα της ποίησης του Καβάφη έχει λυθεί. Όμως με τη λύση αυτή στην πραγματικότητα παρακάμπτει το όλο θέμα, γιατί οι εξηγήσεις του, στην ουσία τους, δεν είναι διαφορετικές από εκείνες που χρησιμοποιεί για να περιγράψει τον τρόπο, με τον οποίο δημιουργεί συγκίνηση η αισθησιακή γλώσσα, το πρόβλημα δεν είναι αν ο στοχασμός του Καβάφη εκφράζεται ή όχι με την ευαισθησία του (αν δεν εκφραζόταν μ’ αυτήν, δε θα υπήρχε λόγος να μιλάμε για τους στίχους του· τα ποιήματά του θα ήταν στιχουργημένες σκέψεις και όχι ποιήματα), αλλά πώς η ευαισθησία του κατορθώνει να εκφραστεί ακέραια μ’ ένα ρήμα, που θα περίμενε κανείς πως δε θα μπορούσε να εκφράσει παρά μόνο το ένα στοιχείο της, το διανοητικό· πώς δηλαδή το αίσθημα κατορθώνει να μεταδοθεί με μια γλώσσα από την οποία απουσιάζει ο «αισθησιασμός». Ούτε και η εξήγηση ότι η ποίηση του Καβάφη μεταδίδει συγκίνηση επειδή είναι δραματική, είναι αρκετή. Ότι ο δραματικός τρόπος σ’ αυτό το είδος της δραματικής ποίησης (δηλαδή το μη θεατρικό) δεν είναι το κυριότερο από τα στοιχεία που δημιουργούν συγκίνηση, και δεν είναι ικανός να παράγει μόνος τη συγκίνηση που απαιτείται, ώστε να μπορέσει μια γλώσσα να γίνει ποιητική, μας το δείχνουν αρκετά παραδείγματα από τους έλληνες ρομαντικούς και μερικά από τα ανέκδοτα ποιήματα του ίδιου του Καβάφη. Άλλωστε όλα τα παραδείγματα δραματικής ποίησης που αναφέρει ο Σεφέρης, είναι παραδείγματα ποίησης που μεταδίδει συγκίνηση χάρη στην επάρκεια όχι τόσο του δραματικού της στοιχείου όσο του γλωσσικού της αισθησιασμού. Η ποίηση του Έλιοτ είναι δραματική, όμως το δραματικό είναι μόνο ένα από τα «τρία χαρακτηριστικά στοιχεία της τεχνικής του». Αυτό που την κάνει ποίηση είναι κυρίως ο αισθησιασμός της γλώσσας της και το ότι ο Έλιοτ είναι προικισμένος με μεγάλη «ακουστική φαντασία»,8 που είναι το αντίστοιχο του σεφερικού «αρμονικού λόγου». Η ποίηση του Δάντη είναι δραματική, όμως το όραμα που παρουσιάζει είναι «τόσο θρεμμένο από οπτικές, ακουστικές, ή άλλες σαρκικές αισθήσεις», που μεταβάλλει σε πράγματα απτά ακόμη και τους αφηρημένους στοχασμούς του.9 Η ποίηση του Oμήρου είναι δραματική,10 όμως η αίσθηση της αφής στη γλώσσα του είναι ακόμα μεγαλύτερη από εκείνη του Δάντη. Ανάμεσα στη δραματική γλώσσα του Καβάφη και στη δραματική γλώσσα των παραπάνω ποιητών υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά, και αυτή δεν είναι άλλη από εκείνη που κάνει και τη διαφορά της ποίησης του Καβάφη με την τρέχουσα πεζολογία: το κενό που δημιουργεί η έκφρασή της.
