I.A. Σαρεγιάννης, «“Tο πιο τίμιο―την μορφή του”» (1944)Άρθρα
Εκτύπωση
Νόμιζα ότι είχα γνωρίσει πολύ τον Καβάφη, αλλ’ όταν κάθισα και μέτρησα, βρήκα μ’ έκπληξη πως τον συνάντησα πραγματικά μόνο τέσσερις ή πέντε φορές· μια το 1915 πριν φύγω φοιτητής για το Παρίσι, και τρεις ή τέσσερις φορές το 1929 σ’ ένα ταξίδι μου λιγόμερο στην Αλεξάνδρεια. Ύστερα τον είδα πολύ, όταν ήλθε στην Αθήνα, αλλ’ είχε παύσει να είναι πια ο Καβάφης. Το λιγνό του σώμα, οι ανήσυχες χειρονομίες του, τα τόσο εκφραστικά του μάτια τα μεγάλα, ήταν πάντα ίδια, αλλ’ είχε χάσει μια για πάντα το δώρο, που του είχαν χαρίσει οι θεοί, τον Λόγο. Οι λιγοστές του και λακωνικές του φράσεις, οι ατέλειωτες ερωτήσεις του, που γινόνταν για να μιλά άφθονα ο σύντροφός του και να ξεκουράζεται εκείνος, δεν έδιναν την υποψία τού τι καταπληκτικός και πλούσιος ομιλητής ήταν άλλοτε ο Καβάφης.
            Άμα διαβάζω τους φίλους του Mallarmé να προσπαθούν να περιγράψουν την άφθαστη γοητεία που ο ποιητής αυτός σκορπούσε γύρω του όταν μιλούσε, ο νους μου φυσικά πηγαίνει στον Καβάφη, που ήταν κι’ αυτός ένας γόης. Για μένα τουλάχιστον, οι δέκα ή δώδεκα ώρες που πέρασα κοντά του στα καλά χρόνια, εξακολουθούν και μου φαίνονται πάντα από τις πλουσιώτερες της ζωής μου. Πόσο λυπούμαι, που βγαίνοντας από το σπίτι του δε σημείωσα τα λεγόμενά του! Είμαι σχεδόν βέβαιος, πως αν ο Καβάφης είχε την τύχη να βρει έναν Eckerman, τα «Λόγια» του θα άξιζαν όσο και τα ποιήματά του. Αλλ’ αφού Eckerman δε βρέθηκε ή δε φαίνεται να έχει βρεθεί, ευχής έργον θα ήταν αν όσοι τον πλησίασαν, έγραφαν τώρα που είναι ίσως καιρός ακόμη, τις αναμνήσεις τους. Λέγω «ίσως», γιατί στην Αλεξάνδρεια από πολλά χρόνια τώρα, αφ’ ότου ζούσε ακόμη, γεννήθηκε ένας μύθος γύρω από το πρόσωπό του· από το μύθο αυτόν γεννήθηκαν πολλά απόκρυφα cavafiana, που δεν έχουν καμιά σχέση με τον άνθρωπο, και που συγχύζουν κάπως τη φυσιογνωμία του. Τα μόνα αυθεντικά του λόγια που καταχωρήθηκαν, μου φαίνεται τουλάχιστον, στο χαρτί, βρίσκονται στο βιβλίο του Μαλάνου και στο παράρτημά του. Το βιβλίο αυτό είναι πολύτιμο για τις άφθονες πληροφορίες του, αλλά θα ήταν και κάτι περισσότερο, ζωντανό και ίσως και ωραίο, αν δεν είχε γραφεί και με προθέσεις ηθικολογικές. Ο Μαλάνος δεν αντίκρυσε το αντικείμενο της μελέτης του με μόνη την περιέργεια, αλλά προσπάθησε να βρει σ’ αυτό, προ πάντων ελαττώματα και προτερήματα· και σαν όλους τους Προκρούστες πάσχισε πολύ να εφαρμόσει τον ποιητή ή τον άνθρωπο Καβάφη πάνω σ’ ένα κανόνα, σ’ ένα ιδεώδες αχνάρι, που όπως όλα τα κατασκευάσματα αυτού του είδους, είναι κι αυτό αναγκαστικά αχνάρι· δηλαδή κάτι το χάρτινο που θ’ αλλάξει με τη μόδα. Τι κρίμα που ο Μαλάνος δε σκέφθηκε τη συμβουλή του Sainte-Beuve: «un lorgnon et point de férule»...
 
            Το σπίτι του Καβάφη βρισκόταν σ’ ένα πάνω πάτωμα μισολαΐκής και ατημέλητης πολυκατοικίας. Μόλις έμπαινες, έβλεπες ένα διάδρομο φαρδύ, κατάφορτο με έπιπλα. Τοίχος πουθενά δε φαινόταν, παντού ήταν κρεμασμένοι πίνακες ζωγραφικής, και ιδίως κάτι ράφια ή αραβικές εταζέρες με άπειρα βάζα, μικρά, μεγάλα, ή και πελώρια ακόμη. Στο διάδρομο αυτόν ήταν αραδιασμένες στη γραμμή διάφορες πόρτες· η τελευταία άνοιγε στο σαλόνι όπου ο ποιητής δεχόταν τους επισκέπτες. Την αίθουσα αυτή πολύ θαύμαζα άλλοτε, άλλα ένα πρωί του 1929 περνώντας να πάρω κάτι συλλογές του που πρόκειτο να δώσω σε φίλους του στο Παρίσι, έμεινα πολλή ώρα μόνος στο δωμάτιο αυτό, και μπόρεσα ψυχρά να το αναλύσω. Μ’ έκπληξη για πρώτη φορά αντιλήφθηκα, πως ήταν κατάφορτο από τα πιο αλλοπρόσαλλα πράγματα: βελούδινες, ξεθωριασμένες πολυθρόνες, υφάσματα παλιά Μπουχάρας και Ινδιών στα παράθυρα και στον καναπέ, ένα γραφείο μαύρο με χρυσά, καρέκλες pliantes σαν αυτές που βρίσκονται στις αποικίες, στα bungalows, ράφια στους τοίχους και τραπέζια με άπειρα κολονάκια και σεντέφι, μια κόρη της Τανάγρας, βάζα κακόγουστα του 1900, χαλιά ανατολίτικα κάθε λογής, βάζα κινέζικα και ζωγραφιές κτλ. κτλ. Τίποτε το εξαιρετικό και το πραγματικά ωραίο δε διάκρινα· έτσι που ήταν μαζεμένα μου θύμισαν τα μαγαζιά, όπου πουλούν έπιπλα παλιά. Το ανεμομάζωμα αυτό ήταν άραγε γούστο της εποχής του; Ανάλογες περιγραφές σπιτιών είχα διαβάσει για τον Anatole France και τον Villiers de l’Isle Adam, που ήταν κ’ οι δυο αισθητικοί και έδιναν πολλή προσοχή στο γράψιμό τους. Αν τα διάφορα αυτά πράγματα τα διάλεξε και τα μάζεψε ο ίδιος ο Καβάφης ή τα κληρονόμησε, δεν ξέρω· το βέβαιο είναι πως πουθενά σ’ αυτά δεν αισθανόσουν το χέρι του, την πρόθεσή του. Φαντάζομαι πως θα τ’ αγάπησε μόνο σιγά-σιγά, με τον καιρό, καθώς σκεπάζονταν με σκόνη κι’ αναμνήσεις, καθώς θα έπαυαν πια να είναι, πράγματα και γινόντανε περιβάλλον.
            Πόσο φως, ή με περισσότερη ακρίβεια, πόση δόση φωτός έπρεπε να έχει το περιβάλλον του σπιτιού του, πολύ φαινότανε να απασχολεί τον Καβάφη. Γι’ αυτό ανησυχούσε διαρκώς, γι’ αυτό μεριμνούσε. Σαν φωτογράφος συχνά σηκωνότανε κι’ άνοιγε, έκλεινε, μισόκλεινε σε διάφορες γωνιές τα παραθυρόφυλλα, τραβούσε ή μισοτραβούσε τους μπερντέδες, άναβε ή μισοκατέβαζε το φως της λάμπας του πετρελαίου, πρόσθετε ή ξανάσβηνε ένα ή και περισσότερα κεριά, πρόσεχε κ’ υπέβαλλε με ευγένεια σε κάθε επισκέπτη πού θα καθίσει. Και όλες αυτές οι κινήσεις και οι απαιτήσεις φαίνονταν να έχουν ένα σκοπό, ένα προδιαγραμμένο σχέδιο, που ο ποιητής διαισθανόταν μάλλον παρά γνώριζε καλά, γιατί πολλές φορές διάκρινες στις κινήσεις του τη μεταμέλεια και τη δοκιμή. Το φως που ζητούσε κάθε φορά, δεν αντιπροσώπευε ένα ορισμένο κανόνα φωτισμού· η διάθεση της ημέρας, η διεύθυνση που ήθελε να δώσει στην κουβέντα, ή ίσως και τα παρόντα πρόσωπα θα του υπαγόρευαν σαν ανάγκη τον τόνο του φωτισμού της ημέρας ή της βραδυάς του.
 
