Γιώργος Σεφέρης, «Aκόμη λίγα για τον Aλεξανδρινό» (1962)Άρθρα
Εκτύπωση
Στη Μ., που επέμενε
 
 
 
 
Ι. ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑ
 
Στον Πρόλογο της πρώτης έκδοσης των Δοκιμών έλεγα: «...θα ήθελα να είχα συμπεριλάβει σ’ αυτό τον τόμο μια “δοκιμή” για τον Καβάφη, που απασχόλησε τόσο πολύ τη γενεά μου. Μια μελέτη για τον Αλεξανδρινό ποιητή, σαν ένα σημάδι ενός σύγχρονου κόσμου που σβήνει και σαν τον τελευταίο εκπρόσωπο μιας μακρόχρονης ελληνικής παράδοσης που έσβησε (εννοώ τη “λογία” ελληνική παράδοση), θα συμπλήρωνε κάπως τη μισοτελειωμένη εικόνα που δίνω στις ακόλουθες σελίδες. Είχα αρχίσει μια τέτοια εργασία, αλλά δεν ξέρω αν θα φτάσει ποτέ στο τέλος. Λυπούμαι, γιατί νομίζω πως ο Καβάφης είναι το σημείο όπου μια παράδοση νεκρών “καταναλίσκεται” μέσα στη ζωή, και λυπούμαι ακόμη γιατί αισθάνομαι, πως κάτι χρωστούσα ν’ ανταποδώσω στην Αλεξάνδρεια».
     Αυτά έγραφα τα Χριστούγεννα του ’43. Τώρα οι Δοκιμές περιέχουν κάμποσες σελίδες για τον Καβάφη, όμως η εργασία που μνημόνευα δεν έφτασε ποτέ στο τέλος, τουλάχιστο όπως το φανταζόμουν αρχίζοντάς την.
     Ήρθα αργά στον Αλεξανδρινό. Σαν ιδιοσυγκρασία ήταν πολύ διαφορετικός από εμένα. Και σήμερα ακόμη, όταν τον συλλογιστώ, βρίσκω πως μπροστά του είμαι ένας πελαγίσιος που πάει να μιλήσει μ’ έναν πολύ γραμματισμένο κύριο, μέσα σε μια μισοφωτισμένη βιβλιοθήκη με πολύτιμα χαλιά. Μου έτυχε κάπου-κάπου, μελετώντας τον παράξενο αυτόν άνθρωπο, να ψιθυρίσω: καιρός να πάμε να πάρουμε τον αέρα μας στη θάλασσα. Το παρελθόν μου είναι άλλο και, όπως ειπώθηκε: «μονάχα ένα όμοιο παρελθόν μπορεί να κάνει όμοιες τις ψυχές». H «Θάλασσα του πρωιού» δεν είναι η δική μου. Παιδί, έζησα πολύ στο ύπαιθρο· οι κομψές εκφράσεις ηχούσαν κωμικά στ’ αυτιά μου· στην ηλικία που μαθαίνει κανείς να διαβάζει, είχα στα χέρια μου Πάλλη και Ψυχάρη· οι καθαρευουσιάνοι ήταν οι αντίπαλοι· ο πατέρας μου ήταν δημοτικιστής. Θυμούμαι, δέκα χρονώ, πρώτη φορά που με πήγαν στο Θέατρο, στη Σμύρνη, τα σφυρίγματα και τους γλωσσαμύντορες να χτυπιούνται με τους άλλους θεατές· η Κυβέλη και ο Παπαγεωργίου παίζαν Οιδίποδα Τύραννο, μετάφραση του Στέλιου Σεφεριάδη, σε ριμαρισμένους δεκαπεντασύλλαβους. Όσο και να ψάχνω μέσα μου, δεν είμαι διόλου Φαναριώτης.
     Με τέτοια προηγούμενα και με την αρκετά ταραγμένη ατμόσφαιρα που έζησα αργότερα μέσα και έξω από την Ελλάδα, δεν είναι περίεργο που δεν ένιωσα την έλξη του Καβάφη. Υπήρχε, νομίζω, κι άλλος ένας λόγος. Ώς τις μέρες που βγήκε η πρώτη έκδοση σε βιβλίο των ποιημάτων του, δεν είχα παρά μια πολύ κομματιαστή θέα του έργου του, από σποραδικά μονόφυλλα, αναδημοσιεύσεις σε περιοδικά, ή προφορικές μνείες, που κυκλοφορούσαν τις περισσότερες φορές στα χείλια ζηλωτών ή χαμηλών μιμητών. Οι λαοφιλέστεροι στίχοι του δε με τραβούσαν, και μ’ ενοχλούσαν οι λίβελλοι και οι πανηγυρισμοί που άκουγα γι’ αυτόν.
     Ωστόσο μου έστειλε μια βιβλιοδετημένη σειρά μονόφυλλα, του 1907-1915 α δε γελιέμαι,1 και του έστειλα τη Στροφή, όταν εβγήκε. Τα πράγματα δεν άλλαξαν πάρα πολύ. Έτσι ώς το χειμώνα ’36-37. Υπηρετούσα τότε στην Κορυτσά· πολλές φορές το χιόνι έκλεινε τα περάσματα και δε λάβαινα γράμματα μήτε εφημερίδες για δυο και τρεις εβδομάδες· είχα ήσυχες ώρες και είχα επιτέλους ολόκληρο το έργο του. Τότε κάθησα για πρώτη φορά να τον μελετήσω με κάποιο σύστημα. Προχωρούσα, θυμάμαι, πολύ σιγά, πολύ εμπειρικά, κοιτάζοντας να ιδώ ποιοι στίχοι του μπορούσαν ν’ αγκιστρωθούν στη μνήμη μου· οι περισσότεροι ήταν από τα μεσαία ή τα τελευταία ποιήματά του. Στο τέλος καταπιάστηκα μια μελέτη για τα Νέα Γράμματα. Στα χαρτιά μου της εποχής εκείνης βρίσκω τούτη τη σημείωση: «Αν ήμουν μεγαλύτερος, θα είχα ίσως αγαπήσει περισσότερο τον Καβάφη· αν ήμουν νεότερος, θα μ’ ενδιέφερε ίσως λιγότερο». Μετατέθηκα· η μελέτη έμεινε μισοτελειωμένη· μπαίναμε στις παραμονές του πολέμου· πέρασε ο καιρός.
     Ξανασυλλογίστηκα τον Καβάφη το Μάη του ’41, όταν, επιβάτης από την Κρήτη, πρωταντίκρισα την Αίγυπτο στο Πορτ Σαΐντ. Ήτανε σκοτεινές οι ώρες· έγραφα στο ημερολόγιό μου:
     «Παρασκευή, 16 Μάη. ― Αίγυπτος, η χαμηλή γης. H πιο χαμηλή που είδα ποτέ μου· κανένα βουνό στον ορίζοντα. Τα ψηλότερα πράγματα που βλέπεις καθώς πλησιάζεις είναι τα καράβια και τα σπίτια. Κίτρινη θάλασσα· η θάλασσα του Πρωτέα, και μέδουσες, πολλές μέδουσες· ένα έντονο γαλάζιο. Πού να είναι ο Αντωνίου;... Και ο Ελύτης;... Το αντιτορπιλικό που βγήκε να μας οδηγήσει είναι ελληνικό· τα ξύλινα τείχη μας, τώρα. Μερικοί από μας φωνάζουν: “Αέρα!...”, κι οι ναύτες του μας αποκρίνουνται: “Αέρα!...” Το λιμάνι γεμάτο καράβια, γεμάτο ζωή. Ένας Νεοζηλανδός αξιωματικός παίζει στο μηχανικό πιάνο του σαλονιού τη σονάτα «Clair de lune». Παράξενη μουσική κάτω από τούτο τον ήλιο· ξεκρέμαστη, όπως αρχίζει να γίνεται η ζωή μας. Συλλογίζομαι τον Καβάφη καθώς προσέχω τη χαμηλή τούτη χώρα. Τέτοια είναι η ποίησή του· πεζή, σαν τον απέραντο κάμπο μπροστά μας· δεν ανεβοκατεβαίνει· περπατά· τον καταλαβαίνω καλύτερα τώρα και τον εκτιμώ γι’ αυτό που έκανε. Ξαφνίζομαι· λέω πως είμαι κι εγώ σαν τον Νεοζηλανδό με τη μηχανική μουσική του. Έξω καιρού και τόπου. Αλλά ρωτιέμαι: αν ένας μπακάλης συλλογιζότανε τα φασόλια του και τους καφέδες του, τέτοιες ώρες, θα ήταν άραγε το πράγμα για ξάφνιασμα; Ο ποιητής Φερνάζης.»
     Ήρθα στις καβαφικές επαρχίες, με τον καημό του πρόσφυγα· στην Αλεξάνδρεια βρήκα μια πρωτεύουσα που μιλούσε ακόμη ελληνικά, μιαν οριακή πρωτεύουσα, όπως η παλιά Σελεύκεια επί του Τίγρη· έναν ελληνικό λαό που είχε τον ποιητή του· ο ίσκιος του δεν είχε χαθεί ολότελα από τους δρόμους και τα κέντρα της· έναν διαφορετικό ελληνικό κόσμο ίσως, αλλά ήταν ο μόνος που μου έμενε ώς την απελευθέρωση του τόπου. Και αλήθεια, τώρα που αναλογίζομαι τους πικρούς εκείνους καιρούς, νομίζω πως μπορώ να πω πως οι καλύτερες μέρες που έζησα στα τριάμισι χρόνια της εξορίας μου, ήταν οι λίγες αλεξανδρινές. Δώδεκα χρόνια αργότερα, περαστικός με το καράβι, κατέβηκα πάλι στην Αλεξάνδρεια και τριγύρισα λίγο στους αλλοτινούς δρόμους· η γοητεία είχε στεγνώσει· πλάι στον αριθμό 10 της Rue Lepsius μια μεγάλη στοίβα σκουπίδια· η πόλις του Καβάφη είχε φύγει.
     Από τις τρεις ή τέσσερεις εβδομάδες που έμεινα την πρώτη φορά στην Αλεξάνδρεια ξεκίνησαν οι σελίδες που δημοσιεύω παρακάτω. Είναι τα αποσπάσματα μιας μακρύτερης εργασίας που άρχισα στην Πρετόρια τον Οχτώβρη του ’41. Νομίζω πως το πιο αποφασιστικό κίνητρό της ήταν η λαχτάρα του πρόσφυγα, ίσως, πιο σωστά, η νεύρωση του εξόριστου. Με κάποιον τρόπο υπήρχε ένα πεισματικό στοίχημα σ’ αυτή την υπόθεση. Αντιγράφοντας, καθώς έτυχε, τα ποιήματα του Καβάφη, τα σχολίαζα ένα προς ένα με λεπτολογία μοναστηρίσια κάποτε· ήθελα να κάνω ένα βιβλίο μ’ αυτά τα σχόλια. Ήταν μια βοήθεια για να ζω ακόμη στον τόπο που μου έλειπε· έπειτα, κουβέντιαζα μ’ ένα μάστορα για την τέχνη του, στη γλώσσα μου, την πολιορκημένη. H δουλειά δεν ήταν πολύ εύκολη· μου έλειπαν τα βιβλία· ο παπάς της εκκλησιάς μού είχε δανείσει την Ιστορία του Παπαρρηγόπουλου, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη είχα βρει έναν Φιλόστρατο, αλλά γύρευα τόσα ακόμη. Τώρα λέω πως είναι καλύτερα που δεν τα βρήκα· δεν είμαι βέβαιος αν είναι πάντα ωφέλιμα τα βοηθήματα που νομίζουμε πως μας χρειάζουνται. Ωστόσο η πρώτη γραφή ήταν πολύ προχωρημένη όταν έφυγα, μετά πέντε μήνες, στο Κάιρο. Τα χειρόγραφά μου δεν τα ξανάπιασα ώς το τέλος του ’46. Τότε τα ξανακοίταξα και συμπλήρωσα όσα κομμάτια μπορούσα με περικοπές κειμένων και παραπομπές.2 Τα είδα μια-δυο φορές ακόμη ώς την αρχή του ’50, και θα τα είχα καταστρέψει αν λίγα πρόσωπα δε με παρακινούσαν επίμονα να τα δημοσιέψω· ίσως να είναι σωστό πως η αυστηρή σιωπή, όπως και άλλες πιο διαχυτικές εκδηλώσεις, μπορεί να σημαίνει ότι αποδίδουμε υπερβολική σημασία στον εαυτό μας. Το μόνο που θέλω να προσθέσω είναι ότι δεν μπόρεσα να ενημερώσω βιβλιογραφικά τα κείμενά μου, δηλαδή από το ’47 ή ’48 και πέρα, ή να σημειώσω πράγματα που ίσως να έχουν ειπωθεί από άλλους. Παρακαλώ να με συμπαθήσουν όσους κανονικά θα έπρεπε να είχα αναφέρει· όπως η Αλεξάνδρεια, είχε φύγει και ο καιρός του Καβάφη για μένα.
 
1960
 
 
 
 
 
ΙΙ. O ΠΗΓΑΙΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ
 
ουδ’ ο γέρων δολίης επελήθετο τέχνης
ΟΜΗΡΟΥ, δ 455
 
 
1. β´ Φωνές (1904).3 Αποκηρυγμένη γραφή, 1894, με τον τίτλο: «Φωναί γλυκείαι»:
 
     Είν’ αι γλυκύτεραι φωναί όσαι διά παντός
          εσίγησαν, όσαι εντός
     καρδίας μόνον λυπηράς πενθίμως αντηχούσιν.
 
     Εν τοις ονείροις έρχονται δειλαί και ταπειναί
          αι μελαγχολικαί φωναί,
     και φέρουν εις την μνήμην μας την τόσον ασθενή
 
     αποθανόντας ακριβούς, ους κρύα κρύα γη
          καλύπτει, και δι’ ους αυγή
     ποτέ δεν λάμπει γελαστή, ανοίξεις δεν ανθούσιν.
 
     Στενάζουν αι μελωδικαί φωναί· κ’ εν τη ψυχή
          η πρώτη ποίησις ηχεί
     του βίου μας ― ως μουσική, την νύκτα, μακρυνή.
 
Δεν είναι περίφημο το αυτί του Καβάφη· κακοφωνίες: ακριβούς ους, κρύα κρύα. Ωστόσο το ποίημα μου θυμίζει
 
     L’inflexion des voix chères qui se sont tues
 
του Βερλαίν, ή κάποιο παραπλήσιο ήχο των χρόνων εκείνων. Το πράγμα θα ήταν αδιάφορο αν δε μας έδειχνε από πού ξεκινά η ευαισθησία του Καβάφη και η τέχνη του· πόσο μαλακά αρχίζει.
     Οι «Φωναί γλυκείαι» με κάνουν να σκέπτομαι την πρώτη και αρκετά μακριά περίοδο εκείνη που ο Καβάφης δουλεύει σαν ένας μέτριος στιχουργός. Ήταν σαράντα ενός χρονώ σαν έβγαλε στα 1904 την πρώτη ποιητική συλλογή του· γεννήθηκε στα 1863. Από το 1886 αρχίζει να δημοσιεύει σε περιοδικά και ημερολόγια στίχους κάθε τόσο. Στα δεκαοχτώ αυτά χρόνια έχουν κυκλοφορήσει καμιά σαρανταριά ποιήματά του. Όμως από αυτά μόνο δεκατέσσερα δημοσιεύτηκαν ή ξαναδημοσιεύτηκαν στο πρώτο εκείνο φυλλάδιο και ανήκουν στη σειρά των εκατόν πενήντα τέσσερων που απαρτίζουν το αναγνωρισμένο του έργο. Τα άλλα θα τα αποσιωπήσει· είναι τα λεγόμενα «αποκηρυγμένα»·4 μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις θα τον ιδούμε να τα μεταποιεί ακόμη και ύστερα από το 1904.
     Το αξιοσημείωτο τώρα είναι ότι αν η ζωή του ποιητή Καβάφη τέλειωνε στα σαράντα, θα έμενε στην ελληνική γραμματολογία σαν ένας στιχουργός με δυο-τρία καλά οπωσδήποτε ποιήματα, άλλα τόσα «συμπαθητικά», κι έναν μεγάλον όγκο πολύ κακών κατασκευασμάτων. «Τα ζωηρότερα γεγονότα δεν μοι εμπνέουν αμέσως. Χρειάζεται, πρώτα να περάσει καιρός. Κατόπιν τα ενθυμούμαι και εμπνέομαι» (Λ, 21) έλεγε ο Καβάφης, σοφός με πολλή πείρα, ύστερ’ από τα εξήντα ― αλλά στα σαράντα του μοιάζει να μην έχει περάσει αρκετός καιρός γι’ αυτόν. Είναι αβέβαιος· ψηλαφεί και παραπατά· μοιάζει να δημιουργεί από τα έξω προς τα μέσα· βιομηχανικά.
     Εδώ θα ήταν ίσως χρήσιμο να σταματήσουμε λίγο για να θυμηθούμε ποιος είναι ο ελληνικός ποιητικός ορίζοντας τα χρόνια εκείνα· ας πούμε: από τα ’65 ώς το τέλος του αιώνα.
     «Ανάμεσα στους ποιητές που κρατήσανε στην Αθήνα τα σκήπτρα του τραγουδιού, από τα 1865 ώς τα 1873, ο Παπαρρηγόπουλος ξεχωρίζει» μας πληροφορεί ο Παλαμάς. Αλλά στα 1878 έχουνε δημοσιευτεί οι Τρυγόνες και Έχιδναι του Ιω. Παπαδιαμαντόπουλου και στα 1879 πεθαίνει ο Βαλαωρίτης. O Παλαμάς, τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος από τον Καβάφη, δημοσιεύει Τα Τραγούδια της Πατρίδος μου (1886), τον Ύμνον εις την Αθηνάν (1889), Τα μάτια της ψυχής μου (1892) και τους Ίαμβους και Ανάπαιστους (1897). Στα 1888 βγαίνει Το Ταξίδι μου του Ψυχάρη και ξαναπροσέχουν τον Κάλβο. H μετάφραση της Ιλιάδας του Πάλλη κυκλοφορεί στα 1893, και τον επόμενο χρόνο πεθαίνουν ο Κρυστάλλης και ο Βιζυηνός. Στα 1898 ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος τυπώνει Τα ελεγεία και τα ειδύλλια και στα 1899 ο Μαλακάσης βγάζει τα Συντρίμματα. Την ίδια εποχή πολλά ποιήματα του Γρυπάρη έχουν φανατικούς θαυμαστές.
     Όλη αυτή η περίοδος, αρχίζοντας από την ξαφνική σπιθοβολή ορισμένων στίχων, στη δημοτική, του Παπαδιαμαντόπουλου που γοητεύουν τον Παλαμά, ώς «Στον ίσκιο της καρυδιάς» του Γρυπάρη ή «Το Δάσος» του Μαλακάση, δείχνουν έναν οργασμό της ελληνικής ποιητικής έκφρασης, και από την άποψη της ευαισθησίας και από την άποψη της γλώσσας, που είναι άλλωστε πράγματα αλληλένδετα. O Καβάφης μοιάζει να είναι έξω από όλα αυτά. Στα 23 του χρόνια (1886) αρχίζει σαν ένας ασήμαντος μαθητής του Παπαρρηγόπουλου:
 
     Από του κόσμου κεκμηκώς την πλάνον αστασίαν,
     εντός του ποτηρίου μου εύρον την ησυχίαν·
     ζωήν κ’ ελπίδας εν αυτώ και πόθους εσωκλείω·
               δότε να πίω.
 
Αλλά γράφει και την απλή γλώσσα σε δεκαπεντασύλλαβους της παράδοσης του Καισάριου Δαπόντε, μεταφράζοντας την μπαλάδα μιας Αγγλίδας λαίδης του 18ου αιώνα:
 
     Από τον νου μου προσπαθώ να βγάλω τον Αντώνη,
     κ’ έχω κρυφό τον πόνο μου, και λυώνω σαν λυχνάρι.
     Απ’ τον Θεό την δύναμι ζητώ πιστή να ήμαι
     στον Σταύρο που δεν αγαπώ... και όστις με λατρεύει.
 
Το ποίημα, στη μετάφραση, έχει το σημαδιακό τίτλο «Μάταιος, μάταιος έρως» (1886).
     Τα ελληνικά του ― δημοτική ή καθαρεύουσα ― είναι μέτρια· θέλω να πω: με τα κριτήρια των καιρών εκείνων. Μοιάζει να μην ακούει ούτε τον εαυτό του ούτε τη γλώσσα του· γράφει αφηρημένα πράγματα ή βυθίζεται σ’ ένα χυλό μελαγχολίας· είναι ένας κοσμικός ερασιτέχνης· φαντάζεται κανείς ένα συνομήλικό του να κάθεται στο πιάνο και να δοκιμάζει να τα μελοποιήσει. Θα υπάρχουν, φαντάζομαι, σε οικογενειακά λευκώματα, άγνωστοι, πολλοί τέτοιοι στίχοι.
     Ύστερ’ από πέντε χρόνων σιωπή, ένα στιχούργημα: «Κτίσται». Φανερώνει σε υποτυπώδη κατάσταση τρία σημεία χαρακτηριστικά για την κατοπινή εξέλιξη του ποιητή: α) Την τάση προς την παραβολή, προς το μύθο. β) Την πολύ πλούσια ρίμα, που ονομάστηκε «ρίμα-καλαμπούρι» (φέρει-αίρει, άλλος-σάλος). γ) Το απότομο δρασκέλισμα, το σπάσιμο του στίχου. Αυτούς τους τρόπους θα τους χρησιμοποιήσει αργότερα με πολύ μεγαλύτερη μαστοριά, αλλά τώρα η ποιότητά του είναι φτενή:
 
     η τελειότης του αυτή το έργον θα κρημνίση
     κ’ εκ νέου πας ο μάταιος κόπος αυτών θ’ αρχίση.
     (1891)
 
     Τον επόμενο χρόνο η έμπνευσή του στρέφεται σε θέματα του αιγυπτιακού περιβάλλοντός του· δυο στιχουργήματα· το πρώτο, «Λόγος και Σιγή», σχολιάζει μιαν αραβική παροιμία:
 
     Νοσείς. Είν’ η αναίσθητος Σιγή βαρεία νόσος,
     ενώ ο Λόγος ο θερμός, ο συμπαθής, υγεία.
     Σκιά και νυξ είν’ η Σιγή· ο Λόγος, η ημέρα.
     Ο Λόγος είν’ αλήθεια, ζωή, αθανασία.
     Λαλήσωμεν, λαλήσωμεν...
     (1892)
 
 
     Τέτοια ρητορεύει, ενώ, καθώς υποψιάζομαι, πρέπει να του χρειαζότανε πολλή σιγή. Το δεύτερο είναι περιγραφή ενός αράπικου ανοιξιάτικου πανηγυριού, του «Σαμ ελ Νεσίμ». «Ο ποιητής κάμνει ορθάς ψυχολογικάς παρατηρήσεις» θα μπορούσε να πει ο επιφυλλιδογράφος της εποχής· αλλά ο ποιητής επιτρέπει στην πένα του να γράψει αποστομωτικές φράσεις σαν την ακόλουθη:
 
     Και αμιλλώντ’ αι εξοχαί τα πλείστα τίς θα πάρη κάρρα...
 