            Ο συσχετισμός του τρόπου λειτουργίας της καβαφικής ποίησης μ’ εκείνον της ποίησης των άγγλων μεταφυσικών ποιητών είναι μια απλοποίηση του θέματος και για έναν άλλο λόγο. Ο Σεφέρης μεταφράζει το χωρίο του Έλιοτ λανθασμένα, συγχέοντας έτσι δύο διαδικασίες, που για τον Έλιοτ δε φαίνονται να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Η συντακτική διάταξη των φράσεων στη μετάφρασή του («μια άμεση αισθησιακή σύλληψη της σκέψης, μια ανάπλαση της σκέψης σε αίσθημα») δηλώνει, πως η δεύτερη είναι μια επεξήγηση της πρώτης, ότι δηλαδή οι δύο αυτές φράσεις σημαίνουν το ίδιο πράγμα. Όμως η «ανάπλαση της σκέψης σε αίσθημα» (ο Καβάφης «αισθάνεται μέσα στη σκέψη του») είναι, κάτι διαφορετικό από την «άμεση αισθησιακή σύλληψη της σκέψης» (ο Καβάφης «σκέπτεται με την αίσθηση»). Ενώ στο δεύτερο η σκέψη και το αίσθημα λειτουργούν ταυτόχρονα σαν μια άμεση συγκινησιακή εμπειρία (που είναι αυτονόητο πως δεν μπορεί να εκφραστεί παρά με γλώσσα αισθησιακή), στο πρώτο η συγκίνηση δημιουργείται έμμεσα, αφού προηγηθεί η σκέψη και ακολουθήσει η ανάπλασή της σε αίσθημα (κάτι που, κι αυτό, δεν μπορεί να υπάρξει σαν ποίηση, λυρική ή δραματική, αν η γλώσσα δε φτάσει σ’ έναν επαρκή βαθμό αισθησιασμού). Στο πρωτότυπο η διάκριση είναι σαφής. Στους μεταφυσικούς ποιητές, γράφει ο Έλιοτ, «υπάρχει μια άμεση αισθησιακή σύλληψη της σκέψης, ή μια ανάπλαση της σκέψης σε αίσθημα».11 Ο Καβάφης λειτουργεί με τον δεύτερο τρόπο. Όμως αυτό δεν είναι αρκετό για να δικαιολογήσει έναν συσχετισμό του με τους μεταφυσικούς ποιητές, γιατί οι ομοιότητές του σταματούν εδώ. Θα έλεγε κανείς πως δεν είναι καν ομοιότητες, αφού και η ανάπλαση της σκέψης σε αίσθημα στον Καβάφη δε γίνεται με τον ίδιο τρόπο. Αντίθετα με τη γλώσσα του Καβάφη, η γλώσσα των μεταφυσικών είναι και στην περίπτωση αυτή αισθησιακή. Οι ποιητές αυτοί, συνεχίζει ο Έλιοτ, «αισθάνονται τη σκέψη τους τόσο άμεσα όσο και το άρωμα ενός τριαντάφυλλου»,12 γιατί «Η διάνοιά τους βρίσκεται ακριβώς στις άκρες των αισθήσεών τους. Η εμπειρία των αισθήσεων γινόταν λέξη και η λέξη εμπειρία των αισθήσεων».13 Στον Καβάφη δε συμβαίνει κάτι τέτοιο, πράγμα που, όπως είδαμε, το υπογραμμίζει και ο ίδιος ο Σεφέρης: «Ο αισθησιασμός του, το αίσθημα αφής του Καβάφη, δεν μπορεί να ενσαρκωθεί στο στίχο του [...]. Στην καλύτερή του εποχή [...] υπάρχει πίσω από τη γλωσσική έκφραση».
            Θα πρέπει λοιπόν κάπου αλλού να βρίσκεται η πηγή της συγκίνησης στην ποίηση του Καβάφη. Και δε νομίζω ότι θα ήταν λάθος, αν την αναζητούσαμε στην καβαφική χρήση της ειρωνείας.