            Το βιβλιοδετείο, ας το πούμε έτσι, του Καβάφη βρισκόταν στο σπίτι του. Ήταν ένα δωμάτιο γυμνό, που είχε, όταν το είδα, όλα τα παραθυρόφυλλα ανοικτά και τον ήλιον όλο μέσα. Ήταν γεμάτο με απλά τραπέζια, ή ίσως με τρίποδα και τάβλες απάνω. Εκεί βρισκόνταν σε διάφορες στίβες τα ποιήματά του· η κάθε στίβα αντιπροσώπευε ένα ποίημα. Όταν αποφάσιζε να στείλει μια συλλογή από τις τελευταίες του, καθόταν την παραμονή και πρόσθετε με το χέρι του στον τυπωμένο πίνακα των περιεχομένων τους τίτλους των ποιημάτων, που είχε γράψει στο μεταξύ. Την επομένη, ενώ μάζευε και έβαζε στη χρονολογική σειρά τα ποιήματά του, πήγαινε και ξαναπήγαινε κάθε φορά στο γραφείο του κ’ έσβηνε κ’ έγραφε την παραλλαγή που τώρα προτιμούσε. Πόσο λυπούμαι, που μ’ ελαφρά καρδιά συμβούλευα άλλοτε σε διάφορους γνωστούς μου στο Παρίσι να γράψουν του Καβάφη να τους στείλει τα ποιήματά του! Δε φανταζόμουν ποτέ, πως ήταν τόσο μεγάλη διαδικασία το να σταλεί ή να μη σταλεί μια συλλογή. Για τους δοκιμασμένους φίλους του, για κείνους που ήξευρε πως θα δέχονταν ανεπιφύλακτα και με χαρά τα νέα του έργα, δε δίσταζε, αμέσως αποφάσιζε να τα στείλει. Αλλά πώς να τα στείλει; Θα έπρεπε ασφαλώς να φθάσουν, να μην παραπλανηθούν, να μην πέσουν σε ξένα, ίσως βέβηλα, χέρια. Το ιδεώδες θα ήταν να βρισκόταν κανένας φίλος ταξιδιώτης, που θ’ αναλάμβανε να τα μεταφέρει και να τα δώσει ακριβώς, όπου έπρεπε. Για το άριστον αυτό ο Καβάφης ανέβαλλε και πάλι διαρκώς ανέβαλλε. Περνούσε όμως συχνά πολύς καιρός και τέτοιος ταξιδιώτης δεν βρισκόταν. Τότε, έπρεπε να σταλούν συστημένα με το ταχυδρομείο. Ο ποιητής όμως δεν είχε εμπιστοσύνη στις πρακτικές του ικανότητες, φοβόταν πως αν τα έστελνε ο ίδιος δεν θα έφθαναν. Έπρεπε να έβρισκε κάποιον έμπειρο, που θα έκανε το πακέτο, που θα το ταχυδρομούσε με ασφάλεια. Ποιος θα ήτανε αυτός ο τέλειος; Συχνά κατέφευγε στον Πάργα, που είχε περιοδικό και βιβλιοπωλείο και βέβαια θα ήξερε από τέτοια. Καλόν όμως του φαινότανε συχνά, αν η Αλεξάνδρεια δε μάθαινε, πως ο Καβάφης στέλνει τα έργα του στον Άλφα ή στον Βήτα. Γι’ αυτό ζητούσε έναν αδελφό, ή άλλο συγγενή του Άλφα και του Βήτα, μα συγγενή που δεν θα ήταν διανοούμενος, και που σαν έμπορος κι’ άνθρωπος πρακτικός θα έστελνε τα βιβλία με ασφάλεια πολλή και δίχως σούσουρα κ’ ηχώ.
            Πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα γεννιόταν, όταν κανένας μακρινός και άγνωστός του διανοούμενος του έστελνε τα βιβλία του. Καθήκον λογίου θεωρούσε, για ανταπόδοση, να του στείλει τα «Ποιήματά» του. Ποια όμως Ποιήματα; Τη συλλογή του 1907-1915; Ή έπρεπε να προσθέσει και τη συλλογή 1916-1918 ή ίσως και τα τελευταία του, που βρίσκονταν στα feuilles volantes; Πριν αποφασίσει, και περνούσε συχνά και χρόνος για να αποφασίσει, έβγαινε κ’ έτρεχε αριστερά και δεξιά να πάρει πληροφορίες. Όποιον έβρισκε στον δρόμο τον ρωτούσε, αλλά και δεν ξεχνούσε άνθρωπο γνωστό ή μη, που δεν πλημμύριζε μ’ ερωτήσεις, ή έβαζε να τον ρωτήσουν για το ίδιο θέμα. Μήνες και μήνες, και ώς την τελευταία στιγμή ανέβαλλε, και πάλι ρωτούσε. Θυμάμαι στο 1929, όταν πρόκειτο να μου δώσει δυο τρεις συλλογές ή μισοσυλλογές για να τις μοιράσω στο Παρίσι, πως ώς την ώρα που έφευγα για το βαπόρι, ερχόταν στο σπίτι μου βιαστικός για ένα λεπτό ή και μου τηλεφωνούσε για να μου πάρει μια τελειωτική συμβουλή, να πληροφορηθεί: τι είδους άνθρωποι ήταν αυτοί που πρόκειτο να αποκτήσουν τα Ποιήματά του. Όταν πρόκειτο για το έργο του ο ποιητής του «Θεοδότου», των «Τελειωμένα» και των «Μάρτιαι ειδοί» έτρεμε διαρκώς. Ήθελε και έλπιζε διαρκώς να του βρει νέους φίλους, αλλά ζητούσε σαν γονιός ντελικάτου κι’ άβγαλτου παιδιού, να το προστατεύσει, να το κάνει ν’ αποφύγει τις κακοτοπιές. Το δίλημμα αυτό ουδέποτε το έλυσε, αλλά ούτε και το συνήθισε· μ’ αυτό όλη του τη ζωή του καταπονήθηκε.
 