     Τέλος ένα τρίτο στιχούργημα, «Αοιδός», μας ξαναφέρνει στον τόνο του 1886:
 
     Είν’ εκ σμαράγδου μαγικού του οίκου του οι τοίχοι ―
          και ψιθυρίζουν εν αυτοίς φωναί, «Φίλε ησύχει·
     σκέπτου και ψάλλε. Μυστικέ απόστολε ευψύχει!
     (1892)
 
     Ίσως το «σκέπτου» να μην είναι τυχαίο, αλλά ποιος μπορεί να ξέρει μέσα σε τούτη τη σύγχυση.
     Πάλι διακοπή, κι έπειτα, παράλληλα με το «Φωναί γλυκείαι», «Το καλαμάρι»:
 
     Πού ηύρε η μελάνη σου τα μυθικά
     τα πλούτη ! Κάθε κόμπος της εις το χαρτί σαν στάζει
     ένα διαμάντι περισσότερο μας βάζει
     μέσα στης φαντασίας τα διαμαντικά.
     (1894)
 
     Μα πού είναι ο Καβάφης; αναρωτιέται κανείς. Κάποτε συλλογίζεσαι πως όσο πιο «ειλικρινείς» είναι οι φράσεις του τόσο γίνουνται πιο τραγελαφικές· δεν είναι τόσο απλό πράγμα η ειλικρίνεια. Τον ίδιο χρόνο γράφει για τον μουσικό «Τιμόλαο τον Συρακούσιο»:
 
     Αόριστός τις λύπη τον κατέχει,
     η λύπη τής πολλής αδυναμίας του.
     Κενά αισθάνεται τα όργανά του,
     ενώ πληρούται η ψυχή του μουσικής.
 
     Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι, αυτοβιογραφικά, είναι ειλικρινής ο Καβάφης· ότι ύστερα από τόσες θλιβερές απόπειρες «αισθάνεται κενά τα όργανά του»· αλλά τι το όφελος. Τέλος, για να συμπληρώσω την εικόνα, δοκιμάζει μια ακόμη πιο αρχαΐζουσα, σχεδόν μακαρονική γλώσσα.
 
               Εγκρατής ειμί
     εν τω ψηφίζειν. Αλλ’ αν ευρεθή στιγμή
     καθ’ ην διαιρεθήτ’ εις δύο σώματα
     οι μεν υπέρ, οι δε κατά, τα δώματα
     χωρίς ν’ αφίσω τ’ ουρανού, υμείς αυτοί
     την ψήφον μου θα χρησιμεύετε...
     (1894)
 
 
     Αυτά τα λόγια «είπ’ η Παλλάς», κατά τον Καβάφη, στους Αθηναίους. Στα 1896, μολονότι είναι ο χρόνος των «Τειχών» (22. ιε´), τα απελπιστικά δείγματα δε λείπουν, και το 1897 μας παρουσιάζει τη χειρότερη απ’ όλες τις στιχοποιίες του:
 
     Η αρχαία τραγωδία, η αρχαία τραγωδία
     είναι ιερά κ’ ευρεία ως του σύμπαντος καρδία.
     Την εγέννησεν είς δημος, μία πόλις Ελληνίς,
     αλλ’ ευθύς εκείνη έπτη κ’ έστησεν εν ουρανοίς
               την σκηνήν.
 
     Εν θεάτρω Ολυμπίω, εν αξία των κονίστρα,
     ο Ιππόλυτος, ο Αίας, Άλκηστις και Κλυταιμνήστρα,
     την ζωήν μάς διηγούνται την δεινήν και την κενήν,
     και ελέους θείου πίπτει εις την γην την αλγεινήν
               η ρανίς.
 
     Το πράγμα είναι υπέρογκο. Είναι 34 χρονώ. Μέσα σ’ αυτή την ομίχλη δεν μπορεί να ιδεί κανείς σχεδόν τίποτε· ούτε πώς επιμένει, ούτε πού κοπιάζει, ούτε πώς κρίνει· με άλλα λόγια: ανεξάρτητα από τη γλώσσα, δεν έχει ύφος· είναι αφανής.
     Θα σταματήσω εδώ, αφήνοντας κατά μέρος άλλα αποκηρυγμένα. Τη μόνη παρατήρηση που θα μπορούσα να προσθέσω είναι ότι, όπως μας το δείχνουν τα έργα της νιότης του και της πρώτης ώριμης ηλικίας του, ο Καβάφης δεν είναι άνθρωπος που έχει έμφυτο το δώρο του λόγου· μήτε είναι ο λόγος που τον βοηθεί να βρει την αλήθεια του· θα είχα τη ροπή να υποθέσω ότι τον εμποδίζει. Είναι περίεργο· τις περισσότερες φορές, το έμφυτο ρήμα οδηγεί τον ποιητή στην πρόοδό του. Στον Καβάφη, όχι· θαρρείς πως είναι υποχρεωμένος να πιαστεί από κάπου αλλού, να αγκιστρωθεί σ’ ένα αντικείμενο εξωτερικό για να σωθεί από τη ρηματική σύγχυση που φέρνει μέσα του. Θαρρείς πως το καθετί που τον σπρώχνει προς την ανάπτυξη του λόγου, τον βλάπτει. Λένε πως «το κεραμεούν και φαύλον· το σιχαμερό» (ριθ´) το έγραψε για έναν ομότεχνο, που δεν μπορούσε να υποφέρει· μπορεί. Ωστόσο, καθώς φαντάζομαι, πρέπει, να το δοκίμασε πολύ περισσότερο πάνω στον ίδιο τον εαυτό του.
     Για να βρει τελειωτικά το δρόμο του, θα πρέπει να περιπλανηθεί ακόμη και να εγκαταλείψει κάμποσα πράγματα ο Καβάφης· αλλά εδώ, στην αρχή, η παραβολή της πρώτης και της δεύτερης γραφής των «Φωνών» δείχνει πώς άλλαξε και πόσο βάρυνε το τραγουδάκι του 1894:
 
     Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε·
     κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.
 
O δεύτερος στίχος εκφράζει μια πραγματική πείρα· είναι ένας τόνος ατόφιος, καινούργιος· ο Καβάφης αισθάνεται μέσα στη σκέψη του.
 
 
2. α´ Eπιθυμίες (1904). Έχω την εντύπωση πως το ποίημα ξεκινά από μια ατόφια ανάσα — τους τρεις πρώτους στίχους — που φέρνει την εικόνα ενός προχριστιανικού επιταφίου. Έπειτα δεν ξέρω· οι τρεις κατοπινοί στίχοι, μου φαίνεται, θα μπορούσαν ν’ αντικατασταθούν μ’ οτιδήποτε άλλο. Oι ανεκπλήρωτες επιθυμίες δεν περνούν· μένουν εκεί, φαντάσματα παρόντα· μας εμπαίζουν· γίνουνται η διακοπή, η δική μας, των έργων των θεών (8. ι´). O Καβάφης «ο φοβερός αυτός και καταχθόνιος νεκρομάντης» έγραψε ο Ι.Ν. Γρυπάρης (περ. Νέα Τέχνη, Iούλ.-Oκτ. 1924.)
     Οι «Επιθυμίες» ενδιαφέρουν, γιατί εισάγουν τα δυο κύρια θέματα του Καβάφη: το θέμα του νεκρού και το θέμα της ηδονής.
 
 
3. στ´ Κεριά (1899). Ίσως επειδή μπορούν εύκολα να γίνουν αντικείμενο ενός φροϋδικού ονειροκρίτη, ίσως επειδή εφαρμόστηκε υπερβολικά η ψυχανάλυση στον Καβάφη, τα «Κεριά» με κάνουν να συλλογίζομαι τη σημασία και τη βαρύτητα της ψυχαναλυτικής κριτικής. H μέθοδος αυτή μπορεί βέβαια να μας δώσει αξιοπρόσεχτα στοιχεία που μπορεί να φωτίσουν βιογραφικά μια φυσιογνωμία· αλλά πρέπει να θυμόμαστε πως δεν μπορεί μήτε να αξιολογήσει μήτε να εξηγήσει τη γένεση ενός ποιήματος. Λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο είτε πρόκειται για τα έργα ενός μεγάλου καλλιτέχνη είτε για τα έργα ενός ηλιθίου, και το θέμα είναι γιατί, ανάμεσα σε δέκα χιλιάδες ανθρώπους που έχουν το οιδιπόδειο ή το σύμπλεγμα του εκτομία, ένας ή δυο μονάχα έκαναν ένα αξιόλογο έργο.
     Θα διάβαζα με πολύ ενδιαφέρον μια καλή ψυχαναλυτική μελέτη για τον Καβάφη, αλλά θα διάβαζα με το ίδιο ενδιαφέρον μια καλή αστρολογική μελέτη πάνω στο ωροσκόπιό του.
 
 
4. ε´ Ένας γέρος (1897). Το ποίημα του Καβάφη που πλησιάζει το περισσότερο τις ελλαδικές ποιητικές ροπές της εποχής· γλωσσικά και μορφικά είναι το λιγότερο καβαφικό ποίημα που ξέρω. Άλλωστε πρέπει να είναι αρκετά παλαιό· όχι μόνο γιατί γνωρίζουμε κάπως τη χρονολογία του, αλλά γιατί ο ρυθμός του είναι ίδιος με το ρυθμό ενός αποκηρυγμένου στιχουργήματος που δημοσιεύει την ίδιαν εποχή («Φωνή απ’ την θάλασσα», 1898):
 
     Φέρνει μηνύματα εις ταις ψυχαίς δροσάτα
     η μελωδία της. Τα περασμένα νειάτα
          θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καϋμό.
     Oι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε,
     αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε,
          μες στων κυμάτων τον γλυκόν ανασασμό.
 
     Eίναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς από πόσο κοντά μιμείται το «Oceano Nox» του Oυγκώ. Λ.χ.:
 
     Et quand la tombe enfin a fermé leur paupière,
     Rien ne sait plus vos noms, pas même une humble pierre
     Dans l’étroit cimetière ou l’écho nous répond,
     Pas même un saule vert qui s’effeuille à l’automne,
     Pas même la chanson naïve et monotone
     Que chante un mendiant à l’angle d’un vieux pont.
 
Kαι ο Kαβάφης:
 
     Tραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων;―
     το τραγικό παράπονο των πεθαμένων
     που κοιμητήριο ποθούν χριστιανικό.
     Tάφο, που συγγενείς με δάκρυα ραντίζουν,
     και με λουλούδια χέρια προσφιλή στολίζουν,
     και που ο ήλιος χύνει φως ζεστό κ’ ευσπλαγχνικό.
 
     Aλήθεια, είναι περίεργο και ενδιαφέρον να συλλογίζεται κανείς ότι, όπως άλλοτε δοκίμαζε να μεταφράσει Shelley, αναθυμάται τώρα, που έχει περάσει τη μέση της ηλικίας του, τον Oυγκώ· ότι ένας από τους λιγότερο ρηματικούς ποιητές που υπάρχουν αργοπόρησε τόσο πολύ κοντά στην πολυλογία των ρομαντικών και των λογιοτάτων.
     Oπωσδήποτε, το «Ένας γέρος», καθώς και το «Φωνή απ’ την θάλασσα», δείχνουν την τελευταία απόπειρα του Καβάφη να μπει στο δρόμο που έπαιρνε στην Ελλάδα η ποίηση. Aλλά ο δρόμος αυτός δεν ήταν ο δικός του· οδηγούσε προς το «σωρό»· αυτός ήταν άνθρωπος άλλης φυλής· ήταν Φαναριώτης· δεν μπορούσε να μην αισθάνεται κάποια χυδαιότητα στις ροπές της νέας σχολής. Ολόκληρο το σόι του είχε δοκιμάσει κάτι τέτοιες αντιδράσεις. Όταν τον βλέπεις να χειρίζεται τη δημοτική, θαρρείς πως την πιάνει με την τσιμπίδα. Με τέτοια ανατροφή, δεν ήταν δύσκολο να καταντήσει ένας άδοξος επίγονος των καθαρευουσιάνων· τον έσωσε, καθώς νομίζω, ένα δαιμόνιο που είχε μέσα του και που δεν τον άφηνε να κάνει το πράγμα που ήταν λογικό να κάνει· που του αποσπούσε κάθε τόσο και μια προσωπίδα, ένα ιμάτιο. Στο τέλος έμεινε σαν ένα παράξενο αντικείμενο στην ακρογιαλιά, γλυμμένο από το κύμα, που κάνει τον οδοιπόρο να σταματήσει και να γυρέψει να το εξηγήσει. Αλήθεια, «δε γράφουμε τα βιβλία που θέλουμε».
 
 
5. γ´ Δέησις (1898). H βυζαντινή τούτη εικόνα, που μοιάζει τόσο με την αινιγματική όψη των αιγυπτιακών αγαλμάτων, παρουσιάζει για πρώτη φορά το θέμα του εμπαιγμού, της απιστίας, της απάτης, του φενακισμού θεών και ανθρώπων, το θέμα που διατρέχει όλη την ποίηση του Καβάφη, από τους πρώτους του στίχους, άμεσα ή πλάγια, με όλους τους τρόπους, ώς την τελευταία του φράση — «Το ουσιώδες είναι που έσκασε» (ρνδ´). Νομίζω πως είναι το βασικό θέμα του Καβάφη. Μας οδηγεί μακριά στα περασμένα του, ώς την εποχή τουλάχιστο που ξεκίνησε από τον παπαρρηγοπουλικό ρομαντισμό.
 
     H γη την τροχιάν αυτής ταχέως διανύει,
     λακτίζουσα εις το κενόν έν μέρος οικουμένης.
     H αύριον ερείπια της σήμερον δεικνύει,
     κενώσωμεν την κύλικα — θνητέ, τι περιμένεις;
 
έγραφε ο Παπαρρηγόπουλος. Και ο Καβάφης, στα είκοσι τρία του χρόνια:
 
     H γη ’ναι σφαίρα σκοτεινή, ψυχρά τε και δολία.
     Tα άσματά μου πλανερά του κόσμου είν’ εικών.
     Έρωτα ψάλλω και χαράν. Aθλία παρωδία,
     αθλία λύρα, έρμαιον παντοίων απατών!
 
     Θ’ άξιζε τον κόπο να μελετήσει κανείς βαθύτερα, κάποτε, αυτή την τόσο περίεργη διαμόρφωση, μέσα στο έργο του Καβάφη, ορισμένων ρομαντικών στοιχείων, δικών μας ή ξένων.
 
 
6. θ´ H ψυχές των γερόντων (1901).
 
     Tι θλιβερές που είναι η πτωχές...
     η σαστισμένες κι αντιφατικές
     ψυχές, που κάθονται – κωμικοτραγικές...
 
     Ψυχές, ψυχάρια μέσα σ’ αφανισμένα πετσιά, κρεμασμένα σ’ ένα παλαιοπωλείο· θυμοσοφικός σαρκασμός· τόνος υποκοριστικός που θυμίζει τα υποκοριστικά των στωικών. «Ψυχάριον ει, βαστάζον νεκρόν, ως Επίκτητος έλεγεν» γράφει ο Μάρκος Αυρήλιος.
     Στα 1901 ο Καβάφης δεν έχει πατήσει τα σαράντα, όμως τα γερατειά είναι μέσα του, όπως στον Φλωμπέρ από μικρό παιδί, όπως στον Έλιοτ του «Προύφροκ» και του «Γεροντίου». Και είναι αξιοπρόσεχτο ότι και οι τρεις τους είναι άνθρωποι με το συναίσθημα της Ιστορίας. Τα γερατειά του Φλωμπέρ, του Καβάφη, του Έλιοτ δεν είναι μόνο της ιδιοσυγκρασίας τους, αλλά και τα γερατειά του κόσμου τους. Είναι αξιοπρόσεχτο ακόμη ότι και οι τρεις τους είναι δύσκολοι συγγραφείς, δεν εννοώ στο νόημα, αλλά στο γράψιμο· παιδεύουνται πολύ και παιδεύουν το υλικό τους.
     Γέροι με μεγάλη μνήμη, γέροι που διδάσκουν. Όταν διαλύεται η πίστη, όταν ο μύθος έχει σβήσει· όταν οι κοινωνίες χάνουν τα πλαίσιά τους και από τα γκρεμισμένα τείχη της πολιτείας ξεχύνουνται και γίνουνται ένα κράμα (ξα´) ή ένα τέλμα· όταν δε μιλούν πια οι άνθρωποι την ίδια γλώσσα αλλά ο καθένας ένα ατομικό ιδίωμα, με ποια κοινά δεδομένα θα μπορέσει να συνεννοηθεί ο ποιητής; Είτε θα προσπαθήσει να εκφραστεί χρησιμοποιώντας τα σύμβολα που απομένουν ακόμη κοινά ανάμεσα στους ανθρώπους, και τότε τις περισσότερες φορές θα είναι ο υποταχτικός της μνήμης. Είτε θα προσπαθήσει να βγάλει μια δυνατή συγκλονιστική φωνή. Δεν είναι άσκοπο να το θυμόμαστε κάπου-κάπου· οι σοβαρές υποθέσεις της ποιητικής έκφρασης, εδώ και ογδόντα τόσα χρόνια, κυμαίνουνται ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο ακραία όρια· ανάμεσα σ’ έναν Καβάφη, που δεκατεσσάρω χρονώ στρώνεται στη σύνταξη ενός ιστορικού λεξικού, και έναν Rimbaud, που αφού, στα δεκαεννιά του χρόνια, έγραψε την «Κόλασή» του, πήγε να καταποντιστεί πέρα στην Aβησυνία. Είναι παράξενη η μορφή που πήρε, στα δύσκολα χρόνια μας, η παλιά διάκριση της ποίησης του σωφρονούντος και του μαινομένου, που έκανε ο Πλάτων.
 
 
7. δ´ Το πρώτο σκαλί (1899). Εκφράζει φανερά την εμπειρία του Καβάφη από τις πρώτες του μακριές περιπλανήσεις στο λαβύρινθο της τέχνης—«το πρώτο σκαλί της ποιήσεως», που νομίζει ότι πατά γύρω στα 1900:
 
     Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι...
 
     Ταξίδεψε πολύ για να βρει τον προορισμό του. Ως εδώ δε γίνεται καθόλου λόγος για την πόλη που γεννήθηκε, ούτε για τις εποχές που θα του δώσουν αργότερα το κλίμα του. Μόνο μια φορά, στο «Τιμόλαος ο Συρακούσιος» (1894), μας παρουσιάζει μια σκηνή που έχει κάποιαν απόμακρη συγγένεια με το ώριμο έργο του· και, σε δυο άλλες περιπτώσεις, με τα ποιήματα «Οι Ταραντίνοι διασκεδάζουν» (1898) και μια πρώτη γραφή των «Βημάτων» (20. ιγ´), αισθανόμαστε την καταστροφή που υποβόσκει. Τα δυο τελευταία θα τα ξαναθυμηθώ, ο «Tιμόλαος» όμως ενδιαφέρει από τώρα την καβαφική γεωγραφία. H σκηνή είναι στις Συρακούσες· σ’ αυτή την πόλη είχε γεννηθεί και ο Θεόκριτος.
 
     Eίν’ ο Tιμόλαος ο πρώτος μουσικός
     της πρώτης πόλεως της Σικελίας.
 
     Μια πρωτεύουσα γυρεύει να εκφράσει αδέξια ο Καβάφης· μια μεγάλη πολιτεία που φέρνει μέσα του· η ιδέα τριγυρίζει στο μυαλό του, αλλά δεν έχει ακόμη σαρκωθεί· η Αντιόχεια και η Αλεξάνδρεια δεν έχουν φανεί στον ορίζοντα:
 
     Oι Έλληνες της Δυτικής Eλλάδος μας,
     εκ Nεαπόλεως και Mασσαλίας,
     εκ Tάραντος, Πανόρμου, και Aκράγαντος,
     και εξ όσων άλλων πόλεων τας όχθας
     της Eσπερίας στέφουσι μ’ ελληνισμόν,
     σπεύδουν αθρόοι εις τας Συρακούσας...
 
     Πηγαίνει προς τον τόνο «είμεθα ένα κράμα εδώ», δεν τον έχει βρει ακόμη. Για την ώρα, αυτός ο απόγονος μιας γενιάς που πρόκοψε στις μεγάλες παροικίες της Ευρώπης, εκφράζει με μια ψυχρή και ζητημένη καλλιέπεια ένα κοσμοπολιτικό πλήθος από «τας όχθας της Εσπερίας». Ενδιαφέρει ακόμη ο «Τιμόλαος» το θέμα του «Πρώτου σκαλιού», όπως το ονομάζω για συντομία, δηλαδή το θέμα του καλλιτέχνη που κοπιάζει, που δεν είναι ευχαριστημένος από τους καρπούς των κόπων του, που απελπίζεται, και ενός διδασκάλου που παραινεί. Το θέμα αυτό μοιάζει να είναι μια έμμονη ιδέα στον Καβάφη. Από το χρόνο που αρχίζει να δημοσιεύει, ο ποιητής παραπονιέται:
 
     Προς τι καλόν, τι όφελος ηθέλησεν η τύχη,
     εν τη αδυναμία μου επλάσθην ποιητής;
     Mάταιοι είν’ οι λόγοι μου· της λύρας μου οι ήχοι
     αυτοί οι μουσικώτεροι δεν είναι αληθείς...
 