            Είναι η ειρωνεία, χάρη στην οποία η γλώσσα του Καβάφη μεταδίδει συγκίνηση. Ο Σεφέρης όταν παρατηρεί πως τα ποιήματα του Καβάφη τραβούν τη συγκίνηση διά του κενού, προσανατολίζεται προς την κύρια πηγή της, μολονότι δεν κατορθώνει να την εντοπίσει. Το κενό αυτό δεν είναι άλλο από το αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η ειρωνεία. Αν σκεφτεί κανείς πως το βασικό χαρακτηριστικό κάθε ειρωνείας είναι μια αντίθεση ανάμεσα σ’ ένα φαινόμενο και σε μια πραγματικότητα και πως το μεγαλύτερο και ωριμότερο μέρος του έργου του Καβάφη οικοδομείται πάνω σε τέτοιες αντιθέσεις, τότε το πρόβλημα της ποίησής του δεν είναι δύσκολο να λυθεί. Η ειρωνεία τραβάει τη συγκίνηση διά του κενού, γιατί λειτουργεί με τη φαινομενική απουσία, δηλαδή με τη δραστικότητα σκέψεων και συναισθημάτων που υπονοούνται ή αποσιωπούνται. Η ειρωνεία είναι βέβαια ένας διανοητικός τρόπος αντίληψης, που όμως συνοδεύεται από τα δικά του χαρακτηριστικά συναισθήματα και από τις δικές του συγκινήσεις. Σ’ ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό υπάρχει σε όλους τους μεγάλους ποιητές.14 Ωστόσο στον Καβάφη λειτουργεί με τέτοιον τρόπο, που θα μπορούσαμε να πούμε πως η ποίησή του είναι γραμμένη με γλώσσα ειρωνική.15
            Με τον όρο «ειρωνεία» και «ειρωνική γλώσσα» εννοώ το είδος της έκφρασης που δημιουργεί το χώνεμα της λεκτικής ειρωνείας του Καβάφη με τη δραματική του ειρωνεία. Με την πρώτη ο Καβάφης υποβάλλει νοήματα και αισθήματα που δε βρίσκονται στις λέξεις του, και που είναι διαφορετικά ή αντίθετα από το νόημα που αυτές εκφράζουν. Με τη δεύτερη δημιουργεί αντιθέσεις καταστάσεων που, υποβάλλοντας ή αποκαλύπτοντας την αληθινή όψη των πραγμάτων, αποδεικνύουν την ιδέα των ηρώων του για την πραγματικότητα μια τραγική αυταπάτη. Ακόμα και η παρουσία των φανταστικών προσώπων και των ιστορικών χαρακτήρων στα ποιήματά του, που χρησιμεύουν για να αναπαραστήσουν σύγχρονα συναισθήματα, είναι μια μορφή ειρωνείας, λεκτικής και, ταυτόχρονα, δραματικής. Ο Σεφέρης θα πρέπει να έχει στο μυαλό του το αποτέλεσμα της δραματικής ειρωνείας, όταν μιλάει για το δραματικό στοιχείο σαν πηγή συγκίνησης στην έκφραση του Καβάφη. Η σχέση της δραματικής ειρωνείας με το δράμα είναι πρωταρχική: η σύγκρουση ανάμεσα σε αντίθετες καταστάσεις, οι ξαφνικές μεταβολές της τύχης, η απροσδόκητη διάψευση των ελπίδων, αποτελούν τον πυρήνα της δραματικής αναπαράστασης. Όσο πιο πυκνή είναι η ανθρώπινη δράση στα ποιήματα του Καβάφη, τόσο πιο ειρωνική γίνεται η ατμόσφαιρά τους. Αλλά αυτό που κάνει την ειρωνεία του Καβάφη να διαφέρει από την ειρωνεία των άλλων ποιητών, δεν είναι τόσο η συχνότητα της δραματικής ειρωνείας του, όσο ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο συνδυάζει τη λεκτική με τη δραματική ειρωνεία του. Το χώνεμα των δύο αυτών στοιχείων είναι τόσο βαθύ και τόσο αδιάλυτο, και τα υποβαλλόμενα νοήματα τόσο πολλαπλά, ώστε η καβαφική γλώσσα να λειτουργεί με τον τρόπο ενός απορροφητήρα, αποσπώντας τη συγκίνηση του αναγνώστη με μια δύναμη ανάλογη με τη δύναμη της συγκίνησης που δημιουργεί η αισθησιακή γλώσσα.