            Στον διάδρομο του σπιτιού του βρισκόταν η βιβλιοθήκη του, έπιπλο βαρύ και άβολο. Mόνο μετά τον θάνατό του έτυχε να ρίξω τυχαία μια ματιά σ’ αυτό και μ’ έκπληξη ανακάλυψα, πως ο Kαβάφης δεν αγαπούσε τα βιβλία. Πολλά δεν ήταν, καμιά τριακοσαριά τα υπολογίζω, αλλά κι’ αυτά δεν τον αντιπροσώπευαν καθόλου, δεν σ’ έκαναν να υποψιασθείς τι άνθρωπος ήταν ο Kαβάφης. H βιβλιοθήκη του ήταν σαν το σπίτι του, ένα ανεμομάζωμα ξεκάρφωτων πραγμάτων: μερικά κείμενα ελληνικά αρχαία, πολύ λίγα, σχεδόν τα σχολικά, δυο τόμοι του Mahaffy για την ελληνική ζωή και σκέψη, ένας τόμος του Chateaubriand, ο La Bruyère, ένα χρυσόδετο ιστορικό βιβλίο του Gustave Le Bon για τον πολιτισμό των Aράβων ή των Iνδών, δυο τρία μυθιστορήματα του Bourget και πλήθος ακατανόμαστα μυθιστορήματα αγνώστων συγγραφέων ξεχασμένων. Tο ότι νέος τουλάχιστον είχε πολύ διαβάσει αυτό είναι αναμφισβήτητο. Όλους τους Έλληνες συγγραφείς, την ιστορία την Eλληνική και Eλληνιστική, και τη Pωμαϊκή, τον βίο των αρχαίων και ό,τι καλό είχε γραφεί για τα θέματα αυτά στην εποχή του το ήξερε καλά. «Mέσα στην εποχή αυτή», μου έλεγε μια μέρα, «αισθάνομαι ελεύθερος· την έχω κάνει πια δικιά μου». Tον Πλούταρχο ιδίως αγαπούσε, τον ήξερε σχεδόν ολόκληρο απ’ έξω· συχνά στην κουβέντα του ανέφερε φράσεις του κ’ είχε καμιά φορά και την κοκεταρία να αναφέρει σε ποιο κεφάλαιο τις διάβασε. Πολύ λυπούμαι, που δεν έγραψε την ιστορία της Eλληνιστικής εποχής. Oρισμένως θα μας έδινε καινούριο και σπουδαίο έργο, γιατί και πρωτότυπες ιδέες είχε για την εποχή και μια αίσθηση βαθειά της αρχαίας γλώσσας, που δεν έχουνε συνήθως οι ξένοι. Θυμάμαι κάποτε, που μιλούσαμε για τον Mahaffy, για τη ζωή των Eλλήνων στην Eλληνιστική εποχή, μου έφερε το βιβλίο και μου έδειξε κάμποσα λάθη που έκανε ο Άγγλος ιστορικός από ατελή γνώση της γλώσσας και κακή μετάφραση των κειμένων.
            Tους Bυζαντινούς ιστορικούς, φαίνεται κάπως κι’ αυτούς να είχε διαβάσει· «Eίναι παραγνωρισμένοι», μου έλεγε. «Mια μέρα θα τους ανακαλύψουν και θα θαυμάσουν την πρωτοτυπία τους. Kαλλιέργησαν ένα είδος ιστορίας που δεν γράφηκε ποτέ, ούτε πριν ούτε μετά. Έγραφαν δραματικά την ιστορία». Παρ’ όλο του όμως τον θαυμασμό για τον «ένδοξον Bυζαντινισμό», δεν την αφομοίωσε την εποχή αυτή, δεν την αισθάνθηκε δική του. «Για μένα, έλεγε, η βυζαντινή εποχή είναι σαν ένα ντουλάπι με πολλά συρτάρια. Άμα θέλω κάτι, ξέρω πού θα το βρω, ποιο συρτάρι θα προστρέξω».
            Tη σύγχρονη λογοτεχνία, την παρακολουθούσε με περιέργεια, αλλά κι’ αρκετά αόριστα μου φαίνεται· δεν τον ενδιέφεραν οι λεπτομέρειες αλλ’ ήθελε να ξέρει τι γινόταν γύρω του. Yποθέτω, πως άμα άκουε να μιλούν πολύ για κανένα συγγραφέα γύρω του δανειζόταν κανένα τόμο. Έτσι τουλάχιστον δανείσθηκε από τον κ. Aναστασιάδη τον δεύτερο τόμο του Du coté de Guermantes του Proust που θαύμαζε πολύ, αν κρίνω από τους επαίνους που μου έκανε. «O θάνατος της γιαγιάς! Tι αριστούργημα! Eίναι μεγάλος ο Proust! Mα πολύ μεγάλος!» μου είπε. Για την εισαγωγή του Sodome et Gomorrhe, που βρίσκεται δημοσιευμένος στον ίδιο τόμο, μόνο επειδή τον ρώτησα επίτηδες μου απάντησε: «Mα το μέρος αυτό δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον. Eίναι προπολεμικό». Kαι η κριτική του παρατήρηση είναι απόλυτα σωστή. Παρ’ όλο του τον θαυμασμό, που μου εξέφρασε για τον Proust, δεν είχε την περιέργεια να διαβάσει άλλον τόμο. «Δεν έχω καιρό να διαβάσω πια. Δεν έχω καιρό», μου επανέλαβε πολλές φορές, με μια κωμική απελπισία. Φαντάζομαι πως από το 1911 περίπου, αφ’ ότου δηλαδή άρχισε να δημοσιεύει τακτικά, έπαυσε να διαβάζει συστηματικά κι’ αρκούνταν κυρίως στο να ξεφυλλίζει διάφορα βιβλία για να εξακριβώνει τις εποχές, όπως λέει στο «Kαισαρίων», ή για να ελέγχει και τις μικρότερες ιστορικές λεπτομέρειες, που έβαζε στα ποιήματά του. Mια απόδειξη του σεβασμού του για την ιστορία, είχα ο ίδιος. Όταν το 1929 στο Παρίσι έγραφα τα σχόλιά μου για τη «Mάχη της Mαγνησίας» του, νόμισα ότι βρήκα επί τέλους μια πολύ μικρή ιστορική ανακρίβεια και του την έγραψα. H Mάχη της Mαγνησίας έγινε τον Δεκέμβριο. Aν υποθέσομε ότι οι σπουδαίες ειδήσεις την εποχή εκείνη έφθαναν αρκετά γλήγορα, αφού υπήρχαν διάφορα είδη τηλεγράφου, που περιγράφει εκτενώς ο Πολύβιος, τότε η μέρα του Φιλίππου στο Kαβαφικό ποίημα θα συνέπιπτε να βρίσκεται κάπου στο τέλος Δεκεμβρίου ή στας αρχάς του Iανουαρίου. Tον Δεκέμβρη όμως ή τον Γενάρη μπορούσαν να υπάρξουν τριαντάφυλλα στην Πέλλα της Mακεδονίας; Σαν γεωπόνος θα βεβαίωνα πως όχι· κι ο στίχος «στο τραπέζι βάλτε πολλά τριαντάφυλλα» μου φαινόταν ιστορικώς ανακριβής. O Kαβάφης μού απήντησε στο γράμμα μου «...Για το ζήτημα των λουλουδιών που με γράφεις. Eίναι μέσα στην ιστορική δυνατότητα. Πρόκειται για βασιλέα διαθέτοντα πολύν πλούτον, για τον οποίον τα προφυλακτικά μέσα προς απόκτησιν των εν λόγω λουλουδιών τον χειμώνα θα ήσαν εύκολα. Aλλ’ ανεξαρτήτως τούτου, υπήρχε το χειμωνιάτικο εξαγωγικόν εμπόριον των λουλουδιών αυτών από την Aίγυπτο. Γνωρίζομεν ότι η Aίγυπτος έκαμνεν εξαγωγήν ρόδων εις την Iταλίαν κατά το χειμώνα. Tον πρώτον αιώνα μ.X. η Iταλία, διά τελειοτέρας καλλιεργείας, έγινεν αυτάρκης και είχε δικές της rosae hibernae».
            O Kαβάφης, τουλάχιστον στα τελευταία χρόνια, αγάπησε τις ιστορίες με λογικό ειρμό. Όταν εγχειρισμένος κι’ άφωνος πια βρισκόταν στο νοσοκομείο του Eρυθρού Σταυρού, τον ρώτησα αν ήθελε τίποτε βιβλία να διαβάσει. Σ’ ένα χαρτί μού έγραψε: «μόνο αστυνομικά» και υπογράμμισε με δυο γραμμές το μόνο». Eνθουσιάσθηκε δε με τα βιβλία του Siménon, που δεν γνώριζε ώς τότε.
 
            Απ’ όλο το σπίτι του Καβάφη προτιμούσα μια γωνιά του διαδρόμου, όπου δεν είδα ποτέ κανένα να καθίσει. Βρισκόταν δίπλα σ’ ένα παράθυρο με φαρδύ πρεβάζι, γεμάτο από ακατάστατα ριγμένα εδώ κ’ εκεί βιβλία. Μια λάμπα πετρελαίου στον τοίχο, μια πολυθρόνα, κ’ ένα τραπεζάκι χαμηλό, σαν χαμηλή κονσόλα, μα αρκετό για να βαστάξει ένα τασάκι για τη στάχτη των τσιγάρων κ’ ένα ποτήρι whisky έδειχναν πως ο ποιητής θα αγαπούσε τη γωνιά αυτή και θα καθόταν όταν βρισκόταν μόνος. Ίσως εκεί ξεφύλλιζε βιβλία με εικόνες και νομίσματα, ίσως εκεί να διάβαζε τις φράσεις ή τα κείμενα, που γινόνταν αφορμή των ποιημάτων του. Το γενικό χρώμα πολλών ρεμβασμών του, πολλές φορές στο έργο του ένας κάποιος τόνος ανθρώπου χωρίς δεσμούς με τα εγκόσμια, οι οραματισμοί του, μερικές εκφράσεις του σαν το «μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό μου», με κάνουν να νομίζω πως πολλές φορές το ποτήρι με «τα δυνατά ποτά», το whisky, το ρακί και η μαστίχα, θα τον συντρόφευε. Ο Καβάφης όμως, εκτός από το πάθος του για το έργο του, ήταν άνθρωπος «περίσκεπτος», πολύ συγκρατημένος, που δεν παρασυρόταν εύκολα. Δύο, τρία ή και περισσότερα ποτήρια whisky συχνά το βράδυ δεν του έφθαναν. Φαντάζομαι δε, πως τεχνίτης καθώς ήταν, όχι μονάχα στην ποίηση μα και στη ζωή του, θα είχε βρει τη μέθοδο να κανονίζει τις δόσεις που θα τον οδηγούσαν όχι στη μέθη, μα στα πρόθυρα μιας κάποιας ρέμβης μ’ ευφορία.
 