και η παρηγορήτρα μούσα, που παίζει εδώ το ρόλο του Θεόκριτου, αποκρίνεται:
 
     Δεν είσαι ψεύστης, ποιητά. O κόσμος τον οποίον
     οράς εστίν ο αληθής.
      («O Ποιητής και η Μούσα», 1886)
 
     Μετά εφτά ή οχτώ χρόνια, πάλι το παράπονο και η παραίνεση· μιλά το ρολόι μιας φλαμανδικής εκκλησιάς· του αποκρίνεται ο «Aρχιερεύς».
 
     Eίπε το Ωρολόγιον· «Eίν’ η ζωή μου κρύα
          και άχρους και σκληρά...
     Ότε τους δείκτας μου νωθρώς, εν μαρασμώ γυρίζω
     μοι φανερώνεται παντός γηίνου η απάτη.
     Tέλος και πτώσις πανταχού...»
     Ήκουσεν ο Aρχιερεύς τον λόγον τον αυθάδη
     και είπεν· «Ωρολόγιον, η γλώσσ’ αυτή απάδει
     εις την εκκλησιαστικήν και υψηλήν σειράν σου...»
 
Θυμόμαστε τους στίχους:
 
     Είπ’ ο Θεόκριτος· «Αυτά τα λόγια
     ανάρμοστα και βλασφημίες είναι...»
 
     Δεν υπάρχει αμφιβολία, ο Καβάφης για πολύ καιρό αισθάνεται την αδυναμία να εκφραστεί, έτσι και ο Τιμόλαος:
 
     Tους μυστικούς του στίχους να εκχύση,
     μάτην παλαίει μετά πόνου κ’ εμμονής·
     αι τελειότεραί του αρμονίαι μένουν
     βωβαί κ’ υπολανθάνουσαι εντός αυτού...
 
     Δεν είναι υπερβολή, νομίζω, να παρατηρήσουμε από τώρα ότι πάρα πολύ σιγά ο Καβάφης προσπαθεί να φτάσει εκεί «που έφθασε» γυρεύοντας για χρόνια να δώσει μιαν άλλη μορφή σ’ ένα «περιεχόμενο», μια μορφή όλο και πιο συγκεκριμένη που τον βασανίζει. Aλλά όσο και να μας λέει ότι πάτησε το πρώτο σκαλί, έχει ακόμα πολύ δρόμο μπροστά του. Θα πρόσθετα πως αυτά τα ποιήματα του «Πρώτου σκαλιού», που σημείωσα, φωτίζουν την άλλη πλευρά ορισμένων ποιημάτων του πάνω στην ποίηση που συναντά κανείς στην ώριμη περίοδό του. Εκεί δεν παραπονιέται πια, αλλά σίγουρος για την τέχνη του, αφού ξεπέρασε τόσα εμπόδια, μοιάζει να θέλει να εξηγήσει, μονολογώντας, το πώς έγινε το μεγάλο αυτό ποιητικό ταξίδι. Και ο μύθος της «Ιθάκης» είναι θαρρώ ποίημα του «Πρώτου σκαλιού» (32. λβ´). Μύθος, όπως λέμε μύθος του Αισώπου. O μύθος του Θεόκριτου και του ποιητή Ευμένη είναι ο πρώτος στο αναγνωρισμένο του έργο.
 
 
8. ι´ Διακοπή (1901).
 
     ...τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής...
 
     Πάλι τα ψυχάρια· ο υποκοριστικός τόνος. Yπάρχει μια μόνιμη παρεξήγηση στις σχέσεις ανθρώπου και θεού για τον Καβάφη. O θεός είναι αδιάφορος (5. γ´, 13. ιζ´), κι αν τύχει κάποτε να θέλει να μας ευχαριστήσει, εμείς, τα άπειρα και βιαστικά όντα, «διακόπτομεν» το καλό του έργο. Την ανθρωπότητα τη βλέπει ο Καβάφης, χωρίς να εξαιρέσει τον εαυτό του, σαν ένα ποντίκι που χοροπηδά σπασμωδικά ανάμεσα στα νύχια της μοίρας. H Δήμητρα θέλει να ευεργετήσει τη Μετάνειρα και να κάμει αθάνατο τον Δημοφώντα, το παιδί της· το ίδιο θέλει και η Θέτις για το δικό της γιο, τον Αχιλλέα· και οι δυο θεές καταφεύγουν στην ίδια θεραπεία:
 
     μες σε μεγάλες φλόγες και βαθύν καπνόν
 
δοκιμάζουν να καθαρίσουν το βρέφος από το στοιχείο της φθοράς με τη φωτιά της αθανασίας. Aλλά είμαστε όλοι σαν τη Μετάνειρα και σαν τον Πηλέα· νομίζουμε πως η φλόγα της αθανασίας είναι η φλόγα της καταστροφής· τρομάζουμε «κι επεμβαίνουμε», για να σώσουμε άλλος τον Δημοφώντα, άλλος τον Αχιλλέα. Πετυχαίνουμε το αντίθετο αποτέλεσμα· το βρέφος μένει ένα ετοιμοθάνατο πράγμα.
 
     Νήιδες άνθρωποι και αφράδμονες ουτ’ αγαθοίο
     αίσαν επερχομένου προγνώμεναι ούτε κακοίο·
     και συ γαρ αφραδίησι τεής μήκιστον αάσθης.
     Ίστω γαρ θεών έρκος, αμείλικτον Στυγός ύδωρ·
     αθάνατόν κέν τοι και αγήραον ήματα πάντα
     παίδα φίλον ποίησα και άφθιτον ώπασα τιμήν·
     νυν δ’ ουκ έσθ’ ώς κεν θάνατον και κήρας αλύξαι
 
—λέει η Δήμητρα στη Mετάνειρα κατά τον Oμηρικό Ύμνο που μας παρέχει τα στοιχεία του μύθου (Εις Δήμητρα, Ι, 256-262). Όμως δεν είμαι διόλου βέβαιος ότι η πηγή του Καβάφη είναι αυτή· γιατί δεν αναφέρει το περιστατικό της Θέτιδας. Έτσι δεν προχωρώ περισσότερο στην ανάλυση του ύμνου, που θα παρουσίαζε ενδιαφέροντα στοιχεία για το πολύ καβαφικό θέμα της επιστροφής της νεότητας (ρνα´).
 
 
9. ζ´ Θερμοπύλες (1903). H μοναδική αλληγορία του Καβάφη παρμένη από την κλασική Ελλάδα· παραλείπω σκόπιμα τον Δημάρατο (ρ´).
     Ανάμεσα στις σπασμωδικές κι αστόχαστες κινήσεις που κάνουν τα ψυχάρια, το μόνο πράγμα που μοιάζει να σέβεται ο Καβάφης είναι κάποια σπάνια ευγενικά σκιρτήματα. Θα μου ήταν δύσκολο να πω μαζί με τον Πέτρο Βλαστό πως είναι στωικός ο Καβάφης· ωστόσο, σ’ αυτή τη δεύτερη προκαταρκτική περίοδο βρίσκω πως έχει κάτι στη στάση του από τον Μάρκο Αυρήλιο. Δεν είναι μόνο εγκαρτέρηση, καθώς λένε, είναι κάτι παραπάνω:
 
     Kαι περισσότερη τιμή τούς πρέπει
     όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
     πως ο Eφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
     κ’ οι Mήδοι επί τέλους θα διαβούνε·
 
—ο ήχος έρχεται από μακριά· όμως:
 
     γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
     είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι...
 
—γενναίοι, δηλαδή γενναιόδωροι· ή ακόμη:
 
     πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
     πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους
 
— χαλαρά πράγματα.
 
 
10. η´ Che fece...il gran rifiuto (1901). Από τα ποιήματα του Καβάφη που μ’ ενοχλούν πραγματικά· πρώτα γιατί δε μου μεταδίνει κανένα αίσθημα· έπειτα, γιατί άκουσα τόσους και τόσους να το απαγγέλνουν με το στόμφο εκείνον που δεν ξέρουνε τι λένε· θαρρείς πως ο καθένας μπορεί να το γεμίσει με όλα τα ναι και τα όχι που του έλαχαν στο μεροκάματό του.
     Υπάρχει ένας υποδεέστερος αισθηματισμός στην αρχή του έργου του Καβάφη· θα ήταν κάπως φτενό το έργο του, αν έμενε έτσι ώς το τέλος. Το μεγάλο Ναι και το μεγάλο Όχι δίνουν έναν ήχο αρκετά κούφιο· εννοώ το ποίημα χωρίς τον τίτλο· δυστυχώς υπάρχει και ο τίτλος, και το επιβαρυντικό είναι ότι ο Καβάφης απαιτεί να προσέχουμε και το παραμικρό τυπογραφικό σημείο· όχι μόνο οι τίτλοι, αλλά και ένα κόμμα έχουν οργανική σημασία υποχρεωτικά για τον αναγνώστη. O τίτλος αυτός είναι ένας στίχος του Δάντη παραμορφωμένος, που ανήκει στην ακόλουθη περικοπή της Κόλασης (III, 52-64):
 
     E io, che riguardai, vidi una insegna
          che girando correva tanto ratta,
          che d’ogni posa mi pareva indegna;
     e dietro le venia si lunga tratta
          di gente, ch’io non averei creduto
          che morte tanta n’avesse disfatta.
     Poscia ch’io v’ebbi alcun riconosciuto,
          vidi e conobbi l’ombra di colui
          che fece per viltà il gran rifiuto.
     Incontanente intesi e certo fui
          che questa era la setta de’ cattivi,
          a Dio spiacenti ed a’ nemici sui.
     Questi sciaurati, che mai non fur vivi...
 
     Δοκιμάζω να μεταφράσω με όσο μπορώ περισσότερη ακρίβεια:
 
     «Κι εγώ που κοίταζα, είδα ένα φλάμπουρο που στροβιλίζουνταν κι έτρεχε τόσο γλήγορα, που μου φαίνονταν να καταφρονά κάθε ανάπαυλα·
     και πίσω του ερχότανε ένα τόσο μακρύ κοπάδι ανθρώπων, που ποτέ μου δε θα το πίστευα πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.
     Αφού αναγνώρισα μερικούς ανάμεσά τους, είδα και γνώρισα τον ίσκιο εκείνου που από δειλία έκανε τη μεγάλη άρνηση.
     Κατάλαβα αμέσως και ήμουν βέβαιος πως αυτό ήταν το τσούρμο των τιποτένιων που αποστρέφεται και ο Θεός και οι εχθροί του.
     Αυτοί οι κακόμοιροι, που ποτές τους δεν ήταν ζωντανοί...»
 
     Έχω υπογραμμίσει τις λέξεις που δανείστηκε ο Καβάφης. «Εκείνος που έκανε τη μεγάλη άρνηση.» Ποιος είναι; ο Δάντης δεν τον ονομάζει, και οι σχολιαστές συζητούν χωρίς να καταλήξουν σε στερεό συμπέρασμα· άλλοι προτείνουν διάφορα πρόσωπα (Πάπας Καιλεστίνος Ε´, Ησαύ) και άλλοι υποστηρίζουν ότι ο ποιητής δεν υπονοούσε κανέναν. Όπως κι αν έχει το πράγμα, μου φαίνεται δύσκολο να πιστέψω ότι ο Καβάφης είχε υπόψη του όλες αυτές τις συζητήσεις.
     Ο Δάντης δεν ονομάζει πρόσωπα αλλά προσδιορίζει με απόλυτη ακρίβεια τι εννοεί. Οι ψυχές που έκαναν τη μεγάλη άρνηση είναι οι πιο καταφρονεμένες απ’ όλες που βλέπουμε σ’ ολόκληρη την Κόλαση. Όχι οι πιο κολασμένες ή οι πιο βασανισμένες ― οι πιο καταφρονεμένες. Είναι οι ψυχές των αδιάφορων, των χλιαρών, των λαγόψυχων, των αμέτοχων, των ουδέτερων· εκείνων που έζησαν «χωρίς ψόγο και χωρίς έπαινο» (στ. 36), γιατί αρνήθηκαν να πράξουν και το καλό και το κακό· τους αποστρέφεται και ο Θεός και ο Σατανάς (στ. 63). Δεν τους καταδέχεται ούτε καν η Κόλαση (στ. 41), γιατί μπροστά τους οι κολασμένοι θα ένιωθαν κάποιαν υπερηφάνεια, κάποια δόξα (στ. 42). Είναι έξω από την ιεραρχία των ανθρωπίνων παθών που είναι η Κωμωδία, είναι στο περιθώριο, δεν περνούν τον Αχέροντα· είναι στο περιθώριο της ζωής και του θανάτου· ποτέ τους δεν ήταν ζωντανοί.
     Αυτό είναι το νόημα και το αίσθημα «της μεγάλης άρνησης» για τον Δάντη· αυτό μεταδίνει στον αναγνώστη που τον εδιάβασε με κάποια προσοχή. Εκείνοι που την έκαμαν δε λένε ούτε ναι ούτε όχι, γιατί είναι ένα νεκρό σημείο, και για να πεις ναι ή όχι, μεγάλο ή μικρό, πρέπει να μην έχεις κάνει την άρνηση της ζωής―
 
          Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
     έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
     πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
 
Αλλά το ναι δε σημαίνει διόλου τιμή. Tο ναι, όπως το εκφράζει ο Δάντης, μπορεί να είναι ναι και στην αμαρτία και στην ατιμία, όπως και στην αρετή και στην αγιοσύνη.
     Έτσι, το μόνο νόημα που μπορεί να έχει το ποίημα του Καβάφη είναι ένα μεγάλο όχι στη ζωή. Δεν πιστεύω να το θέλησε αυτό.
     Φυσικά, θα μ’ απαντήσουν, άλλο το νόημα του Δάντη και άλλο του Καβάφη. Ίσως· αλλά, τότε, γιατί ο ίδιος ο Καβάφης με καταναγκάζει σ’ αυτή την κουραστική ανάλυση μ’ αυτό τον ανοικονόμητο τίτλο του; Είναι λίγο υπερβολικό, νομίζω, να έχει την απαίτηση να τον ακούμε όταν αυτός ή οι Σιδώνιοι νέοι του μας διαβάζουν στρεβλά ένα μεγάλο ποιητή.
     Γι’ αυτό λέω πως τους στίχους του Φλωρεντινού τους χρησιμοποίησε αστόχαστα, όπως χρησιμοποιούμε κάτι εξ ακοής, ή όπως ίσως τους άρπαξε από κανένα προραφαηλιτικό κείμενο. Πάντως δε μοιάζει να ήξερε για τι μιλούσε. Είναι αξιοπρόσεχτο για έναν άνθρωπο που, αργότερα τουλάχιστο, είχε τόση μανία να εξακριβώνει.
     Το «Che fece...» είναι η μοναδική περίπτωση όπου χρησιμοποιεί ξενόγλωσσο συγγραφέα.5
 
 
11. ια´ Τα παράθυρα (1903). Χειρονομίες τυφλού· μια χειρονομία που πρέπει να γνώρισε καλά ο Καβάφης ψηλαφώντας το δρόμο του· έκφραση κουρασμένου· η εικόνα είναι πολύ κοντά στις προσπάθειες του «Πρώτου σκαλιού».
     Θα μου ήταν δύσκολο να πω αν ο Καβάφης ξεκίνησε για να γράψει «Τα παράθυρα» από το ομώνυμο ποίημα του Μαλλαρμέ, αλλά, οπωσδήποτε, στα δέκα ή δεκαπέντε χρόνια πριν από τη δημοσίευσή τους, η ιδέα του ανοίγματος ενός παραθύρου στη ζωή ή το αντίθετό της απασχόλησε αρκετά τους ανθρώπους που βγήκαν από τη σχολή του συμβολισμού. Ο André Gide, λ.χ. στο τέλος των Τελμάτων αυτήν εκφράζει μ’ ένα χιούμορ μισό αισθηματικό και μισό αστείο:
     «Πόσες φορές, γυρεύοντας λίγον αέρα, νιώθοντας πως δεν μπορούσα ν’ ανασάνω, γνώρισα τη χειρονομία που κάνεις όταν ανοίγεις παράθυρα ― και σταμάτησα, χωρίς ελπίδα, γιατί μια φορά που έτυχε να τ’ ανοίξω... ― Κρυολογήσατε; είπε η Αγγέλα. ― ...γιατί μια φορά που έτυχε να τ’ ανοίξω είδα πως έβλεπαν σε αυλές ή σε άλλες θολωτές αίθουσες ― σε άθλιες αυλές χωρίς αέρα και χωρίς ήλιο ― και τότε, αφού τα είδα όλα αυτά, από την απόγνωση, φώναξα μ’ όλη μου τη δύναμη: Κύριε! Κύριε! είμαστε τρομαχτικά κλεισμένοι! και η φωνή μου γύρισε, από το θόλο προς εμένα, ολόκληρη.»6
     Μια τέτοιαν ατμόσφαιρα μας δείχνει εδώ και η έμπνευση του Καβάφη. Αλλά δεν είναι έτοιμος να βγει έξω όπως ο Gide, όπως στην «Ιθάκη». Εκφράζεται με μια νωχέλεια που δεν αγαπώ· δηλαδή χαίρομαι που την άφησε κάποτε πίσω του μαζί με πολλά άλλα πράγματα αυτής της περιόδου.
 
 
12. ιστ´ Περιμένοντας τους βαρβάρους (1904). Γράφοντας για τα ποιήματα του «Πρώτου σκαλιού» (7. δ´) είχα φυλάξει για αργότερα το αποκηρυγμένο ποίημα «Οι Ταραντίνοι διασκεδάζουν».
 
     Θέατρα πλήρη, πανταχόθεν μουσική·
     εδώ κραιπάλη και ασέλγεια, κ’ εκεί
     αθλητικοί αγώνες και σοφιστικοί.
     Tου Διονύσου τ’ άγαλμα κοσμεί αμάραντος
     στέφανος. Mία κώχη γης δεν μένει άρραντος
     σπονδών. Διασκεδάζουν οι αστοί του Tάραντος.
 
     Aλλ’ απ’ αυτά απέρχοντ’ οι Συγκλητικοί
     και σκυθρωποί πολλά οργίλοι ομιλούν.
     K’ εκάστη τόγα φεύγουσα βαρβαρική
     φαίνεται νέφος καταιγίδα απειλούν.
     (1898)
 
     Σημείωνα πως μας κάνουν να αισθανόμαστε την καταστροφή που υποβόσκει, που τόσο επίμονα εκφράζει αργότερα ο Καβάφης. Θέλω να προσθέσω τώρα ότι οι Ταραντίνοι έχουν κάποιαν οικογενειακή συγγένεια με τους «Βαρβάρους». Αυτό, και το γεγονός ότι οι «Βάρβαροι» θυμίζουν το γράψιμο άλλου ποιητή ― αργότερα χάνουνται τέτοια σημάδια ― με κάνουν να σκέπτομαι ότι η ιδέα των «Βαρβάρων», ίσως και η πρώτη γραφή τους, να είναι παλαιότερα από το 1904.
 
     Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
     σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
     γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
     και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
     γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
     μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;...
 
είναι στίχοι πτωχοπροδρομικοί· ο Καβάφης που, αν ανταλλάσσει κάποτε φιλοφρονήματα, δεν αγαπά σχεδόν κανένα Έλληνα σύγχρονο λογοτέχνη, χαίρουνταν ωστόσο τον Πτωχοπρόδρομο:
 
     Αυτός, όταν εμάνθανε, υπόδησιν ουκ είχεν,
     και τώρα, βλέπεις τον, φορεί τα μακρυμύτικά του.
     Αυτός, όταν εμάνθανε, ποτέ του ουκ εκτενίσθη,
     και τώρα καλοκτένιστος και καμαροτριχάρης.
     Αυτός, όταν εμάνθανε, λουτρόθυραν ουκ είδε,
     και τώρα λουτρακίζεται τρίτον την εβδομάδα.
     Αυτός, ο κόλπος του έγεμε φθείρας αμυγδαλάτας,
     και τώρα τα υπέρπυρα γέμει τα μανοηλάτα...
 
     Όμως ενώ οι «Ταραντίνοι» είναι μόνο μια εικόνα, θα την έλεγα «παρνασσική», οι «Βάρβαροι» είναι άλλο πράγμα και αρκετά σημαντικό, γιατί είναι το πρώτο ποίημα του Καβάφη όπου βλέπουμε να συνδέεται η εξωτερική παράσταση, το ιστορικό επεισόδιο με τον εσωτερικό μονόλογο του ποιητή. Η εξωτερική παράσταση είναι το δράμα μιας Ρώμης μαρμαρωμένης, νεκρής, που έχει παραδεχτεί τη στιγμή που θα πέσει ωσάν μαραγκιασμένος καρπός. Όμως ο τόνος δεν είναι ρωμαϊκός, είναι βυζαντινός, είναι φαναριώτικος· είναι η πτώση μιας αυτοκρατορίας ιδωμένη από το Φανάρι, που επί γενεές μελετά κάτι τέτοιους καταποντισμούς· μονάχα ο ψίθυρος του διαλόγου πάει κι έρχεται σαν εσωτερικός μονόλογος· ο ψίθυρος ενός ανθρώπου που διαβάζει Ιστορία, τη συλλογίζεται και συμπεραίνει με τον εαυτό του:
 
     Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
 
     Υ.Γ. Απόσπασμα από γράμμα ενός Αλεξανδρινού φίλου, του μόνου που είμαι έτοιμος να πιστέψω όταν μου μιλά για τον Καβάφη που γνώρισε πολύ· δεν είναι λογοτέχνης:
     «...Ποτέ δεν κατάλαβα το χωρισμό των ποιημάτων του Καβάφη σε ιστορικά κτλ. Ποια σημασία έχουν τα πλαίσια, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος λέει και ξαναλέει μέσα στο έργο του πως το ποιητικό του πρώτο υλικό είναι παρμένο από το δράμα της ζωής του και το δράμα του κόσμου γύρω του και πέρα, όπως αντανακλάται μέσα στο αίσθημα και τη σκέψη του. Πόσες φορές δε στολίστηκε ο ίδιος και δεν ετοίμασε τις κουβέντες του, “περιμένοντας τους βαρβάρους” να φθάσουν σπίτι του. Θα έπλεκε προσεκτικά το εγκώμιο καθενού ξεχωριστά, θα εκολάκευε τη ματαιοδοξία τους, θα τους μιλούσε επαινετικά, με τρόπο εξαίσιο για την εκλεκτή θέση που θα πάρουνε εις το... μέλλον (!), οι διάφοροι Απουάνοι, οι αλήτες των κακών τρόπων και της κακής πρόθεσης, για να τους παίξει βέβαια, αλλά και για να τους κάνει να ξεχάσουν το σκοπό της ομαδικής τους επίσκεψης. Νά πούθε βγαίνει ο μύθος, η αστεία παρατήρηση της υποκρισίας του Καβάφη. Και πόσες πάλι φορές δεν ελυπήθηκε που δεν έφθαναν οι “βάρβαροι”, γιατί “οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις”· λύσις μέσα στο μελαγχολικό σούρουπο της βραδιάς που γέμιζε το μονήρες σπίτι του, ανάμεσα στα φαντάσματα της ζωής του που πλήθαιναν, μιας ζωής ενός τέτοιου ανθρώπου, μέσα στο πένθος της φθοράς και των ερειπίων που τον έπνιγε.»
 