            Η βασική πηγή της ειρωνείας είναι η διάσταση που αναπτύσσεται σε μιαν ευαισθησία ανάμεσα στη διάνοια και το αίσθημά της. Αυτός είναι ο κυριότερος λόγος, για τον οποίο η σύγκριση του Καβάφη με τους άγγλους μεταφυσικούς είναι ατυχής. Η ευαισθησία των ποιητών αυτών είναι ένα κράμα τόσο αδιάλυτο, που, για να χαρακτηρίσει ολόκληρη την έπειτα από αυτούς αγγλική ποιητική ευαισθησία, ο Έλιοτ δημιουργεί τον όρο «διάσπαση της ευαισθησίας» (disassociation of sensibility).16 Ο συγγραφέας που πάσχει από μια τέτοια διάσταση προσπαθεί πολλές φορές να την ξεπεράσει με την ειρωνεία. Είναι φυσικό ο βαθμός αυτού του διχασμού ν’ αντανακλάται στην έκφραση. Όσο μεγαλύτερη είναι η διάσπαση της ευαισθησίας του, τόσο με πιο ειρωνικό μάτι κοιτάζει τον κόσμο ένας δημιουργός και τόσο πιο ειρωνική γίνεται η γλώσσα του. Ο Καβάφης είναι, απ’ όσο ξέρω, το μοναδικό παράδειγμα σύγχρονου ποιητή, που η κύρια πηγή της συγκίνησής του είναι η ειρωνεία.17 Από πού προέρχεται ο διχασμός του, είναι κάτι που δε χρειάζεται να μας απασχολήσει εδώ. Θα αρκούσε μόνο ν’ αναφερθεί ότι η ειρωνεία του είναι μια αντανάκλαση του τρόπου ζωής του και ότι τα χαρακτηριστικά της ―ιδίως η αυτοειρωνεία― προδίδουν τη ρομαντική της φύση.
            Η γνώμη μου είναι ότι στην ποίηση ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί η γλώσσα να μεταδώσει συγκίνηση, όταν δε διαθέτει έναν επαρκή βαθμό αισθησιασμού, είναι ένας επαρκής βαθμός ειρωνείας (είναι χαρακτηριστικό ότι στα ποιήματα εκείνα που η ειρωνεία υποχωρεί ή δεν υπάρχει, ο Καβάφης ενισχύει τον αισθησιασμό της γλώσσας του με λέξεις λυρικότερες και με ρυθμικές επαναλήψεις). Αυτό θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε μια σειρά συλλογισμών: πως η ειρωνεία, σε μικρή ποσότητα, μπορεί να ενισχύει τη δραστικότητα της λυρικής γλώσσας· πως ο γλωσσικός αισθησιασμός, σε μικρή ποσότητα, μπορεί να ενισχύσει την ένταση της ειρωνικής γλώσσας· πως η δραματική ποίηση (Έλιοτ) δεν είναι παρά μια, σε γενικές γραμμές, ισόποση σύνθεση της λυρικής ποίησης με στοιχεία δραματικά· και πως η λεκτική ειρωνεία είναι το μόνο πράγμα στη δραματική ποίηση, που θα μπορούσε να αναπληρώσει την έλλειψη γλωσσικού αισθησιασμού. Επειδή όμως στην περίπτωση αυτή έχουμε την ενίσχυση του δραματικού στοιχείου της δραματικής ποίησης και, συνεπώς, την ενίσχυση της δραματικής ειρωνείας της, μ’ ένα πρόσθετο είδος ειρωνείας, που κάνει την ποίηση αυτή να διαφέρει από τη δραματική ποίηση που περιέγραψα, ίσως θα ήταν μεθοδικότερο να διακρίναμε την ποίηση αυτή μ’ ένα άλλο όνομα. Γι’ αυτό νομίζω πως θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση «ειρωνική ποίηση».