            Συνήθως, όχι πάντα, την ώρα που βράδιαζε, ήταν σπίτι του. Τον έβρισκες μοναχό ή περιτριγυρισμένο από κόσμο. Όλος ο κοσμοπολιτισμός της Αλεξανδρείας, «Σύροι, Γραικοί, Αρμένιοι, Μήδοι», που τον αναγνώριζαν για ποιητή τους, τον επισκέπτονταν. Στο σαλόνι του συχνότερα μιλούσαν ελληνικά, αλλά πολλές φορές και γαλλικά ή κι’ αγγλικά, γιατί κάμποσοι Άγγλοι ερχόντανε να τον δουν. Μια βραδυά μέτρησα πως είμαστε δυο Έλληνες, ένας Σύρος, ένας Εβραίος κ’ ένας Βέλγος· μιλήσαμε όπως ήταν φυσικό γαλλικά.
            Ομολογώ πως δε μου άρεσε να βρίσκω σπίτι του τόσο κόσμο. Ήξερα πως όλοι δε μπορούσανε να ήτανε δοκιμασμένοι φίλοι, και πως η βραδυά μου δεν θα κυλούσε όπως την περίμενα· κάπως θα πήγαινε χαμένη. Μπρος στους ανθρώπους που δεν γνώριζε καλά, ο Καβάφης γινόταν όλο επιφύλαξη, ευγένεια υπερβολική και ερωτήσεις· αν γινόταν καμιά συζήτηση σοβαρή, έλεγε τη γνώμη του, μα ποτέ όλη. Ακουμπισμένος στερεά στη χαμηλή πολυθρόνα του επιτηρούσε τις κινήσεις του, που ήταν συνήθως αμέτρητες· όσο μπορούσε τις περιόριζε, τους έβαζε σκληρά γάντια. Η προσοχή του φαινόταν να απορροφιότανε όλη στο πώς θα ήταν πιο τέλειος πυργοδεσπότης. Τα πιοτά έπρεπε να είναι άφθονα και να έρχονται εγκαίρως, τα ποτήρια έπρεπε να είναι όλο γεμάτα, οι μεζέδες έπρεπε να είναι πάσης φύσεως για να αρέσουν σ’ όλους· ο κάθε ξένος έπρεπε να ευχαριστηθεί, να φύγει ευχαριστημένος. Για να επιτύχει το τελευταίο αυτό, που ήταν το πιο δύσκολο, με διάφορες επιτήδειες ερωτήσεις έβαζε τον κάθε ξένο του με τη σειρά του, κι’ άφθονα, να μιλήσει, για να αδειάσει τις κουβέντες «που είχε στοιβαγμένες μέσα του» και να ικανοποιηθεί με την προσοχή, που όλοι οι άλλοι θα έδιναν στα λόγια του. Για να μη γίνει η κουβέντα βαρετή, φρόντιζε ο ποιητής να μη χρονίζει και πολύ ο κάθε ομιλητής, και με λεπτότητα άλλαζε θέμα διαρκώς και ανεπαίσθητα παρέδιδε τον λόγο σ’ άλλον.
            Την τέχνη του κοσμικού τη συμπλήρωνε και μ’ ένα είδος σοφού κομπλιμέντου· το μεταχειριζόταν και για τους φίλους και για τους απλώς γνωστούς. Προσπαθούσε να βρει ποια ήταν η ενδόμυχη επιθυμία καθενός, ποια η κρυφή του καυχησιολογία κι’ αυτήν προσπαθούσε να φέρει στο φως και να την κολακεύσει. Το 1914, όταν ήμουνα παιδί και δε με γνώριζε καθόλου, πολύ μ’ επαίνεσε για τον πατέρα μου και για τους συγγενείς μου, που Αλεξανδρινούς παλιούς γνώριζε καλά αυτός ο Αλεξανδρινός. Το 1929, αφού είχα ήδη δημοσιεύσει σχόλια για δυο του ιστορικά του ποιήματα, κάθε φορά που μπροστά στους ξένους ανέφερε δυο λόγια του Πλουτάρχου ή κάτι τέτοιο, πρόσθετε: «Γιατί τα λέω αυτά. Ο Γιάννης απ’ εδώ τα ξεύρει καλύτερα από μένα. Συ, Γιάννη, θα έπρεπε να τα πεις. Σωστά, άραγε, τα λέω, Γιάννη;»
            Το πιο νόστιμο σοφό του κομπλιμέντο απ’ όσα τουλάχιστο νομίζω αληθινά, μου το διηγήθηκαν στην Αλεξάνδρεια, προ είκοσι ετών. Ο νέος Β, σνομπ Αλεξανδρινός, σήμερα πεθαμένος, που είχε γράψει τότε δυο σελίδες στα «Γράμματα» ή στη «Νέα Ζωή», έμπαινε στο σαλόνι του Καβάφη. Ο ποιητής, μόλις τον αντιλήφθηκε, όρμησε πάνω του και τον αγκάλιασε σχεδόν. «Αγαπητέ μου Β, μ’ έσωσες, Β μου, σου είμαι βαθιά ευγνώμων που ήλθες σήμερα. Μέρες είναι τώρα που με τρώγει μια απορία. Μονάχα συ μπορείς να μου την λύσεις. Να μην το σκεφθώ πρωτήτερα! Κόντεψα να σε χάσω!» και ο Καβάφης εξακολούθησε πολύ καιρό σ’ αυτόν τον τόνο, ίσαμε κει που είπε επί τέλους την εκδούλευση που ζητούσε από τον Β. «Αύριο βράδυ είμαι καλεσμένος γεύμα στου Αντώνη του Μπενάκη. Και χωρίς εσένα, Β μου, θα γινόμουνα γελοίος, ασφαλώς πολύ γελοίος. Ξέχασα πια να πηγαίνω εις τον κόσμο! Ξέχασα πια πώς τρώνε! Άλλοτε, ενθυμούμαι, όταν έτρωγαν τη σούπα, έβαζαν το κουτάλι στο στόμα με τη μύτη μπρος. Αργότερα μόνο από τα πλάγια του κουταλιού επετρέπετο να φας. Β μου, τι είναι σήμερα το σωστό; Μόνο συ το ξεύρεις, μόνο συ μπορείς να μου το πεις. Αυτά τα πράγματα είναι σπουδαία, μα πολύ σπουδαία. Από αυτά κρέμεται πολλές φορές η ευτυχία μας».
            Το σοφό αυτό κομπλιμέντο, που τόσο ευχαριστούσε ανθρώπους σαν τον Β, δυσαρεστούσε άλλους, ιδίως λαϊκούς, που ο Καβάφης σαν παλιός αριστοκράτης δεν καταλάβαινε πολύ. Θυμάμαι μια μέρα του 1919 στον δρόμο συνάντησα τον ποιητή Νίκο Σαντορινιό, καταγανακτημένο: «Σιχάθηκα τον Καβάφη, τον σιχάθηκα», μου φώναζε. «Φαντάσου είχε την αναίδεια να μου πει πως είναι τα μάτια μου ωραία. Δε χαρίζω όμως κάστανα εγώ, του το ’πα. Κύριε Καβάφη, σιχαίνομαι τους κόλακες και τις κολακείες. Τα μάτια μου είναι αλλήθωρα. Πώς δεν το βλέπετε;» Κι όμως ο Καβάφης είχε δίκιο, γιατί τα μάτια του Σαντορινιού μ’ όλο που ήταν αλλήθωρα, είχαν κάτι το αόριστο, το αγνό, το πλάνο και θύμιζαν τη θάλασσα του νησιού του, που τόσο νοστάλγησε στα λίγα χρόνια που έζησε στον κόσμο, σαν εφημεριδοπώλης, καπνοπώλης, ηθοποιός και προ παντός σαν ποιητής και σπάνιος φίλος.
 