 
13. ιζ´ Απιστία (1904). Γλωσσικές αβεβαιότητες: «Μακρυνή ζωή» σημαίνει απόμακρη, όχι ζωή που βαστά πολλά χρόνια· «ξεπετούσε στο χώμα τα βραχιόλια της»· δε μου φαίνεται πως μπορούμε να πούμε «ξεπέταξε στο τραπέζι το καπέλο του».
     Είναι η δεύτερη εκδοχή του «Δέησις» (5. γ´)· όχι μόνο ο αδιάφορος θεός, αλλά και ο ύπουλος, ο αγύρτης· «τούτο ουκ επαινεσόμεθα». Ωστόσο ο ανθρωπομορφισμός αυτός είναι πανελλήνιος· «με τις πολλές φωνές κάμαμε τις συμφωνίες με τον άγιο» γράφει αυθόρμητα ο αγράμματος Μακρυγιάννης.
     Έλεγα πως αυτή η απιστία, αυτός ο εμπαιγμός είναι το κυριότερο θέμα του Καβάφη· περισσότερο, θα ’λεγα, από τον ερωτισμό· προσδιορίζεται πιθανότατα από τον ερωτισμό, αλλά τον υπερβαίνει, σε πλάτος αν όχι σε βάθος. Θαρρείς πως τα καβαφικά πρόσωπα έχουνε μέσα τους μια τέτοια καταδίκη που μόλις πιάσουν κάτι, αλλοιώνεται και χαλνά, τόσο που αναρωτήθηκα μήπως όλοι αυτοί οι νεκροί με το σταματημένο χαμόγελο και τη χειρονομία της οικειότητας που βλέπουμε στα ποιήματά του είναι διαλεγμένοι όχι γιατί μας παρουσιάζουν ωραία παλικάρια «που αγαπήθηκαν», αλλά γιατί είναι κάτι αμετάβλητο που έχει ξεφύγει από το νόμο της ζωής, της κίνησης και της φθοράς· από τον κανόνα που δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σ’ αυτό τον όλεθρο, σ’ αυτήν την πλεκτάνη. Εδώ είναι οι Ευμενίδες του Καβάφη· όχι μονάχα στο λαράριο των Αηνοβάρβων (20. ιγ´).
 
 
14. κ´ Τα άλογα του Αχιλλέως (1897). Το μόνο ποίημα του Καβάφη όπου υπάρχει προσωποποιία ζώων και που θυμίζει προσωποποιίες πραγμάτων που βλέπουμε στ’ αποκηρυγμένα· το ρολόι ή το καλαμάρι λ.χ. Αυτό θα συμβεί μια φορά ακόμη, πολύ αργότερα: ο καθρέφτης (ρν´).
 
     ...εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή...
 
― το μεγάλο Ναι, το μεγάλο Όχι, το μεγάλο Τίποτε· ασφαλώς ο Καβάφης δεν είναι άνθρωπος που μπορεί να βάλει το επίθετο μεγάλο μπροστά σε αφηρημένες έννοιες και να τις γράψει με κεφαλαία. Ωστόσο το «επιστραμένο απ’ την ζωή», αυτή η χειρονομία που κάνεις όταν επιστρέφεις κάτι που δε σ’ αρέσει...
     Από το 12ο στίχο ώσπου κλείνουν τα εισαγωγικά, είναι παράφραση της Iλιάδας (Ρ 441). H μετάφραση της Ιλιάδας από τον Πάλλη είναι του 1893. Είχα κάποτε την περιέργεια μήπως τα ομηρικά θέματα του Καβάφη σχετίζουνταν καθόλου μ’ αυτό το γεγονός.
 
 
15. ιβ´ Τρώες (1905). Πάλι ο υποκοριστικός τόνος των ψυχαρίων (δες 8. ι´).
     Στα δυο φυλλάδια του Καβάφη υπάρχουν πέντε παραβολές με θέματα ομηρικά: «Διακοπή» (8. ι´), «Απιστία» (13. ιζ´), «Τα άλογα του Αχιλλέως» (14. κ´), «Τρώες», «Η κηδεία του Σαρπηδόνος» (17. ιη´). Στα 1911 θα βρούμε άλλη μια τέτοια αναφορά, πολύ διαφορετική, καθώς νομίζω· την «Ιθάκη» (32. λβ´). Έπειτα ο Όμηρος χάνεται από το έργο του.
     Τα αποκηρυγμένα του μας φανέρωσαν κιόλας πόσο κακή παρέα έκανε με τη λυρική ρητορεία· έτσι την παράτησε κι αυτή και το λογιοτατισμό:
 
     Έμεινε μαθητής του Αμμωνίου Σακκά δυο χρόνια·
     αλλά βαρέθηκε και την φιλοσοφία και τον Σακκά.      (ργ´)
 
     O Όμηρος τον βοήθησε να πάρει ένα δρόμο που μοιάζει να του πηγαίνει καλύτερα· εκείνον που οδηγεί στην αντικειμενική έκφραση με τη χρησιμοποίηση ενός συστήματος εξωτερικών γεγονότων. Ξαναθυμάμαι τη φράση του: «Εγώ είμαι ποιητής του γήρατος» (Λ, 21· δες και 6. θ´)· ένας γέρος ήταν και ο Όμηρος. Ωστόσο δεν μπόρεσε να μείνει κοντά του πολύ, και φαίνεται αρκετά καθαρά πόσο γρήγορα το ομηρικό κλίμα αρχίζει να τον δυσκολεύει. O Όμηρος ήταν γέρος, αλλά δεν ήταν ποιητής του γήρατος.
     «Είναι πολύ πιο δύσκολο για μένα» έλεγε ο Καβάφης «να τοποθετήσω τους ήρωές μου στη Βυζαντινή εποχή παρά στην Ελληνιστική. H Βυζαντινή εποχή, αν και πιο κοντά μου (δεν είναι περίεργο;), είναι περιοριστική. Ενώ η Ελληνιστική είναι πιο ανήθικος, πιο ελευθέρα, και με επιτρέπει να κινήσω τα πρόσωπα μου όπως θέλω...» (ΤΜ, α´, 76).
     Θα ήθελα να σημειώσω από τώρα μια βασική για μένα παρατήρηση πάνω σ’ αυτή την περικοπή: μου είναι αδύνατο να παραδεχτώ πως αυτά τα λόγια θα ’πρεπε να ερμηνευτούν σα να μας έλεγε ο Καβάφης: «η ελληνιστική εποχή μού είναι πιο βολική, επειδή μου επιτρέπει να μιλώ πιο εύκολα για τον ουρανισμό». Θα ήταν αρκετά απλοϊκό. Συλλογίζομαι πως οι διάφορες μορφές της ηδονής υπήρχαν σ’ όλες τις εποχές. Εκείνο που αλλάζει, καθώς αλλάζουν οι καιροί, είναι η σχέση του ανθρώπου προς τον εαυτό του, προς τον πλαϊνό του, προς το Θεό· πράγματα αλληλένδετα.
     Νομίζω ακόμη πως ο καθένας δεν μπορεί παρά να εκφράσει τον εαυτό του και την εποχή του· άλλο το ζήτημα αν δημιουργούνται κάποτε έργα που αξίζουν και για άλλες εποχές. O ένας λέει «εγώ», ή περιορίζεται στην αυτοβιογραφία του· ο άλλος ζωντανεύει ένα πλήθος προσώπων χωρίς να προβάλλεται καθόλου ο εαυτός του· ο τρίτος, που έχει συνείδηση της Ιστορίας, φωτίζει τα έργα του με μιαν ιδιαίτερη προοπτική· υπάρχουν τόσοι τρόποι· αλλά κανένα είδος, αυτό καθαυτό, δεν είναι καλύτερο από το άλλο, αν καταλήγουν στο μόνο πράγμα που έχει σημασία: στο να ακουστεί μια καινούργια έκφραση, μια βαθιά ανθρώπινη φωνή που λέει ό,τι μπορεί να πει. Οι διακρίσεις αυτές ενδιαφέρουν μόνο όταν θέλουμε να ιδούμε ποιοι είναι το θέμα μας και με ποια ζυγαριά θα το ζυγιάσουμε.
     Έτσι συλλογιζόμαστε τον Καβάφη, τον ιστορικό ποιητή, δηλαδή τον ποιητή που η χρήση της Ιστορίας ― η συγκινησιακή χρήση της Ιστορίας ― του επιτρέπει να εκφραστεί καλύτερα. Είδαμε πόσο σιγά αποχτά την ιστορική συνείδηση, που σημαίνει τη συνείδηση του τι μπορεί να κάνει. Οι εποχές που του παρέχουν τους ήρωές του δεν είναι γι’ αυτόν απλές αναδρομές ή προφάσεις: είναι ζωντανά πράγματα και παρόντα, που του επιτρέπουν να κινήσει τα πρόσωπά του όπως το θέλει η ιδιοσυγκρασία του. Ο κόσμος του Ομήρου ήταν άλλο πράγμα· δεν είναι παράξενο που κατάλαβε αρκετά νωρίς πως έπρεπε να τον παρατήσει.
 
 
16. ιδ´ Μονοτονία (1908).
 
     Aυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει·
     είναι τα χθεσινά τα βαρετά...
 
αλλά και αν ήταν καινούργια, αν άνοιγαν τα παράθυρα, «το φως θάναι μια νέα τυραννία» (11. ια´)· θα τον ενοχλούσαν· τα βαριέται.
     Δε θυμούμαι ποιος, συμβούλευε τους νέους: Αν σας αρέσει πολύ ένα ποίημα που τελειώσατε, προσοχή! Σημαίνει πως το ποίημά σας μοιάζει με ποιήματα άλλων που θαυμάζετε· πως δεν είναι ολωσδιόλου δικό σας.
     Τούτο, καθώς και «Τα παράθυρα», με κάνουν να τον συλλογίζομαι αυτό το λόγο· είναι συγκαταβατικές απομιμήσεις του ίδιου του Καβάφη όταν ρέπει προς άλλους. Σου φέρνει στο νου τη μικρή λογοτεχνία μιας περασμένης εποχής, όπως γραμμές σωμάτων ή φορεμάτων σε παλιές φωτογραφίες· τον τόνο της «déliquescence» όπως έλεγαν τότε:
 
     Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει
 
― ένα μηδέν. Το αίσθημα δεν είναι ολωσδιόλου δικό του εδώ· είναι μοιρασμένο. Άλλωστε η γενεαλογία του ποιήματος αυτού, μας πηγαίνει δεκαπέντε χρόνια πίσω, στα 1893· το γνωστό μας (δες 7. δ´) Ωρολόγιο λέει:
 
     Eίναι ομοία δι’ εμέ πάσα της γης ημέρα.
     Παρασκευή και Σάββατον, Kυριακή, Δευτέρα,
     δεν έχουσι διαφοράν. Zω ― χωρίς να ελπίζω·
     η μόνη διασκέδασις, η μόνη ποικιλία
     είναι, εν τη μοιραία μου, πικρά μονοτονία,
          του κόσμου η φθορά.
 
     Κάνει εντύπωση πόσο επιμένουν, και για πόσον καιρό τούς μεταλλάζει, ορισμένοι παπαρρηγοπουλισμοί, o altra cosa, στον Καβάφη. Μου φαίνεται, α δε γελιέμαι, πως είναι ζήτημα αν θα ξαναβρούμε άλλη φορά αυτό το ύφος της «Μονοτονίας».
 
 
17. ιη´ Η κηδεία του Σαρπηδόνος (1898). Το μοτίβο του:
 
     Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν.
     (2. α´)
 
Αλλά αυτή η βαρετή ανάλυση της παραίνεσης του Δία στον Απόλλωνα για την ταφή του Σαρπηδόνα (Ιλιάδα, Π 666). Έχεις την εντύπωση πως θέλει, μα δεν τολμά, να φωνάξει, όπως ο Σικελιανός:
 
          ...Είν’ όμορφο
     ο Παντάρκης παλικάρι!
 
     Ωστόσο ο τελευταίος στίχος, χωρίς κορόνα, με μια αξιοσημείωτη πεζότητα, δεν είναι χωρίς θέλγητρο.
 
     Το 1898 που σημείωσα στην επικεφαλίδα είναι η ημερομηνία της πρώτης γραφής, που έχει στίχους σαν τους ακόλουθους:
 
               Κτεις φωτερά
     την κόμην του κτενίζει, κόμην άφθονον
     και μέλαιναν, ην έτι δεν ητίμασε
     λευκή τις θριξ.
 
Δεν αξίζει τον κόπο πλατύτερη αντιπαραβολή.
 
 
 
18. ιθ´ H συνοδεία του Διονύσου (1907).
 
     O Δάμων ο τεχνίτης (άλλον πιο ικανό
     στην Πελοπόννησο δεν έχει)...
 
O Καβάφης είχε γράψει στην αρχή:
 
          ...άλλον πιο ικανό
     το Ρήγιον δεν έχει...
 
Αυτό το διόρθωσε:
 
          ...άλλον πιο ικανό
     στην Σικελία δεν έχει...
 
—η Πελοπόννησος είναι η τελευταία γραφή. Oι διορθώσεις αυτές με κάνουν να σκέπτομαι πως το ποίημα πρέπει να είναι παλαιότερο· ανήκει στον κύκλο της Δυτικής Ελλάδος (7. δ´). Τα πρόσωπα της ακολουθίας είναι κι εδώ εξακριβωμένα με φροντίδα· αλλά εξακριβωμένα με τον τρόπο των παρνασσικών, που χρησιμοποιούσαν τις λεπτομέρειες, όποιες και να ’ταν ― Κλασική Ελλάδα λ.χ., Βαρβάρους του μεσαίωνα, ή ελέφαντες της Αφρικής — για να φτιάξουν πίνακες εκ του φυσικού, αλλά απελπιστικά χλιαρούς. H αρχαία αναπαράσταση, όσο και αν αποζητά να γίνει γραφικός ο Καβάφης, δεν του δίνει τίποτε· είναι μια άψυχη σκηνοθεσία, δεν έχει βιολογικό δεσμό με την υπόστασή του. Αργότερα τα πράγματα είναι τόσο διαφορετικά.
     Έπειτα:
 
     Κοντά των ο Hδύοινος ο μαλθακός,
     τα μάτια του μισόκλειστα, υπνωτικός.
 
     O Καβάφης προσπαθεί να φτιάξει στίχους αισθησιακούς, ενώ η γλώσσα του δεν τον βοηθεί για τέτοια πράγματα· η γλώσσα του είναι είτε αφηρημένη, είτε νωχελικά αισθηματική, είτε, όπως τελικά διαμορφώθηκε, πεζή και χωρίς χνούδι.
     Γλωσσικά αισθησιακή ιδιοσυγκρασία είναι εκείνη που μπορεί να φτιάξει στίχους που δίνουν το αίσθημα της αφής, χωρίς να είναι ανάγκη να μιλούν για τα ερωτικά. Τέτοιοι στίχοι είναι λ.χ.:
 
     Γονέοι, που μ’ εσπείρετε, κι από τα κόκαλά σας
     επήρα, κι απ’ το αίμα σας κι από την αναπνιά σας.
     (Eρωτόκριτος)
 
     Αισθησιασμός είναι ακόμη (μιλώ πάντα για τη γλώσσα) η έκφραση του χορού ενός σώματος, μια έκφραση μουσική. Τα σώματα του Καβάφη περπατούν, τρέχουν, περιμένουν, μένουν ακίνητα ή νεκρά· όμως ποτέ δε χορεύουν. Άλλο ζήτημα αν έγραψε τόσο πολύ για τα «άκρως αισθητά». O αισθησιασμός, το αίσθημα της αφής του Καβάφη, δεν μπορεί να ενσαρκωθεί στο στίχο του· θα ’λεγε κανείς πως δεν μπορεί να έχει ποτέ αρκετό υλικό για να το επιτύχει. Στην καλή του εποχή — και είναι παράξενο να το παρατηρεί κανείς — υπάρχει πίσω από τη γλωσσική έκφραση, ή, αν μπορώ να πω, κυκλοφορεί μέσα στη μνήμη του, τον αισθανόμαστε να ενώνεται με τη λαχτάρα και την οδύνη της μνήμης. Τρώει το μυαλό του (22. ιε´), εμποτίζει τη σκέψη του· κι αυτό είναι ένα πολύ περίπλοκο, ίσως ανεξιχνίαστο πράγμα: παίρνει τις πιο απροσδόκητες μορφές· ο Αλεξανδρινός γέρος είναι ένας Πρωτέας.
     Ανεξάρτητα απ’ όλα αυτά, ξαφνίζομαι πώς μπορεί να γράφει ακόμη:
 
     Με τ’ άλλα του τα χρήματα κι αυτά μαζύ
     σαν μπουν...
 
     Εγώ υπογραμμίζω.
 
 
 
19. κβ´ O Βασιλεύς Δημήτριος (1906).
 
               Με ρούχ’ απλά
     ντύθηκε γρήγορα και ξέφυγε.
 
     O τόνος του, επιτέλους· πρώτη φορά.
     Είδα στην Αλεξάνδρεια, γύρω από την Place des Consuls, ξενοδοχεία όπου, καθώς μου έλεγαν, ο Καβάφης στα νιάτα του χανότανε για μέρες. Παράξενη γοητεία των χτιρίων με τις εσωτερικές αυλές πλημμυρισμένες από μιαν ανεξαγόραστη μελαγχολία.
     Γέρικα παράθυρα μισανοιγμένα, κίτρινοι τοίχοι λεπροί, και ο αγέρας της θάλασσας τριγυρίζοντας, αδιάφορος. Σε όλα τα λιμάνια της Μεσογείου βρίσκεις το ίδιο λιμάνι· μια στοιχειωμένη ηδονή λέει παραμύθια· δε μου πέρασε από το νου πως ο Σεβάχ Θαλασσινός ταξίδεψε ποτέ σε άλλες θάλασσες, πως οι βασιλιάδες της Χαλιμάς τριγυρνούσαν τη νύχτα, με αλλαγμένα ρούχα, σε άλλους δρόμους — «διαλανθάνοντες υπεχώρουν». Ένα παραμύθι της Χαλιμάς του Ελληνισμού λέει ο Καβάφης.
     Πρώτο ποίημα όπου αντλεί από τον Πλούταρχο· αυτόν θα τον χρησιμοποιήσει ώς το τέλος· όχι όπως τους άλλους που παράτησε, καθώς παρατηρούμε· βρίσκει το κλίμα του.
     «O αγαθός Πλούταρχος» παραφράζει ο Παπαρρηγόπουλος «δανειζόμενος εικόνα τινά του Σοφοκλέους, παραβάλλει ευφυώς τας παραδόξους τροπάς και αδιαλείπτους αυξήσεις και φθίσεις της του Δημητρίου τύχης προς την όψιν της σελήνης, ήτις ουδέ δύο νύκτας συνεχείς δύναται να διατηρήση μορφήν μίαν, αλλ’ εξ αδήλου πρώτον έρχεται νέα, και κατά μικρόν αυξάνει μέχρις ου συμπληρωθή, και έπειτα πάλιν διαρρεί και εις το μηδέν έρχεται.»
     Με διασκεδάζει αυτή η εικόνα καθώς συλλογίζομαι τώρα «τας αδιαλείπτους αυξήσεις και φθίσεις» της τύχης του Καβάφη στην πρώτη και τόσο μακριά περίοδο της ζωής του, όπου προσπαθεί ολοένα να βρει την έκφρασή του. H αλλαγή των φάσεων του φεγγαριού, η αλλαγή των ρούχων, μπορεί βέβαια να εκφράζουν τις βιογραφικές περιπέτειες του Αλεξανδρινού, αλλά ιστορίζουν συνάμα τις αλλαγές και τις μεταπτώσεις όχι μόνο του ανθρώπου αλλά του ποιητή.
     Και τούτο:
 
     Kάμνοντας όμοια σαν ηθοποιός
     που... απέρχεται.
 
     Διαβάζω στον Μάρκο Αυρήλιο (ΙΒ´, 36): «Οίον ει κωμωδόν απολύει της σκηνής ο παραλαβών στρατηγός».
 
 
 
20. ιγ´ Τα βήματα (1909). H πρώτη γραφή είναι του 1897:7
 
     ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΥΜΕΝΙΔΩΝ
 
     Kοιμάτ’ ο Nέρων εν τω ανακτόρω του
     ήσυχος, ασυνείδητος, και ευτυχής ―
     ακμαίος εν τη ευρωστία της σαρκός
     κ’ εν τω ωραίω σφρίγει της νεότητος.
 
     Aλλά οι Λάρητές του είν’ ανήσυχοι.
     Tρέμουσι της εστίας οι μικροί θεοί,
     και τα ασήμαντά των σώματα ζητούν
     να κρύψουν, να μικρύνουν, ν’ αφανίσωσι.
     Διότι ήκουσαν κρότον απαίσιον ―
     κρότον Tαρτάρειον, κρότον θανάσιμον ―
     ερχόμενον από την κλίμακα, κ’ ευθύς
     οι δείλαιοι Λάρητες, με λειπόθυμον
     όλην την ασθενή αυτών θεότητα,
     εμάντευσαν, ησθάνθησαν, εγνώρισαν
     τα φοβερά των Eυμενίδων βήματα.
 