            Η ειρωνική ποίηση οδηγεί κι αυτή σ’ ένα είδος ποιητικής κάθαρσης μέσα από μια διαδικασία ανάλογη με τη διαδικασία της λυρικής και της δραματικής ποίησης. Οι δύο τελευταίες προσφέρουν στον αναγνώστη την κάθαρση με τη δημιουργία μέσα του αντίρροπων ψυχολογικών καταστάσεων, που γίνεται δυνατή χάρη κυρίως στην ενέργεια του συναισθηματικού φορτίου των λέξεων. Η ειρωνική ποίηση οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα με τη συσσώρευση των συγκινήσεων που παράγονται από τις αντιθέσεις που δημιουργεί η ενιαία ενέργεια της λεκτικής και της δραματικής ειρωνείας. Η διαφορά τους είναι διαφορά μέσων, το αποτέλεσμα όμως είναι το ίδιο. Οι λέξεις της ειρωνικής γλώσσας λειτουργούν κυρίως με το διανοητικό δυναμικό τους και, ακριβέστερα, με τη δύναμη της υπονοητικής τους ενέργειας. Αλλά το γεγονός ότι κατορθώνουν να προσφέρουν την κάθαρση, μιαν εμπειρία δηλαδή όχι μόνο διανοητική αλλά και συναισθηματική, δε θα πρέπει να θεωρηθεί σαν ένα παράδοξο. Η ειρωνική γλώσσα προσφέρει την κάθαρση γιατί δεν εκφράζει παρά συγκίνηση συμπυκνωμένη σε μια μορφή με διανοητικά χαρακτηριστικά· σε μια τέτοια μορφή (η οικονομικότερη μορφή), που στην επαφή της με τον αναγνώστη ν’ αποσυμπυκνώνεται ακαριαία και να παρασύρει τη συγκίνησή του με την ενέργεια μιας δίνης.
            Από την άποψη αυτή ο Καβάφης δεν είναι ούτε λυρικός ούτε δραματικός. Είναι ειρωνικός ποιητής. Η διάκριση αυτή δεν έχει φυσικά την πρόθεση να βαφτίσει ένα καινούργιο ποιητικό είδος. Θέλει μονάχα να υπογραμμίσει τη μοναδικότητα της ποιητικής φύσης του Καβάφη και να βοηθήσει σε έναν ακριβέστερο προσδιορισμό της. Η σχέση της ειρωνικής ποίησης με τη δραματική είναι βέβαια στενή. Θα μπορούσε να την παραβάλει κανείς με τη σχέση της μητρόπολης με την αποικία, ή με τη σχέση ενός κυρίαρχου κράτους μ’ ένα υποτελές, στο οποίο όμως έχει παραχωρηθεί μια ειδική αυτονομία. Όσο κι αν οι πολίτες του τελευταίου υπακούουν σε ορισμένους νόμους της μητρόπολης, αυτό που καθορίζει τη συμπεριφορά τους είναι η δύναμη των δικών τους συνηθειών και των δικών τους εθίμων. Ο Καβάφης δεν είναι Ρωμαίος. Είναι Αλεξανδρινός. Αν αυτό, αν η ειρωνική ποίηση επιχειρούσε ν’ αποχτήσει κάποτε την ολοκληρωτική της ανεξαρτησία, δε θα μπορούσε να ελπίζει σε μιαν επιβίωση, αν δεν τηρούσε έναν βασικό κανόνα: αν δεν απέφευγε τα μεγάλα ποιήματα. Επειδή η ειρωνεία λειτουργεί με την ελλειπτικότητα και τη συμπύκνωση, η αποτελεσματικότητά της είναι φυσικό να εξασθενεί, όταν το ποίημα εκτείνεται σε μήκος. Αυτός μου φαίνεται ο λόγος που ο Καβάφης επέμενε σε σύντομα ποιήματα, σε μιαν εποχή που η μακρόστιχη σύνθεση θεωρούνταν ακόμη προϋπόθεση της μεγάλης ποίησης.
 