            Αληθινά μαέστρος, πραγματικά μεγάλος μου φάνηκε ο Καβάφης, κάθε φορά που τον συνάντησα στο σπίτι του ή μόνο ή σε στενό του κύκλο φίλων. Στην αρχή της βραδυάς όταν καθόταν στην πολυθρόνα του σαν κουρασμένος, κ’ έλεγε λίγα αφήνοντας τους άλλους να μιλούνε, πολλές φορές σκέφθηκα πως παρασκευαζόταν. Στην κουβέντα έμπαινε, ή μάλλον πηδούσε, ξαφνικά παίρνοντας αφορμή από κάτι που λεγότανε μπροστά του. Μονομιάς όμως γινόταν καταπληκτικός. Σε σάστιζε με τις χειρονομίες του, με τον πλούτο της σκέψης του και με την έκφρασή της. Πολλοί είπανε πως «παρίστανε»· δεν το πιστεύω. Ίσως τότε μονάχα να ήταν φυσικός. Ο λόγος, που τόσο στη ζωή του λάτρευε, τον παράσερνε· σ’ αυτόν τελείως αφηνόταν, γι’ αυτόν ξεχνούσε την πανοπλία του, τις επιφυλάξεις του, τον τρόμο της συνέπειας, την τυραννία του «αορίστου» και τη μανία του όλους να περιποιηθεί και σ’ όλους να αρέσει.
            Αν κ’ έζησε πολύ μονάχος μες στο μοναχικό του σπίτι, εν τούτοις καθόλου δεν σκεπτόταν σχηματικά και με αφηρημένες έννοιες. Σαν τους αρχαίους, τις ιδέες του τις έκανε πάντοτε εικόνες. Tις εικόνες αυτές δεν τις αισθανόταν σαν αγάλματα, ακίνητες και κρύες, αλλά σαν όντα ζωντανά με πάθη που σάλευαν, μιλούσαν, κι’ αλληλοσυγκρούονταν. Γι’ αυτό η ομιλία του Καβάφη δεν ήταν ποτέ μονόλογος, μια ομιλία δασκαλική από μια έδρα, αλλά ένας διάλογος δραματικός πολλών προσώπων. Κάθε φορά που άλλαζε άποψη ή που ανέφερε μια ξένη γνώμη, ή άνοιγε μια ατέλειωτη παρένθεση, άλλαζε και φωνή και μιμική, σα να μιλούσε έξαφνα άλλος άνθρωπος. Τη δραματική αυτή μορφή της σκέψης του ασφαλώς θα ονόμασαν πολλοί παράσταση.
 
            Δυστυχώς δεν συνάντησα αρκετές φορές τον Καβάφη για να αντιληφθώ με ακρίβεια ποια ήταν τα θέματα που πιο πολύ τον απασχολούσαν. Εγώ μόνο για την ελληνική ιστορία, για την τέχνη και για τη γλώσσα μας τον άκουσα να μιλά.
            Τη γλώσσα μας την αγαπούσε με πάθος και μανία· στο πάθος του αυτό υπήρχε κάτι το αισθησιακό, που θύμιζε την αγάπη του συλλέκτου, του ανθρώπου που κάνει συλλογές. Σε κείμενα και σε ομιλίες ανθρώπων του λαού διαρκώς έψαχνε να βρει φράσεις ή λέξεις, τύπους, που να έχουν κάποια εμορφιά ηχητική, ή ακόμη καλύτερα εκφραστική. Ο Γιώργος Βρισιμιτζάκης μου διηγόταν στο Παρίσι πως συνάντησε συχνά τον Καβάφη σε απόμερα μπαρ διαφόρων παντοπωλείων να πίνει το ρακί του όρθιος, και να πολιορκεί διάφορους λαϊκούς ανθρώπους γύρω του μ’ ερωτήσεις, που είχανε ένα σκοπό, να του δοθούν ορισμένες απαντήσεις. Ο ποιητής ήταν τελείως απορροφημένος από την απασχόλησή του, και ο Βρισιμιτζάκης θαύμασε την επιμονή του, στο να επαναλαμβάνει τις ίδιες ερωτήσεις, ή να προσπαθεί να τις τελειοποιήσει, γιατί δεν πετύχαινε να βρει την απάντηση που ζητούσε ακριβώς. Άμα ο Καβάφης έβρισκε έναν τύπο λεκτικό που θαύμαζε και τον ικανοποιούσε απολύτως, τον χάδευε διαρκώς, τον υποδείκνυε με θαυμαστικά σαν παιδί και δεν βαριότανε να τον επαναλαμβάνει. «Τι ωραία που είναι η γλώσσα μας! τι ωραία!» μου είπε πολλές φορές. «Καμιά δεν της παραβγαίνει». Μια βραδυά, πολλές ώρες, μου ανέπτυξε αυτό το θέμα, και μου έφερνε για παραβολή παραδείγματα από τα γαλλικά και τ’ αγγλικά. Από τα επιχειρήματά του ένα θυμάμαι, τους μέλλοντάς μας, τον διαρκή και τον στιγμιαίο, που τόσο βαριά και δύσκολα και περιφραστικά αποδίδονται στις ξένες γλώσσες.
            Απέναντι στο ζήτημα το γλωσσικό, που ήταν οξύτατο στην εποχή του, αντέταζε ένα παράγγελμα: «Πρέπει να πλουτίζομε τη γλώσσα μας». Για να υποστηρίξει τη θέση του αυτή μου είπε κάποτε: «Ευρέθηκα κατά τύχη κάποτε σ’ ένα σπίτι λαϊκό, την ώρα που έβγαινε ο γιατρός, που ήρθε για να δει ένα άρρωστο παιδί. Ο γιατρός επέμενε στην πόρτα πως έπρεπε να γίνει εγχείρηση. Μα η μητέρα διαμαρτύρετο και του είπε ‘Γιατρέ μου, είναι αδύνατον, γιατί το παιδί είναι πολύ αδύνατο’. Πρόσεξε, Γιάννη, τη λεπτή διάκριση: Αδύνατον — impossible. Αδύνατο — faible. Αν ακούαμε τους δασκάλους μας τι θα γινόταν; Ένα από τους δυο τύπους θα καταδικάζαμε. Ήλθε μια μέρα, ας πούμε ο Μιστριώτης, και μας είπε ‘ετούτο δεν είναι ευγενικό, το άλλο δεν αρμόζει στους προγόνους’. Και τι μας συνεβούλευσε; Να ρίξομε τη μισή μας γλώσσα άχρηστη στη θάλασσα. Τα ίδια κι’ ο Ψυχάρης έκανε για την άλλη μισή. Εις το ποτάμι, φώναξε κι’ αυτός, πρέπει να ρίξομε τη μισή μας γλώσσα. Όλα αυτά είναι γελοία. Τη γλώσσα μας πρέπει να τη μελετήσομε γιατί δεν την ξεύρομε. Έχει κρυμμένους μέσα της θησαυρούς· και τι θησαυρούς! Η έννοιά μας πρέπει να είναι πώς θα την πλουτίσομε, πώς θα φέρομε στο φως αυτό που κρύβει εκείνη μέσα της». Τις ιδέες του αυτές τις βλέπομε στο έργο του, όπου όχι μονάχα δείχνει πως δεν αγαπά τους αναμορφωτές («Εν μεγάλη Ελληνική Αποικία, 200 π.Χ.»), αλλά κι’ όπου προσπαθεί να αξιοποιήσει διάφορες εκφράσεις ή και λέξεις ξεχασμένες· από αυτές αξίζει ίσως να σημειωθούν η «θεωρία» κ’ η «μελέτη» με τη σημασία contemplation και méditation, έννοιες που αν και δημιουργήθηκαν στη γλώσσα μας, χάσανε τη λεκτική τους έκφραση χάρη στην αφιλοσόφητη ζωή μας τόσων αιώνων. Στα επιχειρήματα του Καβάφη για τις γλωσσικές απόψεις θα μπορούσε να προστεθεί, πως αν ο ποιητής μας είχε γλωσσικές προλήψεις, δεν θα γραφόνταν ποτέ στίχοι σαν αυτούς:
 
οι φαύλοι ― που ψιθύριζαν το Πολυκαισαρίη
 
Ρήματα της καυχήσεως του Αιμιλιανού Μονάη
 
με τη χαρά της αφθαρσίας μες στα μάτια.
 