     Στο βάθος του ασυνείδητου του κοιμισμένου, κάτω από την επιφάνεια της ησυχίας, της ασυνειδησίας, της ευτυχίας, εκεί περισσότερο από το λαράριο, κινούνται οι μικροί θεοί· κινούνται όπως οι Τρώες (15. ιβ´), κι έχουν πολλή ζωντάνια τα τρομαγμένα φερσίματά τους. Αλλά είτε με τους συσσωρευτικούς, καθαρολόγους δωδεκασύλλαβους της πρώτης γραφής, είτε με τον τόνο παραμυθιού της δεύτερης, το ποίημα μένει μια καλή εικόνα σε περιορισμένο πλαίσιο. Είναι κι αυτό ένα δείγμα —από τα καλύτερα— των πρώτων περιπλανήσεων του Καβάφη. Το θέμα το διάλεξε γύρω στα 1897· έπειτα από δέκα χρόνια το ξανάγραψε· όμως το πλαίσιο δε μεγάλωσε πολύ. Δεν είναι εύκολα τέτοια διορθώματα στην τέχνη.
     Το θέμα είναι ρωμαϊκό· ποιήματα με ρωμαϊκά θέματα στον Καβάφη είναι τα ακόλουθα: Στα αποκηρυγμένα «Ο θάνατος του αυτοκράτορος Τακίτου» και «O Oράτιος εν Αθήναις»· έπειτα: τούτο εδώ, «Μάρτιαι ειδοί» (25. κε´), «Τυανεύς γλύπτης» (27. κθ´), «Aπολείπειν ο θεός Aντώνιον» (28, κστ´), «O Θεόδοτος» (μστ´), και τέλος, στα 1918, το λιγόστιχο «Η διορία του Νέρωνος». Δε λογάριασα τους «Βαρβάρους» (12. ιστ´) και χρειάστηκε υπερβολική συγκατάβαση για να συμπεριλάβω τον «Τυανέα» (πρόκειται για έναν Έλληνα ή ελληνόδοξο γλύπτη, από αυτούς που δούλευαν ώς τα πέρατα της αυτοκρατορίας), το «Απολείπειν» και το «Θεόδοτος» (είναι πολύ περισσότερο αλεξανδρινά ποιήματα), ή το «Μάρτιαι ειδοί» (και τα τρία άλλωστε εμπνευσμένα από τον Πλούταρχο). Οπωσδήποτε μπορούμε να κάνουμε μια γενική παρατήρηση: η Ρώμη μοιάζει να ενδιαφέρει τον Καβάφη ανάμεσα στα 1897 και τα 1910 ή ’11· από κει και πέρα τα ελάχιστα σημεία που απομένουν έχουν ένα ρωμαϊσμό τόσο διαλυμένο που γίνεται ασήμαντος.
     Όπως παράτησε τα ομηρικά θέματα ο Καβάφης, έτσι παράτησε και τα ρωμαϊκά. Κι αυτό με ξαναφέρνει στις λίγες σκέψεις που σημείωσα πάνω στους «Τρώες» (15. ιβ´): H ελληνιστική εποχή, έλεγε, «είναι πιο ανήθικος, πιο ελευθέρα και με επιτρέπει να κινήσω τα πρόσωπά μου όπως θέλω». O Νέρων με κάνει να ξανασυλλογιστώ τη λέξη ανήθικος.
     Φοβούμαι πως κινδυνεύει πολύ η κρίση μας όταν δε βλέπουμε παρά την ανηθικότητα στους συγγραφείς —εννοώ αν αξίζουν καθόλου— που μίλησαν για τα πράγματα τα λεγόμενα σκανδαλώδη. Αν πιστεύουμε πως για τον Καβάφη η Ιστορία υπάρχει μόνο για να του δίνει αφορμές να εκφράσει τον εξευτελισμό των χαρακτήρων και τη διαστροφή των ενστίκτων, χωρίς συνοχή με ολόκληρο τον εαυτό του και χωρίς ειρμό· αν νομίζουμε πως κάνει επιδρομές στο παρελθόν για να φέρει πίσω ένα οποιοδήποτε σύμβολο μιας ερωτικής μανίας, δεν είναι δύσκολο να βρούμε ένα πλήθος τέτοια θέματα σ’ όποια στιγμή της παρακμής της αυτοκρατορίας κι αν κοιτάξουμε. Να θυμηθούμε το Σατυρικόν; Αν θέλουμε όμως πιο ειδικά παραδείγματα, μπορούμε να τα διαλέξουμε στην τύχη.
     O Τυανέας που μνημόνευα παραπάνω μου φέρνει στο νου έναν άλλο Τυανέα, τον Απολλώνιο. O Φιλόστρατος, που έγραψε το βίο του και που τον χρησιμοποιεί τρεις-τέσσερεις φορές ο Καβάφης, ήταν αυλικός της πολυθρύλητης αυτοκρατόρισσας Γιούλιας Δόμνας· αυτή του παράγγειλε το βιβλίο. Ας κοιτάξουμε τούτη την αυλή. H Δόμνα, η Συρία μητέρα του Καρακάλλα, ήτανε τόσο φίλαρχη που δε δυσκολεύτηκε ν’ ανοίξει τους κόλπους της στο γιο της, το φονιά του άλλου της παιδιού. Δεν ήταν άσχετη με την Αλεξάνδρεια· ο Αλεξανδρινός όχλος τη φώναξε μια μέρα «γριά Ιοκάστη».
     O Καρακάλλας, μπερδεμένος με αστρολόγους, μάγους και Σύρους αυλικούς, έγραφε στη Σύγκλητο για να την πληροφορήσει πως αυτός ο ίδιος ήταν ο Μεγαλέξαντρος μετεμψυχωμένος. Τέλος ο ανεψιός της Δόμνας, ο Αλέξανδρος Σεβήρος, είχε ένα ιδιαίτερο παρεκκλήσι για να λατρεύει, «si non cum uxore cubuisset», τον Oρφέα, τον Χριστό, τον Απολλώνιο, και τους θεοποιημένους αυτοκράτορες της Ρώμης.
     Πόσα «καβαφικά» θέματα δε θα διάλεγε κανείς στις λίγες αυτές γραμμές, αν εκοίταζε στενά κι επιφανειακά τον Καβάφη; Πόσα κράματα, πόσα «εν μέρει... εν μέρει» (30. λ´); Κι όμως τους Ρωμαίους τους δοκίμασε και τους άφησε. Δεν έχουν οργανική συνοχή μαζί του. Τα ποιήματά του με ρωμαϊκά θέματα είναι ψευδοϊστορικά, δηλαδή δεν του δίνουν χαρακτήρες που να μπορεί να τους ζωντανέψει, αλλά ένα διάκοσμο όπου μιλά ο ίδιος. Και η τέχνη του Καβάφη έχει ανάγκη από πρόσωπα που να εκφράζουνται με μεγάλη ελευθερία κινήσεων —χρησιμοποιώ το δικό του λόγο— όπως στο «Δημητρίου Σωτήρος» (πθ´), στο «Μύρης» (ρμγ´) ή στο «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας» (ρνδ´) λ.χ.— που εκφράζουνται με τη χειρονομία και με τους τρόπους περισσότερο παρά με το ρήμα, μια που το ρήμα δεν τον βοηθούσε, όπως παρατήρησα στα προηγούμενα. Και το κυριότερο, καθώς νομίζω, χρειάζεται χαρακτήρες που να είναι όχι μόνο αφορμές, αλλά που να έχουν ένα στενό οργανικό δεσμό με τον εαυτό του, με την εμπειρία του, με την εμπειρία της γενιάς του. H μακριά αναζήτηση του Καβάφη μάς δείχνει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τίποτε που του είναι ξένο· δεν είναι από τους ανθρώπους που κάνουν προσαρτήσεις· αναπτύσσει αυτό που έχει. Είναι λίγοι που ξέρουν ή που κατορθώνουν κάποτε να μάθουν αυτό που πραγματικά έχουν.
     Ίσως όλα αυτά να δείχνουν γιατί τη βοή των Ευμενίδων:
 
     Και για τον θυσιασμένο
     το τραγούδι τούτο παραμιλητό,
     ρουφήχτρα που ρουφάει τα φρένα,
     ύμνος από τις Eρινύες,
     άλυσο της ψυχής χωρίς χορδή,
     στέγνωμα τρόμου στους ανθρώπους —
     (Ευμενίδες, 340 έπ.)
 
προτιμώ να τη διακρίνω, απόμακρη, σε άλλα ποιήματα του ποιητή της Αλεξάνδρειας. (Δες και 13. ιζ´.)
 
 
 
21. κα´ Ούτος εκείνος (1909).
     «Τοιαύτα γνωρίσματα θα σου επιθέσω, ώστε καθείς που θα σε βλέπη θα κινή τον πλησίον και θα σε δεικνύη με τον δάκτυλον λέγων: “Είναι εκείνος”» (μετάφραση Κονδυλάκη). Αυτά έλεγε η Παιδεία,
 
     που άλλοτε στον ύπνο του άκουσε ο Λουκιανός,
 
για να τον πείσει να ακολουθήσει το στάδιο των γραμμάτων.
     Το ποίημα το σχολίασε ο Καβάφης στον Λεχωνίτη έτσι: «Κατ’ αντίθεσιν προς τον Τυανέα γλύπτην ο άγνωστος Eδεσσηνός φαίνεται ένας κακός ποιητής (στιχοποιία), όστις κατόπιν κουραστικής προσπαθείας δεν αισθάνεται αγαλλίασιν, αλλά αθυμίαν, και ο οποίος δουλεύει απλώς από φιλοδοξίαν, δια το Ούτος εκείνος του ενυπνίου του Λουκιανού» (Λ, 24).
     Δεν είναι μόνο η στιχοποιία που χαρακτηρίζει τον άγνωστο ποιητή, αλλά και η
 
     τόση έντασις σ’ ελληνική φρασιολογία.
 
     Είναι ξενόγλωσσος αυτός ο Εδεσσηνός ― από την Έδεσσα της Oσροηνής βέβαια· τα ελληνικά δεν είναι η μητρική του γλώσσα, είναι φανερό· λέμε: κουράστηκα να γράφω γαλλικά, αλλά, όταν γράφουμε τη γλώσσα μας, λέμε: κουράστηκα να γράφω. Άλλωστε, τον ξενόγλωσσο που γράφει ή μιλά ελληνικά, τον απαντούμε πολύ παλαιότερα και από τον Ραφαήλ (ξστ´) και από τον «Ηγεμόνα εκ Δυτικής Λιβύης» (ρμα´) και από τούτο εδώ το παράδειγμα· εμφανίζεται πρώτη φορά στον «Oράτιο εν Αθήναις» (1897) και μας κάνει να παρατηρήσουμε ότι ο Καβάφης δεν τον σκέφτηκε αναγκαστικά μόνο στην εποχή των κραμάτων, που θα είναι αργότερα το μόνιμο κλίμα του.
     Όσο για το σχόλιο στον Λεχωνίτη, αμφιβάλλω αν από τους στίχους αυτούς βγαίνει καθαρά ότι ο κομπαστικός Τυανέας έχει περισσότερο ταλέντο από τούτον εδώ. Έπειτα, είναι τάχα σημείο μετριότητας το να σε οδηγεί και να σε συντρέχει, όταν κουράζεσαι, ένα μεγάλο παράδειγμα, όπως ήταν ο Λουκιανός; Kαι μήπως ο ποιητής Ευμένης του «Πρώτου σκαλιού» (7. δ´) δεν είναι γεμάτος αθυμία; Αυτόν μου θυμίζει περισσότερο ο Eδεσσηνός· και μου έρχουνται στο νου τα παραδείγματα που ανάφερα σχολιάζοντας το ποίημα εκείνο. H αθυμία του άγνωστου Eδεσσηνού μέσα σε μια μεγάλη πολιτεία δεν πρέπει, αισθάνομαι, να είναι ξένη από την αθυμία που πρέπει να είχε δοκιμάσει ο Καβάφης γράφοντας τα πράγματα που έγραφε τα χρόνια εκείνα. Δε θα μου φαίνουνταν παράξενο αν κάποιος ερευνητής έρχουνταν μια μέρα να μας αποδείξει πως το ποίημα είναι μια σάτιρα εις εαυτόν του Καβάφη και πως είχε γράψει και ο ίδιος, ώς τη στιγμή εκείνη, «ογδόντα τρία ποιήματα εν όλω» — ξέρουμε κιόλας τουλάχιστο πενήντα. Kι αυτό θα ήταν ενδιαφέρον· θα μας έδειχνε πως ο Καβάφης είχε συνείδηση των γλωσσικών εμποδίων που του δημιουργούσε μια αγγλόγλωσση ανατροφή (μας λένε ότι ώς την ηλικία εννιά χρονώ ήξερε μόνο αγγλικά) και της μακριάς κατατριβής του με τους λογιοτατισμούς που είδαμε.
     Και ένα άλλο σημείο:
     «Ξένος μες στην Αντιόχεια»: ο Καβάφης για πρώτη φορά βρίσκεται στη δική του γεωγραφία· στην Αντιόχεια· η Αλεξάνδρεια θα περιμένει δυο χρόνια ακόμη. Υπάρχουν άνθρωποι που νομίζουν πως είναι ολωσδιόλου φυσικό να μιλά ο Καβάφης για την Αλεξάνδρεια, αφού εκεί γεννήθηκε και έζησε ολόκληρη τη ζωή του. Ίσως θα ’πρεπε να σκεφτεί κανείς λίγο περισσότερο. Στα 1909 ο Καβάφης έχει πατήσει τα σαράντα πέντε, κι όμως την Αλεξάνδρεια δε μοιάζει να τη βλέπει. Περιπλανιέται κι ολοένα απορρίπτει τόπους, εποχές, διδασκάλους. Πηγαίνει στην Αλεξάνδρεια, κάνοντας τον κύκλο, από τη Δυτική Ελλάδα και από την Αντιόχεια, όπως πηγαίνει στη σύγχρονη Αλεξάνδρεια κάνοντας τον κύκλο από την αρχαία. Eίναι παράξενο. Και όμως, ίσως γι’ αυτό και τα ποιήματα ακόμη που ονομάζουν στεγνά τους δρόμους και τα σπίτια της σημερινής πολιτείας, έχουν ένα στεφάνι τριγύρω χρωματισμένο με κάποια ιστορική βαφή· σα να ταξίδεψαν κι αυτά μέσα στο χρόνο.
     «Αγωνίζεσθε εισελθείν διά της στενής πύλης». H πλατιά πύλη για τον Καβάφη θα ήταν ν’ ανοίξει το παράθυρό του και να στοχαστεί πως εκεί κάπου στη γειτονιά ήταν ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου· δεν είναι τόσο απλή η γεωμετρία των αισθήσεων. Και ο Καβάφης αργοπορεί στη σκοτεινή κάμαρα ψηλαφώντας. Πήγε στη Δυτική Ελλάδα, πέρασε από την Τροία, πέρασε από τη Ρώμη, άκουσε μια στιγμή τον Θεόκριτο· ύστερα, ξένος και άγνωστος, έφθασε στην Aντιόxεια· από κει θα ξεκινήσει για τον Εύνοστο. Ρωτήθηκε κανείς γιατί οι πολιτείες του Καβάφη ταξιδεύουν;
 
 
 
22. ιε´ Τείχη (1896). (Εδώ τελειώνει η εργασία που δημοσίεψε ο Καβάφης σε βιβλιοδετημένα φυλλάδια. Με το κατοπινό ποίημα αρχίζει να κυκλοφορεί τους στίχους του σε μονόφυλλα. Τα «Τείχη» δεν έχουν δημοσιευτεί σε καμιά από τις συλλογές που έκαμε ζώντας ο Καβάφης.)
     Περπατώντας έξω από τα τείχη της Πόλης, ρωτήθηκα μήπως αυτά έδωσαν στον έφηβο Καβάφη την πρώτη σπίθα της εικόνας του. Έπειτα μου έτυχε να ιδώ το ποίημα ανάποδα —χωρίς καμιά διάθεση παρωδίας—, όπως το φάντη της τράπουλας· μου φάνηκε πως έβγαινε πιο σκληρό το νόημά τους:
 
     Xωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
     μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισα τείχη.
 
     Kαι κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
     Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·
 
     διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
     Α όταν έκτιζα τα τείχη πώς να μην προσέξω.
 
     Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον, φωνήν ή ήχον.
     Aνεπαισθήτως έκλεισα τον κόσμον όλον έξω.
 
     Το ποίημα είναι φτιαγμένο πάνω σε «ρίμες-καλαμπούρια» όπως λένε. Μολαταύτα οι ρίμες του Καβάφη δε μου δίνουν την εντύπωση πως είναι καλαμπούρια. Ρίμες-καλαμπούρια είναι του Théodore de Banville, αν θυμούμαι σωστά:
 
     Blanche comme Eglé aupres d’un ami sien,
     Blanche comme les cheveux d’un académicien
 
ή του Dérème:
 
               ...et pas plus tard que
     Demain je te lirai les oeuvres de Plutarque.
 
     Αισθάνεται κανείς ένα αστείο σ’ αυτούς τους στίχους. Στον Καβάφη το αστείο, αν υπάρχει, γίνεται βαθύτερα, «τρώγει τον νουν του»· είναι ψυχρό και σοβαρό χιούμορ· σα να μιλά κανείς, φυσιολογικά, έτσι, όταν είναι κλεισμένος μέσα στην περιτειχισμένη έρημη πολιτεία, σαν αυτές που ζωγράφισε ο Ντε Κίρικο. Κατά βάθος το μόνο καλαμπούρι είναι στον τίτλο (Τύχη-Τείχη), τραγικό. Τα κατοπινά στις ρίμες, σαν αντίλαλοι.
     Είναι κι αυτό ένα ποίημα σημαδιακό· η μοναξιά του Καβάφη· τη φαντάζομαι κάποτε απίστευτη.
 
 
23. κγ´ H πόλις (1910). «H πόλις θα σε ακολουθεί...» Oι πολιτείες του Καβάφη ταξιδεύουν· ακολουθούν τον άνθρωπο σαν τις Ευμενίδες. «H πόλις, πόλις φανταστική, θα τον ακολουθήσει, θα τον προσπεράσει, και θα τον περιμένει» (Λ, 24) σχολιάζει ο Καβάφης· σαν το θάνατο στο ανατολίτικο παραμύθι. O άνθρωπος χαλνά τη ζωή του, όπως χαλνά ένα νόμισμα. H κίνηση της φθοράς είναι η μόνη σχεδόν πραγματικά ανθρώπινη κίνηση για τον Καβάφη. «Το ζήτημα δεν είναι πώς να ζήσει κανείς, αλλά πώς να γιατρευτεί» έλεγε ο ήρωας του Conrad. Οι άνθρωποι του Καβάφη είναι αγιάτρευτοι· «είναι η καρδιά τους —σαν νεκρός— θαμένη»... νεκροί και νεκροθάφτες — «...Une immense défilade de croque-morts, croque-morts politiques, croque-morts amoureux, croque-morts bourgeois. Nous célébrons tous quelque enterrement» έγραφε ο Μπωντελαίρ στα χρόνια της δεύτερης αυτοκρατορίας· τέτοιες εκφράσεις σε απόσταση τόσων χρόνων· παράξενη συναισθηματική ανατροφή. Το ζήτημα ωστόσο δεν είναι να φύγει κανένας· είναι ν’ αλλάξει· ν’ αλλάξει τον κόσμο ή το ρυθμό του κόσμου μέσα του. Και ο Καβάφης δεν είναι ο άνθρωπος που κάνει τέτοιες αλλαγές. Γι’ αυτόν, όπου και να πάει, ο άνθρωπος μένει ακίνητος· «δεν έχει πλοίο... δεν έχει οδό...» Τα πράγματα, οι πολιτείες κινούνται γύρω του — και ο καιρός, και τον αλέθουν σαν τις μυλόπετρες. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να λέει ατέλειωτα αυτή την ιστορία της φθοράς.
 
 
24. κδ´ H σατραπεία (1910). Το σχόλιο του Καβάφη είναι ενδιαφέρον· το αντιγράφω:
     «O ποιητής δεν υπονοεί κατ’ ανάγκην τον Θεμιστοκλέα ή τον Δημάρατον αλλ’ ούτε και άνθρωπον πολιτικόν, διότι εν τοιαύτη περιπτώσει η θέσις του ποιήματος μόλις θα έστεκε. Το υπονοούμενον πρόσωπον είναι εντελώς συμβολικόν, το οποίον δέον να παραδεχθώμεν μάλλον ως ένα τεχνίτην ή και επιστήμονα ακόμη, όστις κατόπιν αποτυχιών και απογοητεύσεων εγκαταλείπει την τέχνην του και πορεύεται προς τα Σούσα και προς τον Αρταξέρξην, δηλαδή αλλάζει βίον και ευρίσκει με άλλον τρόπον την χλιδήν (και αυτή μία επιτυχία), η οποία όμως δεν δύναται να τον ικανοποιήσει. Αξιοσημείωτος είναι ο εν παρενθέσει στίχος: “η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις”, ο οποίος αποτελεί την βάσιν ολοκλήρου του ποιήματος, διά του υπαινιγμού καθ’ ον ο ήρως απεκαρδιώθη εύκολα, ότι εμεγαλοποίησε τα γεγονότα και βιάσθηκε να λάβει την άγουσαν προς τα Σούσα» (Λ, 25, εγώ υπογραμμίζω). Κρυπτική απάντηση, νομίζω.
     «Ευρίσκει με άλλον τρόπον την χλιδήν...» Ποια είναι αυτή η χλιδή; Ποιος είναι ο ένας τρόπος και ο άλλος τρόπος να την έβρεις; O Gide, νομίζω, παρατηρούσε ότι οι στίχοι του Baudelaire:
 
     Là, tout n’est qu’ordre et beauté,
     Luxe, calme et volupté
 
αποτελούν μια ποιητική. Μήπως ο ένας τρόπος της χλιδής είναι ο τρόπος «της ποιήσεως»;
     Ξαναγυρίζει ασφαλώς στο θέμα του «Πρώτου σκαλιού» (7. δ´)· φαίνεται καθαρά. Άραγε σκέφτηκε ποτέ ο Καβάφης, αποκαρδιωμένος από τα φτωχά αποτελέσματα της περιόδου που αφήνει τώρα, να λάβει την άγουσαν προς τα Σούσα;
     Τύπος του ψευδοϊστορικού ποιήματος, όπως το εννοώ. H Ιστορία δεν προεκτείνει το αίσθημα· δίνει μόνο τα στοιχεία μιας παραβολής.
 