 
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Δοκιμές 1, 330.
 
2. Δοκιμές 1, 330.
 
3. Δοκιμές 1, 342.
 
4. Δοκιμές 1, 344.
 
5. Δοκιμές 1, 377.
 
6. Δοκιμές 1, 341.
 
7. Δοκιμές 1, 442.
 
8. Δοκιμές 1, 38, 144.
 
9. Δοκιμές 2, 261-62.
 
10. Δοκιμές 1, 347.
 
11. Eliot, σ. 286. Η υπογράμμιση δική μου (παράβαλε το πρωτότυπο: «a direct sensuous apprehension of thought, or a recreation of thought into being»).
 
12. Eliot, σ. 287.
 
13. The Sacred Wood (London 1974· α´ έκδ. 1920), σ. 129.
 
14. Για τον Κλέανθ Μπρουκς όλη η ποίηση είναι ειρωνική, γιατί κάθε στοιχείο σ’ ένα ποίημα παθαίνει μια τροποποίηση, που είναι αποτέλεσμα της πίεσής του από τα συμφραζόμενα. (Cleanth Brooks, «Irony as a Principle of Structure», στο Literary Opinion in America, επιμέλεια Morton Zabel, New York, 1951, σ. 729-41).
 
15. Εκτός από τον Σεφέρη, οι πιο αξιόλογες περιγραφές της έκφρασης του Καβάφη έγιναν από τον Τέλλο Άγρα («Γραμματολογικά και άλλα», Νέα Εστία, 14 (1933), 756-63), τον Δ. Νικολαρεΐζη («Η διαμόρφωση του καβαφικού λυρισμού», όπ.π., σ. 768-73 = Δοκίμια κριτικής, 1962, σ. 167-80), και τον Γιάννη Δάλλα (O Καβάφης και η Ιστορία, 1974, σ. 129-32). Για την ειρωνεία στον Καβάφη βλ. Κλ. Παράσχος, «Η ειρωνία του Καβάφη», Καθημερινή, 8 Νοεμβρίου 1961 (=Νέα Εστία, 74 (1963), 1509-11), Mario Vitti, Storia della letteratura Neogreca, (Roma, 1971), σ. 309, 313, 328, και Γιώργος Βελουδής, «Η ειρωνεία στον Καβάφη», Χρονικό 78, σ. 64-68.
 
16. Selected Essays, σ. 288.
 
17. Το μοναδικό αντίστοιχο παράδειγμα στην πεζογραφία είναι, απ’ όσο ξέρω, ο Μπόρχες. Αισθάνομαι πως ορισμένα κοινά στοιχεία του Καβάφη με τον Μπόρχες θα μπορούσαν να εξηγηθούν από την κοινή εκτίμηση που διακρίνει κανείς στην έκφρασή τους για την ειρωνεία του Γίββωνα. Ειρωνική είναι, ώς ένα βαθμό, και η ποίηση της Μάριαν Μουρ. Ειρωνικό είναι, ακόμη, και το θέατρο του Μπρεχτ, στο βαθμό που απαιτεί ο ηθοποιός να μην ταυτίζεται με τον ήρωα που ενσαρκώνει, στο βαθμό δηλαδή που η αποστασιοποιημένη παράσταση δημιουργεί ένα συγκινησιακό κενό, που τείνει να το καλύψει ο ίδιος ο θεατής.

O ποιητής και ο χορευτής, Kέδρος, 1979