            Οποιεσδήποτε όμως ήταν οι ιδέες του Καβάφη για τη γλώσσα, ένα μου φαίνεται βέβαιο, ο ποιητής μας ευχαρίστως θα υπέγραφε τον λόγο του Mallarmé πως «η ποίηση γράφεται με λέξεις κι όχι με ιδέες». Νομίζω μάλιστα, πως αν ο Καβάφης άνοιγε σαν τους αρχαίους λογογράφους σχολή κανονική, θα δίδασκε κείμενα, σχόλια και κανόνες της ελληνικής φρασεολογίας. Το πώς μπορεί να αξιοποιηθεί και ακριβώς ορισθεί μια λέξη, το πώς η λέξη παίρνει από τη θέση της μέσα στον λόγο μια νέα αίγλη ηχητική ή και σημασιολογική, μου φαίνεται πως θα ήταν από τα κύρια θέματα της διδασκαλίας του. Ίσως να το έχει η μοίρα των ποιητών που δεν γεννιούνται αλλά γίνονται, στα πενήντα, να καταλήγουν στη γραμματική, να καταλαβαίνουν όχι από ένστικτο αλλά από εμβάθυνση και κριτική, πως στη γραμματική κρύβονται τα μυστικά της Τέχνης τους. Ο Καβάφης μού θυμίζει στο σημείο αυτό έναν άλλον πενηντάρη του 17ου αιώνα, τον Malherbe, που ήθελε να λέγεται «Γραμματικός». Δεν ξέρω όμως γιατί κάνω τις υποθέσεις αυτές, γιατί ο Καβάφης κάθε άλλο ήταν παρά δάσκαλος, τουλάχιστο με τη σύχρονη σημασία της λέξης. Δεν ήταν δάσκαλος, γιατί δεν είχε γεννηθεί ψυχολόγος. Ψυχολογία, και πολύ καλή ψυχολογία, βλέπομε συχνά στο έργο του, δεν τη χρωστά όμως στην εξωτερική παρατήρηση αλλά μονάχα στην ανάλυση του εαυτού του. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος πολύ εγωκεντρικός. Τίποτε στην ψυχή των άλλων δεν τον τραβούσε αυθόρμητα, καμιά περιέργεια. Οι άλλοι ήταν γι’ αυτόν σαν τα πολύ βαριά και δύσκολα βιβλία που βρίσκονται κλειστά στην άκρη της βιβλιοθήκης μας. Αν ο Καβάφης άνοιγε ένα τέτοιο βιβλίο, το φυλλομετρούσε μόνο επιπόλαια, και γύρευε απ’ αυτό μονάχα αφορμές για κομπλιμέντα. Είναι όμως αλήθεια, πως σ’ άλλες εποχές «Δάσκαλος» λεγόταν, όχι μονάχα όποιος πλησίαζε στις ψυχές των ακροατών του, τις βοηθούσε και προσπαθούσε να τους εμφυσήσει όσο το δυνατόν πιο τέλεια τη διαθήκη που είχε μέσα του, αλλά κ’ εκείνος που με την προσωπική του γοητεία μάζευε ακροατές, μπροστά στους οποίους μονολογούσε και σχεδόν ασυνείδητα δημιουργούσε έναν τύπο ανθρώπου, τέχνης ή επιστήμης, ένα ιδεώδες που οι μαθητές του ύστερα ακολουθούσαν, ανέπτυσσαν ή και δουλικά μονάχα το μιμούντο. Τέτοιος δάσκαλος βεβαίως θα ήθελε ή κ’ ίσως ήταν ο Καβάφης· πολύ ο ίδιος επιθυμούσε να επηρεάζει, ιδίως, προ παντός τους νέους.
 
            Το τι είναι Τέχνη, το τι ο ίδιος «εκόμισε» στην Τέχνη, το ποιος είναι ο αληθινός καλλιτέχνης, ήταν προβλήματα που πολύ τον απασχολούσαν. Σχετικά με το τελευταίο αυτό πρόβλημα, μου ανέλυσε μια βραδυά δυο ποιήματά του, το «Του Μαγαζιού», όπου περιέγραψε τον αληθινό καλλιτέχνη και το «Ούτος Εκείνος», παράδειγμα του ψεύτικου, ή όπως μου τον έλεγε, του «κάλπη» καλλιτέχνη. Γιατί ήταν κάλπης; Μα επειδή η Τέχνη του δεν ήταν γι’ αυτόν μια ανάγκη, μια αγάπη αλλά μονάχα ένας τρόπος για να φθάσει. Το γράψιμό του, αντί να του είναι μια χαρά, μια απόλαυση να φτιάνει νέους αγνώστους ήχους, ήταν μια κούραση, μια αγγαρεία στιχοποιίας. Ξένος στην Αντιόχεια, και από μια πόλη σαν την Έδεσσα όπου μιλούσανε σημιτικά, δεν θα τα μίλησε παιδί τα Ελληνικά και δεν θ’ αγάπησε αυτή τη γλώσσα, αφού τόσο τον βαραίνει, τόση «αθυμία» γενικώς του φέρνει, αφού την αισθάνεται μονάχα σα μια φρασεολογία, που απαιτεί ένταση και κούραση. Τι ευτυχής, που με τον «λίνο» θα τα ξεφορτώνονταν με μιας όλα τα βάρη αυτά! Πόσο διαφορετικός είναι ο καλλιτέχνης του «Μαγαζιού». Η ιδέα του κόπου και της κούρασης, ούτε περνούν από το μυαλό του· όταν τελειώσει τη δουλειά του, πάλι μέσα σ’ αυτήν εξακολουθεί να ζει και γύρω της να τριγυρίζει. Με αγάπη, με συγκίνηση και προσοχή πιάνει τα έργα του. Τα αισθάνεται πολύτιμα, γι’ αυτό τα κρύβει, και πώς να τα προφυλάξει σκέπτεται· απόλαυση του είναι ακόμη και το να τα τυλίγει με «τάξη» μέσα σε «πράσινο πολύτιμο μετάξι». Όχι μονάχα στη μόδα της εποχής του, στην «Ελληνική φρασεολογία» του Εδεσσινού της Αντιόχειας, δεν υποτάσσεται ο αληθινός καλλιτέχνης αλλ’ ούτε στη φύση την ίδια δεν εννοεί να προσκυνήσει. Οι στίχοι:
 
                                    Ως αυτός τα κρίνει,
τα θέλησε, τα βλέπει ωραία· όχι όπως στην φύσι
τα είδεν ή τα σπούδασε ..............
 
που κρύβουν την αισθητική του Καβάφη μού θυμίζουν μια φράση του ψυχολόγου Delacroix σ’ ένα μάθημα στη Σορβόννη προ ετών: «Μεγάλος άνθρωπος είναι όποιος δημιουργεί μια καινούργια πραγματικότητα και κατορθώνει και την επιβάλλει και στους άλλους ανθρώπους γύρω του».
 
            Σχετικά με το ποίημα «Του Μαγαζιού», ο Καβάφης μού ομολόγησε πάνω στην κουβέντα, ότι το έγραψε στην αρχή σε 24 στίχους, αργότερα σε 16, παραΰστερα σε 12, και στο τέλος στη μορφή που έχει σήμερα σε 10 στίχους. Αυτός θα ήταν ο τρόπος που εργαζότανε συνήθως. Το διαδοχικό πύκνωμα που αυξάνει τις ιδέες «de derrière la tête», αυξάνει και τις υποβολές που τόσο αγάπησε ο ποιητής.
            Το «Του Μαγαζιού» και το «Ούτος Εκείνος» είναι τα μόνα ποιήματα που ανέλυσε ποτέ μπροστά μου ο Καβάφης. Το έκανε ένα απόγευμα που ήμαστε μόνοι, και που ήξερε από μια εβδομάδα πριν πως θα τον συναντούσα. Για έναν άνθρωπο που ζύγιζε το κάθε τι, όταν πρόκειτο για το έργο του, ή για την τύχη του έργου του, μου φαίνεται ότι η εκλογή του δεν έγινε από απλή σύμπτωση. Είχα ήδη δημοσιεύσει «Σχόλια» για δυο ιστορικά του ποιήματα κ’ έβρισκε ίσως ευκαιρία ο ποιητής να μου δώσει ένα μάθημα, να μου επιβάλει, αν όχι να μου πει: «Αισθητικά θα έπρεπε να κριθώ· αυτός θα ήταν ο ορθός τρόπος να με κρίνεις». Την ίδια επιθυμία, μου έλεγε προ καιρού ο Robert Levèsque, ότι είχε εκφράσει ο André Gide μπροστά του. Κ’ οι δυο αυτοί τεχνίτες του λόγου βάλανε όμως τόση ηθική στο έργο τους και τόσο ζωντανά περιέγραψαν τα ηθικά τους προβλήματα, που ήταν μοιραίο η κριτική να παρασυρθεί και να ασχοληθεί με μια πλευρά του έργου τους, που οι ίδιοι ίσως να μη θεωρούσαν πρωταρχική.
 