 
25. κε´ Μάρτιαι ειδοί (1911). «Aρτεμίδωρος δε, Κνίδιος το γένος, ελληνικών λόγων σοφιστής, και διά τούτο γεγονώς ενίοις συνήθης των περί Βρούτον, ώστε και γνώναι τα πλείστα των πραττομένων, ήκε μεν εν βιβλιδίω κομίζων, άπερ έμελλε μηνύειν· ορών δε τον Καίσαρα των βιβλίων έκαστον δεχόμενον, και παραδιδόντα τοις περί αυτόν υπηρέταις, εγγύς σφόδρα προσελθών· Τούτο, έφη, Καίσαρ, ανάγνωθι μόνος και ταχέως· γέγραπται γαρ υπέρ πραγμάτων μεγάλων, καί σοι διαφερόντων. Δεξάμενος ουν ο Καίσαρ, αναγνώναι μεν υπό του πλήθους των εντυγχανόντων εκωλύθη, καίπερ ορμήσας πολλάκις· εν δε τη χειρί κατέχων και φυλάττων μόνον εκείνο, παρήλθεν εις την σύγκλητον» (Πλούταρχος, Ιούλιος Καίσαρ, LXV).
     Εδώ σταμάτησα· ξέχασα τον Πλούταρχο, ξέχασα και το ποίημα και είδα έναν άγνωστο ποιητή, με το βιβλίο του στο χέρι, να κολυμπά μέσα στο συνωστισμό του πλήθους, για να φτάσει την κορυφή εκείνη, την Επιτυχία, τον Καίσαρα. Είδα την Επιτυχία να περνά, κρατώντας τα τόσο μεγάλα γραφόμενα του σοφιστή των ελληνικών λόγων και να χάνεται κάνοντας ολοένα μια κίνηση για να τα διαβάσει, χωρίς να μπορεί, γιατί την εμπόδιζε το πέλαγος του όχλου. Ρωτήθηκα μήπως είναι μια παρηγοριά που απευθύνει στον εαυτό του ο Καβάφης με το στίχο:
 
     Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή.
 
 
     Είναι η μόνη φορά που λέει «ω ψυχή».
 
 
 
26. κζ´ Τελειωμένα (1911). Ποια είναι τελειωμένα; Το ποίημα με φέρνει πίσω, στους Τρώες (15. ιβ´).
 
 
 
27. κθ´ Τυανεύς γλύπτης (1911). Aυτός ο Καππαδόκης αρτίστας είναι για μένα ένας πληκτικός φλύαρος:
 
               ...Και να σας δείξω
     αμέσως μερικά. Παρατηρείστε...
 
     Τόνος «εδώ, κύριοι, βλέπετε». Θυμίζει κάτι ζωγράφους ή γλύπτες που όταν τους επισκεφτείς στο ατελιέ τους νομίζουν πως πρέπει να σου εξηγήσουν όλα τα αρκανικά μυστήρια που είχαν την πρόθεση να βάλουν μέσα στο έργο τους· η ρητορεία τους δε σ’ αφήνει να κοιτάξεις. Τούτος εδώ σε αναγκάζει να τον αποχωριστείς, χωρίς καν να προσέξεις εκείνο το όνειρο μιας θερμής καλοκαιρινής μέρας, τον νέον Eρμή.
     O Καβάφης όμως επιμένει πως ο Τυανέας γλύπτης είναι καλός τεχνίτης (Λ, 27· δες και 21. κα´)· κι αυτό μ’ ανάγκασε να ξαναπροσέξω και τα λόγια του στον Λεχωνίτη και το ποίημα. Δε βρίσκω άλλη εξήγηση: Ο Τυανέας γλύπτης είναι ο πρώτος τεχνίτης από όσους είδαμε ίσαμε τώρα (κοίταξε προηγούμενα ποιήματα του «Πρώτου σκαλιού») που καταφάσκει με την ορμή του οιηματία ή με την υπερβολή του ντροπαλού· δε διστάζει, δεν αμφιβάλλει, δεν παραπονιέται, όπως οι προηγούμενοι. Aυτό το παράπονο του «Πρώτου σκαλιού» δε θα το ξαναβρούμε πια. Νομίζω εδώ κάπου κείται το σημείο όπου ο Καβάφης ανεβαίνει πιο ψηλά στη «σκάλα της ποιήσεως» (7. δ´).
 
 
 
28. κστ´ Απολείπειν ο θεός Aντώνιον (1911). O τίτλος παραπέμπει στο Βίο του Αντωνίου του Πλουτάρχου· προσθέτω πως στην περίοδο που βρισκόμαστε τώρα, ο Καβάφης μοιάζει να έχει αφομοιώσει πολύ Mάρκο Αυρήλιο· έζησε τον καιρό της υπομονής· λ.χ.
 
     Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος...
 
— «Oία εστίν η ψυχή η έτοιμος, εάν ήδη απολυθήναι δέη του σώματος...» (ΙΑ´, 3).
 
     σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι...
 
— «Άνθρωπε, επολιτεύσω εν τη μεγάλη ταύτη πόλει... Άπιθι ουν ίλεως...» (IB´, 36)
 
     Ποιος είναι ο θεός που παράτησε τον Αντώνιο: ο Ηρακλής ή ο Διόνυσος; Ο Πλούταρχος δεν τον ονομάζει ρητά, και θα ’λεγε κανείς ο πρώτος, αν συλλογιζότανε να συνδυάσει το χωρίο που δίνει τη βάση του ποιήματος —«ο θεός..., ω μάλιστα συνεξομοιών και συνοικειών εαυτόν διετέλεσεν»— με το χωρίο στην αρχή του Βίου, «...και τούτον (τον Ηρακλή) ώετο (ο Αντώνιος) τον λόγον τη τε μορφή του σώματος, ώσπερ είρηται, και τη στολή βεβαιούν». Τον Ηρακλή μνημονεύει ο Σαίξπηρ και οι κατοπινοί Άγγλοι. Λένε πως ο Καβάφης ανέφερε τον Διόνυσο (Λ, 26). Δε δίνω μεγάλη σημασία στο θέμα.
 
     Μπορεί, αν έχει κανείς τη διάθεση, να παραβάλει το «Aπολείπειν» με το παραπλήσιο σονέτο του Hérédia· είναι ένα εύκολο παράδειγμα της διαφοράς που βλέπω ανάμεσα στον παρνασσικό τρόπο και τον τρόπο του Καβάφη.
 
 
 
 
Επιτέλους ο Καβάφης είναι στην Αλεξάνδρεια, που σημαίνει γι’ αυτόν ευτυχία (Λ, 32). Eίκοσι πέντε χρόνια για να μπει —θέλω να πω ο ποιητής— στην πόλη όπου γεννήθηκε και έζησε. Τη συλλογίζομαι εδώ που γράφω, στο Τράνσβαλ.
     Είμαι ολωσδιόλου μόνος. Τα γράμματα από γνώριμους τόπους κάνουνε μήνες για να σώσουν, αν έχουνε την τύχη, ώς εμάς· έχω μόνο τρία βιβλία μαζί μου· το ένα ο Αισχύλος· είμαι στο περιθώριο του τόπου μου· στο περιθώριο του πολέμου. Τη νύχτα κοιτάζω στον ουρανό να τοποθετήσω καινούργια ονόματα σε άγνωστα άστρα — Νότιος Σταυρός, Κάνωπος, Aχερνάρ... Δε θα το πίστευα πως θα μου τύχαινε να νοσταλγήσω κάποτε την Άρκτο όπως νοσταλγείς ένα πεύκο· λέω πως είμαι και στο περιθώριο τ’ ουρανού. Oι πολιτείες είναι χτεσινές εδώ· τούτη στην ηλικία του Παλαμά, εκείνη νεότερη από το Σικελιανό. Oι τρόποι είναι άλλοι· πάνω από την παμπάλαιη ζωή των νέγρων, όλο μάγια, στολίδια, και χτυπήματα τυμπάνων, ήρθε και κάθησε η καινούργια ζωή των αποίκων, των ανθρώπων του χρυσαφιού και του διαμαντιού, χωρίς μνήμη, σαν την αίθουσα χειρουργείου. Κάποτε ένας ταξιδιώτης περνά και λέει ανεξακρίβωτες ιστορίες για την Ελλάδα· τις ακούμε με απληστία· τις λέμε και τις ξαναλέμε μόνοι μας, ώρες και νύχτες, διυλίζοντας την πίκρα μας. Ένας άλλος, τις προάλλες, έφερε και μου δάνεισε τον τόμο του Καβάφη. Μου φαίνεται πως δεν ήξερε καλά-καλά τι πράγμα κουβαλούσε μέσα στο τραγικό «μέγα πανελλήνιον»· μια έκθετη ύπαρξη σαν τον Έμη (οδ´). Έτσι, όπως αντίγραψα, μαζί με τη γυναίκα μου, τις Ωδές του Κάλβου, βάλθηκα ν’ αντιγράψω, πάει κανένας μήνας, τα ποιήματα του Καβάφη, σημειώνοντας τις σκέψεις μου γι’ αυτά μετά την κάθε αντιγραφή. Μια προσπάθεια να κρατήσεις ζωντανό το θεό, συλλογίζομαι, μέσα σε τούτη την ασέλγεια της σφαγής· μια προσπάθεια ίσως δωρεάν· έστω. Λέω πως είμαι ένας αντιγραφέας του Μεσαίωνα· πως φτάξαμε τέλος στα χρόνια που εφευρέθηκε η κατάργηση της τυπογραφίας. Συλλογίζομαι την Αλεξάνδρεια· προσπαθώ να κρατηθώ από αυτήν· ύστερ’ απ’ την Κρήτη, είναι ο τόπος που μου έδωσε την παρηγοριά μιας ελληνικής λαλιάς, ενός ελληνικού κόσμου. Αν δεν είχα πατήσει, το περασμένο καλοκαίρι, εκείνη τη χαμηλή γη, σίγουρα δε θα είχα καταπιαστεί τούτα που γράφω τώρα. Τότε μόνο μου ήρθε στο νου η σκέψη πως ο Καβάφης έζησε όλα τα χρόνια του αιώνα του σ’ έναν τόπο χωρίς βουνά.
 
 
 
Όταν πέρασα από την Αλεξάνδρεια, ένας καλός φίλος μού χάρισε τον Oδηγό του E.M. Forster.8 Όσοι παραπονιούνται για τις περίπλοκες πληροφορίες που τους γυρεύει ο Καβάφης, ας φυλλομετρήσουν το χαριτωμένο αυτό βιβλίο· είναι, εκτός από το έργο που μας απασχολεί, το μόνο αφιέρωμα ευαίσθητης στοργής σε «μια τέτοια πόλι». Τουλάχιστο όσο ξέρω. Εκεί θα ιδούν ίσως πως ο ποιητής δεν τους ζητά τίποτε άλλο παρά να έχουν κάποια αίσθηση της πολιτείας του· αυτή την αίσθηση τη μεταδίνει ο Forster.
     O Πλούταρχος είναι γνωστός, υποθέτω· μου φαίνεται πως η σχετική περικοπή, όπως την έγραψε ο σημαντικός αυτός σύγχρονος και φίλος του Καβάφη, παίρνει ένα συμπληρωματικό τόνο. Τη μεταφράζω: «O Αντώνιος ακολούθησε την Κλεοπάτρα (ύστερ’ από τα καμώματά της στη ναυμαχία του Ακτίου) στην Αλεξάνδρεια, και εκεί, όταν τέλειωσε η γκρίνια, ξανάρχισαν την παλιά ηδονική ζωή, που ίσκιωνε και παρόξυνε το πλησίασμα του θανάτου. Δε δοκιμάσανε καθόλου ν’ αντισταθούνε στον Οκταβιανό που τους κυνηγούσε. Αλλά ιδρύσανε μια λέσχη αυτοκτονίας· και ο Αντώνιος, για να μιμηθεί τον Τίμωνα το μισάνθρωπο, έχτισε ένα ερημητήρι στο Δυτικό Λιμάνι που το ονόμασε “Τιμώνεια”. Μήτε και η θρησκεία έμεινε σιωπηλή· ο θεός Ηρακλής που αγαπούσε ο Αντώνιος και που αγαπούσε τον Αντώνιο, ακούστηκε μια νύχτα φεύγοντας από την Αλεξάνδρεια με εξαίσιες μουσικές και τραγούδια».
     Αυτή είναι η ιστορική παράδοση για τις τελευταίες μέρες του Αντωνίου. Αλλά στο ποίημα του Καβάφη δεν υπάρχει Κλεοπάτρα· υπάρχει ένας Αντώνιος, ο θεός ο Ηρακλής που τον παράτησε, και η ευτυχία, η Αλεξάνδρεια, που φεύγει και χάνεται. Κι αυτά μου φέρνουν τη σκέψη πως ένα ερευνητικό και υποψιαστικό μυαλό θα μπορούσε ν’ αρπαχτεί από το δεσμό του Αντωνίου με τον Ηρακλή (ή τον Διόνυσο) για να αφεθεί κι εδώ στην ιχνηλασία δυο καβαφικών εραστών. O άνθρωπος θα είχε ελαφρυντικά· ο ίδιος ο Καβάφης κάθε τόσο μας αναγκάζει να παρακολουθούμε την εξομολόγηση που θέλει να κάνει του πάθους του· ένας Κορυδών τον βασανίζει κι αυτόν· έχει ένα μυστικό που τον πνίγει:
 
     Kαι νάναι ανίσχυρος, κι αναγκασμένος
     να κάνει που πιστεύει τες ψευτιές των·
     να μη μπορεί προς τον λαό να πάγει,
     να βγει και να φωνάξει...
     να πει, να πει πώς έγινε...
     (πβ´)
 
(Ας μου συχωρεθεί η αλλαγή του γένους δυο επιθέτων.) Ωστόσο, είναι άραγε αυτό το μοναδικό περιεχόμενο των ποιημάτων του, και όλα τα άλλα προσχήματα; Αν ήταν έτσι, τα ποιήματα του Καβάφη θα ήταν, για μένα τουλάχιστο, η βαρετή διαμάχη ενός Φαναριώτη αστού με μια σεμνότυφη κοινωνία. H διαμάχη αυτή υπάρχει κάποτε. Κάποτε αισθάνεσαι πως τον έχει πιάσει μια ψυχρή μέθη «να πει, να πει πώς έγινε», να ονομάσει μόνο, να αναπαραστήσει· βλέπεις την εξομολογητική δυσκολία να υποκαθιστά την ποιητική δυσκολία· παρακολουθείς μια καρδιά που δε θερμαίνεται παρά ύστερ’ από μια μεγάλη πίεση της σκέψης, να μιλά ξαφνικά αυθόρμητα, να επιμένει ονομάζοντας πρόχειρα τα πράγματα. Είναι μια ανθρώπινη ειλικρίνεια, αν μπορώ να πω, που βλάπτει το έργο· ειλικρίνεια χωρίς να είναι η αλήθεια —οι μανίες του Καβάφη. Αλλά τις μανίες αυτού του είδους είναι χρήσιμο να τις ξέρουμε, κι ακόμη πιο χρήσιμο να προσπαθούμε να τις βλέπουμε στη σωστή τους αναλογία, όταν ξεκινούμε για ν’ αντικρίσουμε έργα που δεν τρέφουνται από μανίες μόνο, αλλά από ολόκληρο τον άνθρωπο. Γι’ αυτό οι στίχοι:
 
     Κ’ ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς
     που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής       (μ´)
 
όπου η δύναμη και η ανδρεία είναι μια μικρή, βιογραφική, δύναμη και ανδρεία· και οι στίχοι:
 
     Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
     σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
     πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο...
 
μπορεί να έχουν, αν την έχουν, την ίδια αφετηρία, αλλά δεν είναι διόλου το ίδιο πράγμα· τους ξεχωρίζει η διαφορά του μερικού από το ολόκληρο.
 
 
 
H πόλις ακολουθεί (23. κγ´)· η Αλεξάνδρεια φεύγει. Το σπουδαιότερο μέσο που έχει πια ο Καβάφης για να κάνει ποίηση είναι η αίσθηση της Ιστορίας. H Ιστορία, η σημερινή και η αλλοτινή, έχει γίνει ένα με την ευαισθησία του· τον αλλοιώνει· τον κάνει πραγματικό· την κάνει πραγματική· Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Σιδών, Bηρυτός, Σελεύκεια —τι παράξενο πάει κι έλα. Ραφαήλ, Μυρτίας, Ιάσων Κλεάνδρου, Δημήτριος Σωτήρ, Ιουλιανός, Ίμενος, Έμης· και οι Γραικοί, και οι Σύροι, και οι Εβραίοι, και οι Αρμένιοι, και οι Μήδοι —τι φορτίο. Oι πολιτείες αρμενίζουν με όλες τούτες τις ψυχές· με την απάτη· την προδοσία· το φθόνο· με τις αισθήσεις και τις επιθυμίες τους· πληρώματα που δεν ξέρουν πως μετακινούνται, πως η μοίρα τους είναι κοινή, πως καταποντίζουνται ολοένα. Aυτή η ιστορία του Καβάφη που ποτέ δεν τελειώνει· που χωρίς να σκοτίζεται για τα όντα της στιγμής και για τους κόμπους των αισθημάτων τους, σημαίνει την καταδίκη μέσα στη νύχτα, με τους ήχους και τα εξαίσια όργανα ενός μυστικού θιάσου.
 
 
 
29. κη´ Ιωνικόν (1911). H πρώτη μορφή είναι του 1896:
 
     ΜΝΗΜΗ
 
     Δεν αποθνήσκουν οι θεοί. H πίστις αποθνήσκει
          του αχαρίστου όχλου των θνητών.
     Είν’ οι θεοί αθάνατοι. Aπό τα βλέμματά μας
          τους κρύπτουσι νεφέλαι αργυραί.
     Ω Θεσσαλία ιερά, Σε αγαπώσιν έτι,
          Σε ενθυμούνται αι ψυχαί αυτών.
     Eν τοις θεοίς, ως εν ημίν, ανθούσιν αναμνήσεις,
          της πρώτης των αγάπης οι παλμοί.
     Ότε ερών το λυκαυγές φιλεί την Θεσσαλίαν,
          σφρίγος από τον βίον των θεών
     περνά την ατμοσφαίραν της· και κάποτ’ αιθερία
          μορφή επί των λόφων της πετά.
 
     H αντιπαραβολή των δυο κειμένων είναι διδακτική· δείχνει την πρόοδο που έκαμε σε δεκαπέντε χρόνια η τέχνη του Καβάφη. Από εδώ αρχίζουν να ζωντανεύουν οι έφηβοι· δεν είναι μόνο νεκροί (17. ιη´) ή αγάλματα (27. κθ´)· γίνουνται ίσκιοι στους λόφους. Έπειτα από λίγα χρόνια αυτό το ίδιο πέρασμα (ξδ´) θα το ιδούμε στη «συνοικία που την νύχτα μονάχα ζει, με όργια...» (ξβ´).
 
 
30. λ´ Τα επικίνδυνα (1911).
 
     Εν μέρει... εν μέρει...
 
     Το κλίμα του Καβάφη δεν είναι το καλοκαίρι μήτε ο χειμώνας· είναι η στιγμή όπου λιώνει το χιόνι και γίνεται ένας σκούρος πολτός. Σε λίγο θα πρασινίσει το χορτάρι, λες· σε λίγο θα πρασινίσει. Αλλά ο Καβάφης δε φτάνει ποτέ ώς εκεί: «Εν μέρει... εν μέρει...» Μόνο το χιόνι έχει αρχίσει να γίνεται μια σκοτεινή λάσπη. Τι θα βλαστήσει εκεί από κάτω; Ποια βότανα; Ποια ζιζάνια; Ίσως είναι καλύτερη μια άλλη εικόνα που μου δίνει η Αλεξάνδρεια: «Τι να εξηγώ» γράφει ο Φιλόστρατος «στους αναγνώστες των ποιητών τι περίφημος και τι σοφός ήταν ο Πρωτέας· πότε το ένα τέχνασμα και πότε το άλλο, πότε το ένα πρόσωπο και πότε το άλλο, ξεγλιστρώντας μέσ’ απ’ τα χέρια σου, κατέχοντας κάθε τέχνη και κάθε πρόγνωση». O Πρωτέας, ο βασιλιάς της Φάρου: «Εν μέρει... εν μέρει...» Eκεί που λιώνει το χιόνι, εκεί που αλλάζουν τα πρόσωπα και ξεγλιστρούν μέσα σε μια λιμνοθάλασσα· χαρακτήρες κομματιασμένοι, φοβισμένοι, υποταγμένοι, αγορασμένοι, ολοένα μπερδεμένοι μέσα σε απιστίες και δολοπλοκίες — «Εάν Πρωτέα ονειρευθής, απάτας σημαίνει και απογοητεύσεις» λέει ένας αρχαίος ονειροκρίτης. Υπάρχει πάντα ένας Πρωτέας στον Καβάφη· στη γεωγραφία του, στην ιστορία του, στη γλώσσα του, στα πρόσωπά του, στις πράξεις του. Το άγαλμα που έστησε είναι ένας ανδρόγυνος.
 
     Eίπε ο Mυρτίας (Σύρος σπουδαστής
     στην Aλεξάνδρεια· επί βασιλείας
     αυγούστου Kώνσταντος και αυγούστου Kωνσταντίου·
     εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων).
 
     Κάθε φράση σ’ αυτή την παρένθεση είναι ένα μείγμα. Είναι όλος ο Καβάφης τούτη η ισορροπία της ζυγαριάς. Τον βλέπεις σχεδόν να τη σηκώνει και να την κοιτάζει, σαν ένας χρυσοχός πίσω απ’ το τζάμι, μισοκλείνοντας τα μυωπικά μάτια του· και να χαμογελά που στάθηκε οριζόντια και ακίνητη:
 
     αυγούστου Κώνσταντος και αυγούστου Κωνσταντίου.
 