            Αν και ο Καβάφης αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην Τέχνη, κι’ αν κ’ έζησε, πνευματικά τουλάχιστον, μέσα σε μια διαρκή ατμόσφαιρα Τέχνης, εν τούτοις τα γούστα του δεν ήταν πλατιά· περιορίζονταν σχεδόν στον Ελληνικό κανόνα. Η μεγάλη αιγυπτιακή τέχνη, η προελληνική, τον άφηνε π.χ. ασυγκίνητο. «Αυτά τα μεγάλα και ακίνητα δεν τα καταλαβαίνω», μας έλεγε μια βραδυά. Αν κρίνω δε από το ύφος του της βραδυάς εκείνης, κι’ από μια περικοπή του Πλουτάρχου που ανέφερε σχετικά, το άμετρο της Τέχνης αυτής τον προσέβαλλε, και μάλιστα του γεννούσε την αποστροφή. Το «λείον» και «καλαίσθητον», το «μικρόν» αυτό που ο ανθρώπινος νους συλλαμβάνει ολόκληρο, αυτό μονάχα αισθανόταν δικό του.
            Δεν θα ήταν τελείως ακριβές να πούμε πως ο Καβάφης περιοριζόταν στον ελληνικό κανόνα. Στην αισθητική του υπήρχε και κάτι το ξένο: η θεληματική κι’ απότομη αντίθεση του αποκρουστικά πρόστυχου με το ωραίο. Το δραματικό αυτό στοιχείο είναι βασικό της Καβαφικής αισθητικής· το χρησιμοποίησε σε τόσα και τόσα ποιήματά του από το «Μια νύχτα» ώς το «Ωραία λουλούδια κι’ άσπρα ως ταίριαζαν πολύ». Tο στοιχείο αυτό θα εννοούσε ο Constantin Photiades, όταν μιλώντας μου για το «Μια νύχτα», στο Παρίσι το 1927, μου έλεγε με πολλή οξυδέρκεια κριτική: «Ο Baudelaire πολύ θα ζήλευε το ποίημα αυτό». Πρέπει όμως να σημειώσομε, έστω και περαστικά εδώ, πως οι αισθητικές των δύο ποιητών δεν συναντιώνται ακόμη και στο σημείο αυτό, γιατί τα δύο ουσιώδη πρόσωπα του κόσμου του Baudelaire, η φρίκη και η χριστιανική αμαρτία, δεν υπάρχουν καν κάτω από το Καβαφικό στερέωμα.
            Το κοινό όμως και το πρόστυχο μόνο η Τέχνη, κατά τον Καβάφη, ήταν ικανή να το εξωραΐσει, γι’ αυτό η κουβέντα του Αλεξανδρινού ποιητή ήταν πάντα αυστηρά «καθώς πρέπει», ιδιαίτερα σεμνότυφη και συγκρατημένη.
 