     Είναι τόσο κοντά μας αυτά τα πράγματα. Έχω σημειώσει βιαστικά στο ημερολόγιό μου έναν περίπατο στην Αλεξάνδρεια: «Σπίτια λεπρά σε κατάστενους δρόμους, όπου τα μπαλκόνια αγκαλιάζουνται το ένα με τ’ άλλο. Κάποτε θυμόσουν εικόνες του Ουίλλιαμ Blake. Κάποτε, περνώντας μπρος από τους μικρούς καφενέδες, τρεις τέσσερεις χαυνωμένοι πελάτες και η μυρωδιά του χασίς. Σ’ ένα μαγαζάκι, κρεμασμένα από το δοκάρι του ανωφλιού, άπειρα μπουκαλάκια κάθε σχήματος, κάθε χρώματος, σκονισμένα, παμπάλαια, συγκινητικά σαν αρχαίες δακρυχόες.9 Ένα άλλο λεγότανε “Το μάτι της Αίγυπτος”· το μάτι, ένα φοβερό πράγμα, ήταν ζωγραφισμένο εκεί κάπου και, στην προθήκη, ένα σωρό σκόνες φτηνές για το βάψιμο του ανθρώπινου κορμιού· μια μαύρη στοίβα για τα μαλλιά σε μαγνήτιζε... Μέσα σ’ αυτή την πύλη δεν μπορείς να πάψεις να φαντάζεσαι τον Καβάφη μαζεύοντας σιγά-σιγά τις εντυπώσεις του από τέτοια μικροπράγματα, σε κάθε γωνιά, και κάνοντάς τις τέσσερα-πέντε ποιήματα το χρόνο. Πουθενά αλλού δε θα μπορούσε να γράψει: “είμαστε ένα κράμα εδώ”, πουθενά έξω από αυτούς τους δρόμους με την τερατώδη ποικιλία πρωτάκουστων ονομάτων — μήτε νά ’βρει αυτό το αίσθημα της λιμνάζουσας διάλυσης, της ματαιότητας της ανθρώπινης προσπάθειας και του αισθησιακού μηδενισμού, που έδωσε τόσο καλά [με] την ποίησή του· που εικονίζει τόσο καλά τον κόσμο του...»
     Δεν είναι τόσο πολύ παιχνίδι οι στίχοι:
 
     στες κρίσιμες στιγμές θα ξαναβρίσκω
     το πνεύμα μου, σαν πριν, ασκητικό.
 
 
31. λα´ Η δόξα των Πτολεμαίων (1911). «Αξιοσημείωτος είναι η υπεροψία (jactance) του Λαγίδου» (Λ, 27) παρατηρεί ο Καβάφης. Ναι, πραγματικά αξιοσημείωτη· θυμίζει τον κομπασμό του «Τυανέα γλύπτη» (27. κθ´), αλλά τούτος φωνάζει πιο δυνατά. Χτυπάει το στήθος του με τη γροθιά του· είναι φιλάρεσκος και μάταιος. Ωστόσο, το περίεργο είναι ότι ο ποιητής, που φυλάγεται συνήθως από τις υπερβολές και βλέπει καθαρά τις ρυτίδες της ματαιοδοξίας, δεν τον ειρωνεύεται· τον αφήνει να λέει και θαρρείς πως τον χαίρεται, όπως, με την ίδια παραφορά, πετάει στα μούτρα των ποιητών της άλλης σχολής:
 
     Tο «κεραμεούν» και «φαύλον»· το σιχαμερό:
     που κιόλας μερικούς (χωρίς προπόνησι αρκετή)
     αγυρτικώς εξαπατά. Tο κεραμεούν και φαύλον.
     (ριθ´)
 
Σε τέτοιο τόνο μιλά ο Πτολεμαίος:
 
               Είναι γελοίος
     ο Σελευκίδης με την αγοραία του τρυφή.
 
     Θαρρείς πως το ξέσπασμα τούτο είναι ξέσπασμα του ίδιου του ποιητή. Γι’ αυτό λέω πως αυτό το «μεγαλόστομο ποίημα» (μοναδικό στο είδος του) είναι ίσως ένα επιφώνημα για την Αλεξάνδρεια, που επιτέλους μόλις τώρα βρίσκει· την Αλεξάνδρεια την πόλη, καθώς και την Αλεξάνδρεια με την έννοια της επιτυχίας που της έδινε (Λ, 32): τι άλλο μπορούσε να σημαίνει επιτυχία για τον Καβάφη, παρά επιτυχία στην τέχνη. Ίσως αυτό το γεγονός πανηγυρίζει ο Λαγίδης.
 
 
32. λβ´ Iθάκη (1911).
 
     Ήδη θα το κατάλαβες η Iθάκες τι σημαίνουν
 
     Σημαίνουν ό,τι σημαίνουν για τον καθένα μας· για τον Kαζαντζάκη λ.χ. άλλο πράγμα· όμως για τον Kαβάφη;
     Όπως το σημείωνα στους «Bαρβάρους» (12. ιστ΄), υπάρχει κι εδώ, καθώς νομίζω, ένας εσωτερικός ψίθυρος του ποιητή. Tο αυτί μας είναι περισσότερο εξοικειωμένο τώρα· ας δοκιμάσουμε να τον ακούσουμε.
     Mε την «Iθάκη» τελειώνει ο πρώτος περίπλους του Πρωτέα· άρχισε στα 1886· είκοσι πέντε χρόνια. Όπως είδαμε, από τον «Tυανέα γλύπτη» (27. κθ΄) και πέρα, ο τεχνίτης παύει να παραπονιέται· με το «Aπολείπειν» μπαίνει στην Aλεξάνδρεια· με τα «Eπικίνδυνα» (30. λ΄) διατυπώνει το κλίμα του ―το κλίμα του «εν μέρει» ή των κραμάτων· δόξα στους Πτολεμαίους (31. λα΄). Aυτά τα ποιήματα δείχνουν, νομίζω, το τέλος του ταξιδιού:
    
     Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα…
 
     Δεν υπάρχουν πια οι χειρονομίες τυφλού, όπως στο «Παράθυρα» (11. ια΄)· ο ποιητής βλέπει τον εξωτερικό κόσμο και παρακινά τους άλλους να ιδούν:
 
     Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
     που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
     θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους.
 
     H παλιά τυραννία του φωτός (11. ια΄) έχει μείνει πίσω, μαζί με τόσα άλλα πράγματα, καθώς είδαμε. Tην τέχνη του τη βρήκε επιτέλους· είναι «πτωχική». O Kαβάφης, σχολιάζοντας το ποίημα, παρατηρεί (Λ, 28): «Oι γνώσται του ύφους του Kαβάφη γνωρίζουν καλά, ότι ο ποιητής σπανίως κάμνει χρήσιν εμφάνσεως, όταν δε συναντήσωμεν τοιαύτην κάτι ασφαλώς σημαίνει».
     Mε τι υλικό να κάμει έμφαση; Όπως έλεγα αρχίζοντας (1. β΄), κάθε του προσπάθεια που τον οδηγεί προς την εξόγκωση του λόγου αποτυχαίνει. Έβαλε κάμποσα χρόνια για να πραγματοποιήσει αυτή την πικρή εμπειρία. Έπρεπε κάποτε να παραδεχτεί ―και είδαμε με ποια ψηλαφήματα το παραδέχτηκε― πως αφού ο λόγος δεν αναβρύζει από μέσα του, το μόνο πράγμα που του απόμενε ήταν να πιαστεί από ένα αντικείμενο και να το εκφράσει όσο γίνεται πιο στεγνά, αντικαθιστώντας τον ρηματικόν πλούτο, που δεν είχε, με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια· την ακρίβεια μιας γυμνής Iθάκης. Oι μεγάλοι άρχοντες του λόγου είναι άλλη φυλή· τους βλέπει τώρα ωσάν φαντάσματα, ξορκισμένα επιτέλους. Λαιστρυγόνες ή Kύκλωπες του κεραμιδένιου του φαύλου (ριθ΄). Tους αντίκρισε κάποτε με δέος· πήγαν να του επιβληθούν· δοκίμασε να τους μιμηθεί· ευτυχώς τους ξέφυγε.
 
     Tους Λαιστρυγόνας και τους Kύκλωπας,
     τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι…
     αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή…
 
     Δεν είναι υποθήκη εκ των προτέρων αυτό ―καθώς και ολόκληρο το ποίημα, που μπορεί να σημαίνει και άλλα πολλά― είναι ένα ορισμένο συμπέρασμα ύστερ’ από δοκιμές και δοκιμασίες. «Aν μέν’ η σκέψις σου υψηλή»· αν δεν αποκαρδιωθείς εύκολα, όπως εκείνος ο άλλος που έλαβε την «άγουσαν προς τα Σούσα»10 (24. κδ΄). Kαι το πιο σημαντικό:
 
                    …αν εκλεκτή
     συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
 
     O στίχος αυτός έχει για τον Kαβάφη, κρατώντας πολύ προσεχτικά τις αναλογίες, τη σημασία που έχουν στην εξέλιξη του Gide οι Eπίγειες Tροφές. Eίναι το σημείο που δείχνει τον τύπο της ελευθερωμένης ευαισθησίας του (δες και Λ, 28).
     O φτωχός λόγος του Kαβάφη σώζεται από δυο στοιχεία: την ακρίβεια, και αυτή την ευαισθησία που είναι ένα αδιάλυτο κράμα αίσθησης και στοχασμού. H γλώσσα του, τέτοια που έγινε τελικά, παράξενη για τη συνήθεια και την παράδοσή μας, κρατιέται γιατί είναι διαποτισμένη από το αίσθημά του, ωριμασμένη μέσα του. Tο βλέπει κανείς όταν την παραβάλλει με τη γλώσσα των καθαρολόγων, και του Kαρυωτάκη κάποτε, ή εκείνων που χρησιμοποιούν τη δημοσιογραφική μεικτή ―με τη γλώσσα που μεταφέρει σχήματα, όχι ευαισθησία.
     Συλλογίστηκα πως ο Kαβάφης, μολονότι ανήκει στη λογία παράδοση, συμπεριφέρεται προς τη γλώσσα σαν δημοτικιστής· όχι βέβαια από την άποψη της ορθοδοξίας, αλλά από την άποψη της ψυχολογικής διάθεσης του ανθρώπου που θέλει να μιλήσει μια παρούσα λαλιά. Συλλογίστηκα πως μέσα στο γλωσσικό σύμφυρμα που ήταν, και είναι, αλίμονο, η Eλλάδα, γράφει μια δημοτική του εαυτού του, ιδιαίτερη, ακατάστατη, έξω από κάθε κανόνα, αναρχική, φτιαγμένη από τα στοιχεία που μπόρεσε να κρατήσει, από την κληρονομιά του και το παροικιακό περιβάλλον του. Στο γράμμα του φίλου μου του Nάνη Παναγιωτόπουλου ―έχω αντιγράψει εδώ και μιαν άλλη περικοπή― διαβάζω: «H φράση του είναι παρμένη από την κοινή κουβέντα λαϊκών ή μικροαστών (όπως μου έλεγε) του καφενέ ή του χρηματιστηρίου, που συλλαμβάνει ως ωτακουστής πάνω στη “βράση” της, σε στιγμές δυναμικές που σπάζουν τους γραμματικούς και συντακτικούς δεσμούς και πλάθουν αναρχικά τη γλώσσα». M’ ενδιαφέρει η λέξη σπάζουν· φωτίζει και τη στιχουργική του Kαβάφη, που είναι συχνά σπασμένη, αν μπορώ να πω. O στίχος είναι γεμάτος από συγκοπές ή εγκοπές που παρεμβάλλουν μια στιγμή σιωπής στο ρυθμό του, είτε με τα δρασκελίσματα, είτε με τα λευκά που τον κόβουν στη μέση, χωρίς να παρακολουθούν αναγκαστικά το νόημα, φτιάνοντας ένα είδος κοντρατέμπο. Tο ίδιο κάνει με τη γλώσσα, όπως το βλέπουμε στην τόσο παράλογη κάποτε συντακτικά φράση του. Tην έκφραση του Kαβάφη, θα έλεγε κανείς, δεν είναι το σώμα αλλά η κίνηση της γλώσσας που την απασχολεί πρώτα. Eίναι κι αυτό ένα παράδειγμα που μας δείχνει πώς επωφελείται από τις αδυναμίες του.
     Έτσι, από την άποψη της γλωσσικής ορθοδοξίας, δίκαια θα κατηγορούσαμε τον Kαβάφη· δεν ανήκει στο σόι των αναμορφωτών. Aυτούς τους πουριτανούς τούς αντιπαθεί φανερά, όπως φαίνεται και στα ποιήματά του για τον Iουλιανό ή στο «Eν μεγάλη ελληνική αποικία» (ρλε΄).
     «Aισχρόν εστι ξενίζεσθαι ει συκή σύκα φέρει» λέει ο Aυρήλιος, που έχω αυτές τις μέρες στο νου μου, και το πρώτο είναι, καθώς πιστεύω, να έχουμε δέντρα καρποφόρα· ύστερα έρχεται το ζήτημα ποιος είναι ο καρπός που προτιμούμε. O Kαβάφης δεν μπορούσε να κάμει τίποτε άλλο παρά να γράψει αυτή τη γλώσσα που ήταν η πραγματικότητά του και η ανάγκη του. Aμφιβάλλω αν υπάρχουν πια στον τόπο μας οι συνθήκες για να φανεί άλλος άνθρωπος με τέτοια πραγματικότητα. Άλλο αν μπορούν να παρουσιαστούν χειρότερες συνθήκες για την ποίηση. Όμως ο Kαβάφης είναι ένα τέλος, δεν είναι αρχή. Kι αν δε μας αρέσει τέτοιος που έγινε, ας βγάλουμε τουλάχιστο ένα επιμύθιο από την περιπέτειά του κι ας συλλογιστούμε πως το μέλι που φτιάνει ο ποιητής, το φτιάνει από τους ανθρώπους που τον περιστοιχίζουν· κι αν το βρίσκουμε κάποτε πικρό, ας αναρωτηθούμε, εμείς που ανθίζουμε γύρω του, τι κάνουμε για να γίνει το μέλι γλυκύτερο.
     Aλλά για να ξαναγυρίσω στο θέμα μου, παρατηρώ πως από την αρχή του ταξιδιού για την Iθάκη, το αξιοπρόσεχτο φαινόμενο σ’ αυτόν τον άνθρωπο είναι ότι μπόρεσε να δημιουργήσει μια πολύ αδρή φυσιογνωμία όχι μόνο με τα χαρίσματά του, αλλά με τις δυσκολίες του προπάντων. H ποίηση του Kαβάφη είναι ένα αδιάκοπο ανέβασμα πάνω στα εμπόδιά της. Eίναι πολύ διδακτικό να βλέπεις αυτόν τον ποιητή που μοιάζει στην αρχή να μην έχει ταλέντο, εκτός από το ταλέντο μιας ιδιόμορφης επιμονής, να μαζεύει σιγά-σιγά τα ζωντανά στοιχεία που μπορεί να διασώσει, να τα συναρμολογεί, μετατρέποντας το εμπόδιο σε σκαλοπάτι, να προχωρεί με τη βραδύτητα της συσσωρευμένης πείρας.
     Παράξενο δίδαγμα· ο ποιητής που κατηγορήθηκε, περισσότερο από κάθε άλλον, για την ανειλικρίνειά του, να δίνει μαθήματα ειλικρίνειας. Mπορεί να είναι σωστό ότι σαν άνθρωπος δεν είχε μεγάλη ροπή για εξομολογήσεις· αλλά σαν ποιητής μοιάζει καταδικασμένος στην αλήθεια, την αλήθεια του, επί ποινή θανάτου. Γιατί, καθώς βλέπουμε, από την αρχή ώς την ώρα που φτάνει στην Iθάκη, ολοένα παραμερίζει τα στοιχεία που δεν ανταποκρίνουνται στο αληθινό που υπάρχει μέσα του. Kαι είναι αυτό που πρέπει να προσπαθήσει να κοιτάξει κανείς, αν έχει την επιθυμία να καταλάβει το ιδιότροπο τούτο έργο, που είναι για τους πολλούς, είτε μια σειρά βιογραφικές ακριτομυθίες «καλλιτεχνικά» διορθωμένες, σαν ένα χρωματιστό γυαλί, είτε μια σειρά από σκόρπιους «ωραίους» στίχους, σαν ένας σπασμένος καθρέφτης στο πάτωμα.
     Oι ερμηνείες των ποιημάτων δεν είναι υποχρεωτικές για κανέναν, και η ιδέα ενός μόνο ανθρώπου για τα έργα της τέχνης δεν μπορεί ποτέ να είναι σωστή εκατό τα εκατό. Aλλά εκείνο που δεν είναι μήτε ιδέα μήτε αίσθημα δικό μου και που καθώς νομίζω παραδέχεται ο καθένας, είναι ότι η αλήθεια ενός έργου δε μετριέται με την ειλικρίνεια ή την ανειλικρίνεια των καθημερινών συναναστροφών του τεχνίτη· αλλά από την ομολογία του ίδιου του έργου ― που δεν έχει την άδεια να υποκρίνεται. Kαι το έργο αυτό, ώς εδώ που φτάσαμε, μας έδειξε πόσο μακρύς ήταν ο δρόμος:
 
     Πάντα στο νου σου νάχεις την Iθάκη.
     Tο φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
     Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
     Kαλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
     και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
     πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
     μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Iθάκη.
 
 
 
 
 
III. ΑΫΛΟΣ
 
μστ´ O Θεόδοτος (1915). Γράμμα σ’ ένα φίλο: «Πρετόρια (Τράνσβαλ), Νοέμβρης ’41 ...Με ρωτάς για τον “Θεόδοτο”. Σου απαντώ πρόχειρα. Είναι ποίημα σκοτεινό, υποστηρίζουν· δεν καταλαβαίνω γιατί. Ίσως επειδή δεν περιέχει ερωτικές υποθέσεις· μολονότι μου φαίνεται πως όταν αρχίσουμε να γυρεύουμε τον ερωτισμό του Καβάφη στα ποιήματα που διόλου —εννοώ διόλου— δεν τον αναφέρει, υπάρχει κάποια ελπίδα να τον νιώσουμε καλύτερα.
     »“O Θεόδοτος” είναι ποίημα ιστορικό. Αλλά και τα ιστορικά ποιήματα του Καβάφη πρέπει να χωριστούν, καθώς νομίζω, σε δυο κατηγορίες. Τα πραγματικά ιστορικά ποιήματα, δηλαδή εκείνα που μεταφέρουν μια ιστορική προοπτική (λ.χ. “Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες”, ποιήματα στον Ιουλιανό κτλ.), και ποιήματα ψευδοϊστορικά, όπως τα ονομάζω· εκεί η αναφορά στον ιστορικό ή στον αρχαίο συγγραφέα, χρησιμεύει μόνο για να δώσει μιαν “υπόθεση” στο ποίημα. Τέτοια είναι τα ομηρικά θέματα λ.χ. (δες και το σχόλιο για τους “Τρώες”, που σας έστειλα). Για να νιώσεις τα ποιήματα της πρώτης κατηγορίας, πρέπει να γνωρίσεις κάπως τα αισθήματα, που εκφράζουν τα ιστορικά κείμενα όπου σε παραπέμπουν. Για τα ποιήματα της δεύτερης κατηγορίας αυτό δε χρειάζεται· φτάνει να έχεις υπόψη σου την υλική συγκρότηση του μύθου· δε χρειάζεται λ.χ. να ξέρεις καλά τον Όμηρο για να νιώσεις, αν αξίζει τον κόπο να τη νιώσεις, την “Κηδεία του Σαρπηδόνος” (ιη´)· μπορεί μάλιστα η ζωηρή ανάμνηση της Iλιάδας να σε βλάψει.
     »“O Θεόδοτος” ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. O Καίσαρ δεν είναι ο Καίσαρ, είναι οποιοσδήποτε νικητής, “επιτυχής” (πρβλ. ρμε´)· η Αλεξάνδρεια δεν είναι συγκεκριμένα η Αλεξάνδρεια της τάδε εποχής, όπως σε τόσα άλλα ποιήματά του, αλλά ένας τόπος Χ· ο Πομπήιος δεν είναι ο Πομπήιος, αλλά οποιοσδήποτε νικημένος, και ο Θεόδοτος ένα όργανο της μοίρας. Γι’ αυτό, το σημαντικό μέρος του ποιήματος είναι το δεύτερο, όχι το πρώτο, που δεν κάνει τίποτε άλλο παρά την έκθεση του μύθου, και οι στίχοι-κλειδί είναι οι ακόλουθοι:
 
 
     Kαι μη επαναπαύεσαι που στην ζωή σου
     περιωρισμένη, τακτοποιημένη, και πεζή,
     τέτοια θεαματικά και φοβερά δεν έχει.
 
»H φρίκη δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο του Καίσαρα, ή του ποιητή· είναι και του απλοϊκού διαβάτη και του γείτονά μας του νοικοκύρη· το κακό, αόρατο, άυλο, μας διαπερνά, σαν την ομίχλη, σαν τον Θεόδοτο· είναι πράγμα της κοινοκτημοσύνης:
 
     Ίσως αυτήν την ώρα εις κανενός γειτόνου σου
     το νοικοκερεμένο σπίτι μπαίνει ―
     αόρατος, άυλος ― ο Θεόδοτος,
     φέρνοντας τέτοιο ένα φρικτό κεφάλι.
 
—το κεφάλι της φρίκης: ένα εύρημα, νομίζω...»
 