            Μια αδυναμία του Καβάφη, που εξηγεί και μερικά του ποιήματα σαν το μικρό του αισθητικό θαύμα, το «Παλαιόθεν Ελληνίς», ήταν η μανία του για τις γενεαλογίες. Ήξερε τις γενεαλογίες απείρων Αλεξανδρινών μα κι’ απείρων άλλων Ελλήνων σκορπισμένων εδώ κ’ εκεί στον κόσμο· μιλούσε συχνά γι’ αυτές. Ήταν δ’ ιδιαίτερα πολύ περήφανος, ― περισσότερο ίσως κι’ από τα ποιήματά του—για τη μητέρα του που είχε γεννηθεί Φωτιάδη· από το λεξικό μαθαίνω πως ήταν οι Φωτιάδηδες φαναριώτες λόγιοι και μεγιστάνες στην Τουρκία. Τη μνήμη αυτή της φαναριώτικης καταγωγής του ο Καβάφης θέλησε με πολύ πείσμα να την διατηρήσει, αλλιώς δεν εξηγείται πώς αυτός, που γεννήθηκε κ’ έζησε τόσα χρόνια στην Αλεξάνδρεια, γέμιζε και την κουβέντα του και τα γραπτά του μ’ ένα σωρό ιδιωτισμούς πολίτικους, που πιότερο κι’ από τα γαλλικά και τ’ αγγλικά και τα ιταλικά φαινόνταν ξένα στην Αλεξάνδρεια.
            Το πείσμα αυτό, για πολλά ζητήματα παραδόσεως ή τουλάχιστο μιας ορισμένης παραδόσεως, χαρακτηρίζει μου φαίνεται αρκετά τον άνθρωπο Καβάφη. Θυμάμαι ακόμη τι εντύπωση μου έκανε, όταν στον Ερυθρό Σταυρό μετά τη μικρή εγχείρησή του, μια μέρα άνοιξε το ποκάμισό του κ’ είδα μια στιγμή κρεμασμένη στον λαιμό του τη χρυσή αλυσιδίτσα και το μικρό χρυσό σταυρό, που είχε κρεμάσει προ 69 ετών στον λαιμό του ο νουνός του, όταν τον βάπτισε. Θυμάμαι πως καταντράπηκε ο ποιητής σα να είχε γυμνωθεί μπροστά μου, και βιάστηκε να κρύψει το σταυρουδάκι. Ομολογώ πως μόνο τη μέρα εκείνη κατάλαβα τον τεράστιο ρόλο που έπαιζαν στη ζωή του οι τύποι· ήταν στα μάτια του ίσοι αν όχι και σπουδαιότεροι πολλές φορές από την ουσία. Ακόμη και στον θάνατό του, τον τόσο τραγικό του θάνατο, θέλησε να τους τηρήσει. Τις τελευταίες του μέρες, όπως μου διηγήθηκαν, πήγε ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας για να τον μεταλάβει. Άμα του το ανήγγειλαν, ο Καβάφης, που δεν το ζήτησε, αρνήθηκε, θύμωσε, επέμενε, αλλά στο τέλος υπέκυψε στους γύρω του ή μάλλον στην ιδέα πως θα ήταν άτοπο, καθόλου «καθώς πρέπει» να μη δεχθεί ένα Πατριάρχη της μεγάλης πόλεως Αλεξανδρείας. Όταν ο ιεράρχης μπήκε στο δωμάτιο του αρρώστου, βρήκε ένα Καβάφη καθιστό, κατανυκτικό, μ’ ένα πρόσωπο σοβαρό και πρόθυμο να εκτελέσει όλους τους τύπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
            Η σκηνή αυτή θυμίζει πολύ τον «Κυρ Μανουήλ Κομνηνό», ποίημα όπου ο Pontani1 διακρίνει με πολλή κριτική λεπτότητα ένα στοιχείο κωμικό. Την «buffoneria» αυτή την αισθανόταν ο Καβάφης, τη θέλησε άραγε, την έβαλε άραγε επίτηδες σ’ αυτό το ποίημα; Δεν είμαι καθόλου βέβαιος. Θυμούμαι πως ο Καβάφης θύμωσε κάποτε όταν ο Γιώργος Βρισιμιτζάκης έγραψε για τον ήρωα του «Βυζαντινός άρχων εξόριστος στιχουργών», ότι είναι κωμικά «μουρμούρης»· ο ποιητής αισθανόταν τον ήρωά του σοβαρό. Πολύ πιθανό το κωμικό αυτό στοιχείο σε πολλά τουλάχιστον ποιήματα («Θεόδοτος» π.χ.) να είναι ένα επιτυχημένο άλογο στοιχείο, ένα irrationnel, που μπήκε στην Τέχνη του Καβάφη ασυνείδητα από τον άνθρωπο χωρίς να χαλκευθεί επίτηδες από τον τεχνίτη.
            Τη μεγάλη αισθητική αξία του τύπου υπογράμμισαν και οι Eighteen-nineties ακριβώς την εποχή που ο Καβάφης ζητούσε ακόμη τη μορφή του έργου του. Ο Αλεξανδρινός όμως ποιητής ήταν κι’ ώριμος ψυχολογικά για να δεχθεί και ν’ αφομοιώσει μια τέτοια θεωρία. Οι τύποι είναι και μια ευκολία για τον άνθρωπο που έζησε στη μοναξιά κ’ έχασε τη συνήθεια να προσαρμόζεται εύκολα στο περιβάλλον του, αλλά και μια «εξαίρετη πανοπλία» «για ν’ αντικρύζω τους κακούς ανθρώπους― χωρίς να έχω φόβο ή αδυναμία» όπως λέει ο ίδιος στο «Αιμιλιανός Μονάη Αλεξανδρεύς, 628-655 μ.Χ.»
            Ο άνθρωπος Καβάφης ήταν ντροπαλός, παθολογικά σχεδόν ντροπαλός. Όταν του πρότειναν να γνωρίσει κάποιον, έστω και κάπως θαυμαστή του, πάντα ανέβαλλε, πάντα κοιτούσε πώς θ’ αποφύγει. Ποτέ δεν απηύθυνε τον λόγο σ’ άνθρωπο που δεν του είχε συστηθεί εν τάξει και μ’ όλους τους κανόνες. Είμαι βέβαιος πως αυτός ο τόσον ευκίνητος, που βρισκόταν διαρκώς στους δρόμους και πήγαινε κ’ ερχόταν ώς τέσσερις και πέντε φορές στο τυπογραφείο, απέφευγε να πάει στο ταχυδρομείο να στείλει ένα πακέτο για να μην αντικρύσει στη θυρίδα έναν άγνωστο, που ποιος ήξερε τι θα του έλεγε και που μπορούσε να τον συγχύσει. Το μέγεθος της ντροπαλοσύνης του μπορεί κανείς να φαντασθεί, όταν καταλάβει πως ήταν πολύ πιο μεγάλη κι’ από τη φιλολογική ευθιξία, που ο ποιητής μας, σαν όλους τους λογοτέχνες του κόσμου, την είχε υπερτροφικά και παθολογικά μεγάλη. Κι όμως, όταν το πιο ασήμαντο παιδάριο έγραφε δυο λόγια εναντίον του, ο Καβάφης ταραζόταν, έχανε τον ύπνο του, αλλά ποτέ, ποτέ δεν τόλμησε να πάει να βρει τον κριτικό του, να του γράψει δυο λόγια ή να χρησιμοποιήσει τα φιλικά περιοδικά κ’ εφημερίδες για την υπεράσπισή του. Πάντοτε σε τέτοιες περιστάσεις, όπως πολλοί μού το περιέγραψαν, πήγαινε να ξεσηκώσει τους φίλους του, να τους θυμώσει, να τους ζητήσει ή και ζητιανεύσει ακόμη ένα άρθρο, δυο λόγια. Αν άλλωστε ο Καβάφης δεν ήταν στη ζωή τόσο ντροπαλός, ποτέ του δε θα καταλάβαινε και δε θα περιέγραφε τόσο ζωντανά και με τόση ψυχολογική ακρίβεια, τους διστακτικούς, τους άτολμους και τους δειλούς, που άφθονοι βρίσκονται στο έργο του.
            Όσο σκέπτομαι το μέγεθος της φυσικής του ντροπαλοσύνης, τόσο θαυμάζω περισσότερο τον άνθρωπο Καβάφη. Τι αγώνες θα έπρεπε να κάνει, πόσο, καθημερινώς και σε κάθε στιγμή, έπρεπε να αγωνίζεται και να νικά τον εαυτό του για να τολμήσει ένα τέτοιο έργο! Το ότι περιφρόνησε τη μουσική του λαϊκού δεκαπεντασύλλαβου, το ότι αγνόησε τέλεια το δημοτικό τραγούδι, το ότι εξόρισε από την ποίησή του τις σύνθετες λέξεις και τις τρεχάμενες ποιητικές εικόνες, ήταν βέβαια ήδη μια επανάσταση αλλά μια επανάσταση αισθητική, που μπορούσε το πολύ να του κοστίσει την περιφρόνηση των λίγων που ασχολούνται με τα γράμματα. Πολύ πιο επικίνδυνη, πιο ασυμβίβαστη μ’ ένα φαρδύτερο περιβάλλον ήταν η γενικώτερη ατμόσφαιρα του έργου του. Ξέρω καλά και από πείρα τι σεμνότυφη που ήταν η Αλεξάνδρεια της εποχής του. Στην πόλη του και ιδιαίτερα στην τάξη τη δική του βασίλευε απόλυτα πριν από το 1914, μια μίμηση της ηθικής της εποχής της Βικτωρίας, της ηθικής της πιο στενόμυαλης, της πιο αντιαισθητικής που γνώρισε ποτέ ο κόσμος, της ηθικής που έκανε μισητό για χρόνια κ’ ίσως για αιώνες το όνομα της αρετής, που ήταν άλλοτε τόσο τιμημένο. Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, ήταν πολύ εύκολο να επαναληφθεί ένα σκάνδαλο σαν του Wilde. Ο Καβάφης κινδύνευε να δει να κλειστούν γι’ αυτόν τα σπίτια των δικών του, κινδύνευε να αφορισθεί, να παύσει να χαιρετιέται, κινδύνευε ― κ’ έχω υπ’ όψη μου ορισμένα γεγονότα ― ακόμη και να εξορισθεί από την πόλη που αγαπούσε. Κι’ όμως τόλμησε· τόλμησε αυτός ο δειλός, ο ντροπαλός να γράψει ένα τέτοιο έργο, και κατόρθωσε μάλιστα, όχι μονάχα να μην αφορισθεί, να μην εξορισθεί, αλλά να πεθάνει τιμημένος σε μια Αλεξάνδρεια που είχε γίνει υπερήφανη γι’ αυτόν.
            Το κατόρθωμά του αυτό του κόστισε κόπους πολλούς, ατέλειωτους υπολογισμούς κι’ άπειρο χρόνο, που θα ήταν πολύτιμος σε ένα ποιητή τεχνίτη σαν κ’ εκείνον. Για να το πετύχει ανέπτυξε μια σπάνια διπλωματική δεξιοτεχνία. Θυμάμαι πως σαν ήμουν νέος δυσανασχετούσα που έβλεπα να δημοσιεύονται και πάλι να ξαναδημοσιεύονται ― ν’ αφήνει να ξαναδημοσιεύονται ― πάντα τα αιώνια, τα φορτικά «Κεριά». Αργότερα πολύ κατάλαβα τι paravent σπουδαίο ήταν. Πίσω από την αυλαία των «Κεριών» έκρυψε κι’ οχύρωσε ο Καβάφης όλο το έργο του. Ποτέ εν όσω ζούσε δεν έδωκε στο πολύ κοινό και στα περιοδικά δυο φορές το ίδιο ποίημά του, από τα επικίνδυνα. Τα ποιήματά του δημοσιεύθηκαν σιγά-σιγά, σταγόνα με σταγόνα, ίσαμε κει που ο κόσμος πια μπολιάσθηκε στο δηλητήριό τους και δεν είχε πια τη δύναμη να ξαφνισθεί, να αντιδράσει, να φωνάξει το σκάνδαλο. «Του Καβάφη μπορούν να συχωρεθούν πολλά, γιατί έγραψε τα ‘Κεριά’, το ωραιότερο ποίημα της γλώσσας μας», είναι μια στερεότυπη φράση, που άκουσα συχνά από γηραιούς και καλοκαθισμένους Αλεξανδρινούς.
            Η τελική επιτυχία του έργου του δεν πρέπει να μας κρύψει πως ο Καβάφης δοκίμασε στη ζωή του πολλές και βίαιες επιθέσεις. Τι σημασία έχει το αν η φιλολογική του ευθιξία τόσο εύκολα και καθημερινά αναστατωνόταν, το σπουδαίο είναι πως ποτέ του δεν κλονίσθηκε, ποτέ του δεν σκέφθηκε ν’ αλλάξει θέση, να υποχωρήσει. Ήταν από τους ανθρώπους που ήξεραν να φυλάγουν Θερμοπύλες. Την ανδρεία του, που είναι τόσο διαφορετική από τη φυσική ανδρεία, τη χρωστούσε στην πίστη του, στην απόλυτη και τυφλή του πίστη στην Τέχνη. Αυτή ήταν η μόνη του βαθειά θρησκεία. Τις τελευταίες μέρες του, στις τελευταίες ώρες του, όταν τον σπάραζαν οι πόνοι του καρκίνου, όταν συζητούσε αν θα δεχθεί ένα Πατριάρχη, παρακαλούσε την κ. Σεγκοπούλου να πάει στη βιβλιοθήκη της Δημαρχίας, για να του εξακριβώσει μερικές πληροφορίες για το ποίημα που τότε τον απασχολούσε, το «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας»· το ποίημα αυτό, αν και δημοσιεύθηκε στα Έργα του μετά τον θάνατό του, έμεινε, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, ατέλειωτο γιατί δεν πρόφθασε ο ποιητής να του προσθέσει την τελευταία πινελιά, που κατά τα λόγια ενός άλλου κλασσικού, του Ingres, μόνη μεταμορφώνει ένα έργο σ’ έργο Τέχνης.
 
 
 
ΣHMEIΩΣH
 
1. Prof. Filippo Maria Pontani, Saggio sulla poesia di Costantino Cavafis, Επιθεώρηση Ελληνο-ιταλικής πνευματικής επικοινωνίας, έτος Γ´, τόμ. Δ´, 8, 1940, σελ. 526.

Σχόλια στον Kαβάφη, Ίκαρος, 1964