 
Όταν έγραψα τις παραπάνω γραμμές, δεν είχαν δημοσιευτεί τα Καβαφικά αυτοσχόλια του Λεχωνίτη. Στο ωφέλιμο αυτό βιβλιαράκι ο Καβάφης, καθώς μας λένε, εξηγεί: «Συμβολικόν ποίημα καθαράς σκέψεως... Δράσε, λέγει ο ποιητής, προσπάθησε να γίνεις μεγάλος, αλλά μη πατάς πάνω σε πτώματα. Το σύμβολον (ο Ιούλιος Καίσαρ) ευρίσκεται εις το πρώτον μέρος του ποιήματος, ο ποιητής το αφήνει στο δεύτερο μέρος όπου αποτείνεται εις πάντα. H Αλεξάνδρεια σημαίνει την ευτυχίαν, την επιτυχίαν (ιδέ: Πλουτάρχου, Βίος Iουλίου Καίσαρος)».
     Τα λόγια που υπογραμμίζω ανταποκρίνουνται στην ιδέα που διατύπωνα στο φίλο μου. Δε θα είχα τίποτε να προσθέσω αν δεν υπήρχε η φράση: «Δράσε, λέγει ο ποιητής, προσπάθησε να γίνεις μεγάλος, αλλά μη πατάς πάνω σε πτώματα». Λέω πως ο Καβάφης ποτέ δεν άνοιξε την καρδιά του σε κανέναν, ούτε τη σκέψη του, και το έχω πάρει απόφαση να μην αισθάνομαι τον εαυτό μου υποχρεωμένο από τα λόγια της στιγμής και της σκοπιμότητας, αν δεν ιδώ πως τα επιβεβαιώνουν τα ποιήματά του. Αφήνω κατά μέρος την πρώτη εντύπωση, που μου δίνει το ηθικό αυτό απόφθεγμα· κουβέντα χρηματιστών και εμπόρων — έμποροι και χρηματιστές ήταν ο κόσμος του Καβάφη―: «Aυτός έκανε λεφτά, αλλά πάτησε επί πτωμάτων». Πόσες φορές δεν τ’ ακούσαμε. Δεν είναι πάντα εύκολο η γλώσσα του ποιητή να είναι η γλώσσα των ανθρώπων που τον περιστοιχίζουν και τότε υπάρχουν τρεις λύσεις: είτε ο ποιητής θα προκαλεί· είτε θα αυτοκτονεί· είτε θα κοιτάζει, όταν πηγαίνει ν’ αγοράσει ραπανάκια ή τυρί, να μιλά στο μανάβη και στον μπακάλη όχι με δεκαπεντασυλλάβους αλλά με τη γλώσσα τους. O Baudelaire πήρε την πρώτη στάση και γι’ αυτό ρωτούσε τον απλοϊκό αστό: «Φάγατε ποτέ μυαλά μωρού τηγανητά;» Ο Καρυωτάκης αυτοκτόνησε· όπως και ο Μαγιακόφσκι. O Καβάφης, ευτυχώς, δεν αυτοκτόνησε, ούτε το ήθελε να προκαλεί, αλλά μιλούσε στον μπακάλη τη γλώσσα του: «Στον “Θεόδοτο” θέλω να πω: φίλε μου, μη πατάς επί πτωμάτων». Και παραπέμπει τον απορημένο συνομιλητή του στο πιο σύντομο από τα χωρία του Πλουτάρχου που αναφέρουν το επεισόδιο: «ιδέ: Πλουτάρχου, Βίος Ιουλίου Καίσαρος».
     Αλλά το χωρίο αυτό μας πληροφορεί μόνο ότι ο Καίσαρ «εις Αλεξάνδρειαν επί Πομπηΐω τεθνηκότι καταχθείς, Θεόδοτον μεν απεστράφη, την Πομπηΐου κεφαλήν φέροντα, την δε σφραγίδα δεξάμενος του ανδρός κατεδάκρυσεν» (XLVIII). Η περικοπή δε λέει τίποτε για τη δολοφονία του Πομπήιου, και φυσικά δεν προκαλεί τη δικαιολογημένη απορία που θα μπορούσε να έχει ο συνομιλητής του Καβάφη, αν είχε υπόψη του τις λεπτομέρειες που μεταδίνει ο Πλούταρχος αλλού (Πομπήιος, LΧΧVΙΙ-LΧΧΧ)· την ακόλουθη απορία:
     — Μα, κύριε Καβάφη, πώς μου λέτε ότι ο Καίσαρ είναι το σύμβολο του «μη πατάς πάνω σε πτώματα», αφού τον Πομπήιο δεν τον δολοφόνησε αυτός, αλλά οι σύμβουλοι του ανήλικου Πτολεμαίου, ελεεινού φυράματος άνθρωποι, ύστερα από την εισήγηση του Θεόδοτου, του ρητοροδιδάσκαλου, ενός καθαρά καβαφικού τύπου, που αφού ανέπτυξε το θέμα: «εν μέρει» φόβος του Καίσαρα, «εν μέρει» φόβος του Πομπήιου, τέλειωσε με το απόφθεγμα της αιώνιας δειλίας, «ο πεθαμένος δε δάγκωνει». O Καίσαρας δεν ήξερε τίποτε από όλα αυτά. Ωστόσο αφού αυτός είναι το σύμβολο του ποιήματός σας, γιατί δεν προτιμήσατε τον τίτλο «Καίσαρ», ή τουλάχιστο «Επικράτησις» (κατά το «Απιστία»), αλλά τον τίτλο «Ο Θεόδοτος», υπογραμμίζοντας έτσι ένα ασήμαντο πρόσωπο;
     Σ’ αυτή την απορία, φαντάζομαι πως ο Καβάφης θ’ απαντούσε, αν είχε τη διάθεση να μιλήσει με ειλικρίνεια:
     — Περίεργο, φίλε μου· είσαι από τους αληθινά εκλεκτούς· «τα πτώματα» είναι ένας τρόπος του λέγειν, δεν είναι για σένα. Αφού ξέρεις ότι δε μεταχειρίζομαι τυχαίως τις λέξεις μου, έπρεπε να προσέξεις, μα βέβαια να τα προσέξεις, τα επίθετα αόρατος, άυλος, τόσο σπάνια στο έργο μου. Έπρεπε να προσέξεις τι προσδιορίζουν: τον Θεόδοτο
 
     φέρνοντας τέτοιο ένα φρικτό κεφάλι.
 
Νομίζεις πως είναι φυσικό να είναι αόρατα και άυλα αυτά τα πράγματα σαν τον αέρα που ανασαίνεις; Άλλωστε σου είπα πως μόνο στο πρώτο μέρος του ποιήματος μιλώ στο σύμβολο του ευτυχισμένου: του Καίσαρα που είναι στην Αλεξάνδρεια (=στην ευτυχία). Τι νόημα θα είχε να προειδοποιώ τους δυστυχισμένους· αυτοί τον ξέρουν καλά τον Θεόδοτο, αφού δέχτηκαν την επίσκεψή του. O Θεόδοτος όμως ενδέχεται να προσφέρει το σινί του εις πάντα. O τίτλος μου είναι σωστός.
     Έτσι μου φαίνεται, και κανείς δε μου είπε τι άλλο θα απαντούσε ο Καβάφης· γι’ αυτό εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο Θεόδοτος, το σύμβολο αυτό του κακού και της καθημερινής φρίκης, είναι ένα από τα βαθύτερα ποιήματα του Καβάφη· ψυχολογικά, το βαθύτερο ίσως. Και τούτο με φέρνει στο τρίτο σχετικό χωρίο του Πλουτάρχου, που με διασκεδάζει —αν μπορεί να μιλήσει κανείς για διασκέδαση— γιατί μου δείχνει τον καβαφικό τόνο, περισσότερο από τα άλλα που ανέφερα. Βρίσκεται στη ζωή του Βρούτου (XXXIII): «... παράδειγμα των απίστων και απροσδοκήτων έκειτο Πομπήιος Μάγνος, της Θεοδότου ρητορείας και δεινότητας έργον, ως αυτός ο σοφιστής έλεγε μεγαλαυχούμενος».
 
 
 
IV. ΤΕΣΣΑΡΕΣ ΗΜΙΟΝΟΙ
 
νθ´ Ενώπιον του αγάλματος τον Ενδυμίωνος (1916). Εντύπωση πως είσαι σ’ ένα μουσείο και μπήκες ξαφνικά στην αίθουσα των ρωμαϊκών. Πραγματικά: ύφος, γλώσσα, και γεωγραφία, με κάνουν να υποθέσω ότι ανήκει στα χρόνια [των] αποκηρυγμένων. Θυμίζει εκείνες τις μεταφράσεις του από τη «Λάμια» του Κητς. Από την «Ιθάκη» και πέρα είναι το μόνο ξένο σώμα που βλέπω. Και μου φαίνεται παράξενο ότι ενώ δεν παραδέχτηκε ο Καβάφης, όσο ζούσε, να συμπεριλάβει ένα ποίημα σαν τα «Τείχη» (ιε´) στο αναγνωρισμένο του έργο, τυπώνει τούτη την ξεθωριασμένη έκφραση που μόλις τη σώζουν, αν καθόλου, οι «τέσσαρες πάλλευκοι ημίονοι». Δεν την υπολογίζω σε τούτο το κοίταγμα.
 
 
 
 
V. ΚΑΝΕΙΣ
 
οδ´ Εις το επίνειον (1918).
 
     Mα ποιοι ήσαν τούτοι δεν εγνώριζε κανείς,
     μήτε ποια η πατρίς του μες στο μέγα πανελλήνιον.
 
Ένα έκθετο σε μιαν απέραντη νυχτερινή πλατεία αυτός ο Έμης. Είναι το άλλο μέρος του σκηνικού του «Δέησις» (γ´). H μητέρα νομίζει το παιδί της ζωντανό, δέεται και περιμένει, ο γιος έχει πεθάνει κάπου μέσα στο απέραντο πανελλήνιον, και ο Θεός κοιτάζει σιωπηλός ξέροντας μόνος την αλήθεια. Τέτοια είναι η κατάσταση των ανθρώπων του Καβάφη· χωρίς συνοχή· επιθυμίες κι αισθήσεις σαν τα παλιά μυρωδικά, πλάνες και περιπλανήσεις, τυχαία συναπαντήματα, τυχαίοι χωρισμοί, η μοναξιά της ζωής και η μοναξιά του θανάτου μέσα σ’ έναν κόσμο χωρίς όρια. Στα χρόνια του Έμη: η πόλις της κλασικής εποχής δεν υπάρχει πια, έχει γίνει οικουμένη. O άνθρωπος πηγαίνει παντού με την ίδιαν οικειότητα, είναι ελεύθερος και μόνος στο άπειρο, και κοιτάζει το εγώ του, τη μοίρα του, ρωτιέται από πού έρχεται, πού πάει, ποιος είναι ο λόγος της ύπαρξής του, και ψάχνει ολοένα καινούργιες απολαύσεις, ωμότητες, ασκητικές ή αποκαλύψεις θρησκειών — και τη «φυγή μόνου προς μόνον» που ήθελε ο Πλωτίνος. H εξόγκωση και η διάλυση του εγώ προχώρησε περισσότερο ακόμη στους τελειοποιημένους καιρούς μας· μπορούμε ωστόσο να τους κάνουμε να μοιάσουν καταπληκτικά με τον κόσμο των ελληνιστικών βασιλείων.
 
 
 
 
VI. O ΖΩΗΡΟΣ ΣΙΔΩΝΙΟΣ
 
[94] Νέοι της Σιδώνος (400 μ.Χ.) (1920). Το σχετικό χωρίο του Βίου του Αισχύλου πληροφορεί: «Αποθανόντα δε Γελώοι πολυτελώς εν τοις δημοσίοις μνήμασι θάψαντες ετίμησαν μεγαλοπρεπώς, επιγράψαντες ούτω·
 
     Αισχύλον Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει
          μνήμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·
     αλκήν δ’ ευδόκιμον Μαραθώνιον άλσος αν είποι
          και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος.
 
Εις το μνήμα δε φοιτώντες όσοις εν τραγωδίαις ην ο βίος ενήγιζόν τε και τα δράματα υπεκρίνοντο».
     Το επίγραμμα, καθώς λένε, είτε το έγραψε ο ίδιος ο ποιητής της Ορέστειας, είτε ένας σύγχρονός του· ο Σιδώνιος νέος δεν του το αποδίδει αυθαίρετα. Όμως το ποίημα του Καβάφη είναι δυσκολονόητο· θέλω να πω, η διατύπωση των συναισθημάτων δε γίνεται με τη συνηθισμένη του ενάργεια.
     Το έχω τονίσει αρκετά, φαντάζομαι: κρίνω τον Καβάφη σαν ποιητή· και δε βλέπω άλλο τρόπο να κρίνω έναν ποιητή παρά σαν άνθρωπο που δίνει μορφή σε συναισθήματα· και ο στοχασμός του ακόμη, με την ευαισθησία του εκφράζεται — «ο λογισμός είναι ευαισθησία κρυσταλλωμένη» έλεγε ο Gourmont. Έτσι και οι ιστορικές του αναφορές, λ.χ. στον Πλούταρχο, στον Πολύβιο, στον Ευσέβιο, στον Ναζιανζηνό, δεν είναι εγκυκλοπαιδικές αναφορές, αλλά συναισθηματικές ή συγκινησιακές αναφορές. Ακόμη πολλές απ’ αυτές έχουν έναν κοινά παραδεγμένο τόνο· είναι προϋποτιθέμενα κοινά συναισθήματα. Μπορεί να τα συνδυάσει τα συναισθήματα αυτά, μεταξύ τους ή με τα δικά του, δεν έχει όμως την άδεια να τ’ αλλάξει. Αν θέλει να πει άλλο πράγμα, πρέπει να βρει άλλη αναφορά. Όταν χρησιμοποιεί το «Απολείπειν ο θεός...» μεταφέρει ένα συναισθηματικό τόνο φόβου και μεγαλόπρεπης εγκατάλειψης, που διατύπωσε ο Πλούταρχος· απ’ αυτόν ξεκινά για την παρόρμησή του (28. κστ´). Όταν χρησιμοποιεί τη φράση του Μισοπώγωνα, «Το Χι, φασίν, ουδέν ηδίκησε την πόλιν ουδέ το Κάππα...» (ρκστ´), μεταφέρει τον τόνο πικρής αυτοσάτιρας του Ιουλιανού, που γίνεται στα χείλια των αντιπάλων του καυστικός χλευασμός. Αυτό κάνει, άλλωστε, συστηματικά ο Καβάφης, και δε βρίσκω, όπως έλεγα, κανένα άλλο νόημα στην επιμονή του να εξακριβώνει εποχές και να αναζητά συγκεκριμένους συγγραφείς. Ένα σημαντικό μέρος της τέχνης του Καβάφη είναι ακριβώς αυτό· να βαθαίνει τα συναισθήματα που θέλει να μεταδώσει, με τις αναφορές που κάνει. Το περίεργο είναι ότι ενώ επιτυχαίνει σταθερά όταν μεταχειρίζεται ιστορικούς ή άλλους πεζογράφους, αποτυχαίνει καθαρά και στα δυο παραδείγματα όπου μεταχειρίζεται ποιητές. Έγραψα τη γνώμη μου για το ποίημα που παραπέμπει στον Δάντη (10. η´). Εδώ αντιμετωπίζει τον Αισχύλο. Είναι αλήθεια περίεργο: ενώ πάρα πολύ σπάνια —αν το έκαμε ποτέ— πηγαίνει αντίθετα προς το πνεύμα ενός σκοτεινού χρονογράφου, εδώ παίζει με ανθρώπους που έχουν εγκαταστήσει τα συναισθήματά τους και την ιδιοσυγκρασία τους με πολύ μεγάλο κύρος στη συνείδησή μας· με έργα που είναι κεφαλαιώδη ψυχολογικά γεγονότα. Ένα στίχο του Ριανού θα μπορούσε εύκολα να τον αντικρούσει ο αρωματισμένος Σιδώνιος —αλλά τον Αισχύλο; Όσο ζωηρό, όσο φανατικό για γράμματα κι αν είναι το παιδί, όταν αρχίζει να φωνασκεί για «λειποψυχίες», γίνεται κουνούπι. Ο αναγνώστης χάνει την ισορροπία του, αφήνει το παιδάριο να λέει, κι ακούει τι θα μπορούσε ν’ αποκριθεί ο Αισχύλος:
     «Νεαρέ μου επίγονε, εκτιμώ πολύ τους λογίους που αντιπροσωπεύεις· και τους επιγραμματοποιούς που σας διασκεδάζουν δεν τους περιφρονώ. Τι σημαίνει αν η ποίησή τους είναι διαφορετική από τη δική μου· κρατούν ζωντανή τη γλώσσα μου. Τι σημαίνει αν ο Μελέαγρος δανείζεται τα λόγια που έβαλα στο στόμα του Δαναού μου, για να διώξει το κουνούπι που τσιμπά το κορίτσι του (Παλ. Ανθ., V, 151)11 —δόξα κι αυτό για μένα. Το επιτύμβιό μου ανάμεσα στους στίχους αυτού του Σύρου παιδικού, που τον απατούσαν οι Εβραίοι (Παλ. Ανθ., V, 160), εκείνου του Κριναγόρα, του αυλικού της Οκταβίας, ή εκείνου του άλλου, του Ριανού, της γλυκομύριστης μαντζουράνας (Παλ. Ανθ., IV, 1) —μα γιατί όχι; Το σπουδαίο είναι ότι, ύστερ’ από χίλια χρόνια, ο ηθοποιός λέει ακόμη το “Αισχύλον Ευφορίωνος...”.
     »Με συγκινεί κατάκαρδα η φροντίδα σας. Χωρίς εσάς ποιος ξέρει σε τι αξύπνητες μνήμες θα είχε ταφεί η ποίησή μου· και τα ελεεινά χειρόγραφά μας ποιος ξέρει τι λαχανικά θα είχαν λιπάνει... Σεις τα καλλιγραφήσατε, σεις τα ταχτοποιήσατε με ψιλοδασείες για να τα προφέρουν σωστά οι μέλλουσες γενιές. Τους αρματώσατε ένα γερό καράβι για να περάσουν τους αιώνες. Ένα καράβι! τι λέω; τους φτιάξατε το ίδιο το πέλαγος. Απλώσατε τη γλώσσα μας σε εκτάσεις που θα ήταν αδύνατο να υποψιαστούμε εμείς οι Σαλαμινομάχοι με τις μικρές μας τις βαρκούλες. Συζητάτε το επιτύμβιο μου στη Σιδώνα, στα 400 μ.Χ. —αυτό μονάχα; Την ελληνική λαλιά, ώς μέσα στη Βακτριανή την πήγατε, ώς τους Ινδούς (ρνβ´). Είμαι γεμάτος αγαλλίαση μπροστά σε τέτοια θαύματα.
     »Όμως ξεχνάς, είναι φυσικό, λίγες λεπτομέρειες. Είπες πως πολέμησα μες στο “σωρό”. Όχι, νεαρέ μου επίγονε· πολέμησα μαζί με ελεύθερους ανθρώπους, σαν εμένα· με τους ίσους μου· μ’ αυτούς που μάθαιναν και παίζαν τα χορικά μου, κι όλοι μαζί πιστεύαμε στις τραγωδίες μου. Ήμουν μαζί τους και ήταν μαζί μου· ένα πράγμα. Πολέμησα με την τραγωδία μου· για να μπορούμε να γράφουμε δράματα και να τα παρασταίνουμε όπως τα θέλαμε. Δεν πολέμησα τον Δάτη και τον Αρταφέρνη· δεν αισθανόμουν μίσος για τους δυστυχισμένους αυτούς βαρβάρους που δεν είχαν καθόλου τον τρόπο να καταλάβουν πώς δούλευε το μυαλό μας· τους συμπονούσα· ξέχασες, σκόπιμα ίσως, τους Πέρσες μου στην απαρίθμησή σου. Πολέμησα για τον εαυτό μας· το ίδιο έκανα όταν έγραφα.
     »Εμείς είχαμε την πόλη· και τα ξυλένια τείχη ακόμη λογάριαζαν· είχαν μια δύναμη μαγική. Σεις έχετε πρωτεύουσες και τον ξέσκεπο κόσμο. Οι ορίζοντές μας ήταν στενοί μπροστά στους δικούς σας· αλλά ποιος ξέρει πόσο μεγάλους ορίζοντες μπορεί να σηκώσει ο νους του ανθρώπου και από ποιο πλάτος πέφτει στην υπνοβασία. Τα τείχη μας έγιναν σκόνη μέσα στον ανθρώπινο πολτό όπου ζείτε· όμως είναι φοβερή η απομόνωσή σας —η καλαμιά στον κάμπο. Χτίσατε το “Μουσείο”, το μεγάλο μοναστήρι, το πολύτιμο αυτό δεσμωτήριο· και ο Κριναγόρας σας αφιερώνει στίχους σε μια δοντογλυφίδα (Παλ. Ανθ., VI, 345) —μεγάλοι ορίζοντες. “Των στρατιωτών οι τάξεις” καθώς λες, που βγαίναν από τις περιορισμένες πολιτείες μας, ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που απαγγέλναν και άκουγαν, όλοι μαζί, τις Ραψωδίες, τα χορικά μου, και τις Ιστορίες ακόμη του Ηροδότου.»
     Εδώ αισθάνομαι πως δεν είμαι αρκετά αισθητής για να καταλάβω ολωσδιόλου τον Καβάφη· αλλά κάτι τέτοια λόγια που ακούω αυθόρμητα τώρα στους Αντίποδες, ή τα παραπλήσια που θ’ άκουγαν άλλοι διαβάζοντας το στίχο:
 
     Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν κάπως σαν λειποψυχίες
 
θολώνουν καταστρεπτικά, νομίζω, το συναίσθημα που θα μπορούσε, αλλιώς, να μεταδώσει το ποίημα. Δε λέω πως δεν υπάρχουν και στα χρόνια μας νέοι αρωματισμένοι ή όχι, που διασκεδάζουν φτιάνοντας νίλες στον Αισχύλο. Ίσως να είναι αυτό το νόημα του ποιήματος. Τη σκέψη μού την υποβάλλει το γεγονός ότι ο Βίος, όπου βρίσκεται το επίγραμμα, μας πληροφορεί πως ο Αισχύλος νόμιζε «το πανούργον, κομψοπρεπές τε και γνωμολογικόν αλλότριον της τραγωδίας». Ίσως να μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος πως ο Καβάφης πρόσεξε το Βίο και σκόπιμα παροξύνει την αντίθεση βάζοντας το «Αισχύλον Ευφορίωνος...», μόνο, ανάμεσα στον Μελέαγρο, τον Κριναγόρα και τον Ριανό. Εύκολα μπορούσε ν’ αναφέρει, μαζί μ’ αυτούς, Ανακρέοντα ή Σιμωνίδη, που θα έκαναν λιγότερο ωμή τη σύγκρουση, και που υπήρχαν (Παλ. Ανθ., IV, 1) στις ανθολογίες του «ηθοποιού που έφεραν για να τους διασκεδάσει». Με άλλα λόγια, ίσως να θέλει να μας πει ο Καβάφης: ηθοποιός είμαι κι εγώ, ηθοποιία κάνω· κοιτάξτε πώς συμπεριφέρουνται αυτοί οι νέοι.
     Αλλά και αυτή η ερμηνεία είναι στρυφνή και υπερβολικά ζητημένη. Γιατί οι μόνοι ατόφιοι στίχοι, οι μόνοι αυθεντικά στερεωμένοι είναι:
 
     Δόσε ―κηρύττω― στο έργον σου όλην την δύναμί σου,
     όλην την μέριμνα, και πάλι το έργον σου θυμήσου
     μες στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.
 
     Αισθάνεται κανείς όλη τη ζωή του Καβάφη να βαραίνει σ’ αυτούς τους στίχους. Μ’ αυτούς η ηθοποιία σπάζει· γίνεται προσωπικό κήρυγμα. Αλλά δυστυχώς είναι βαλμένοι στο στόμα εκείνου του Σιδώνιου που γυρεύει ν’ αναμετρηθεί με μια δύναμη που τον κάνει να φαίνεται πιο αλαφρύς από τ’ άχερο· που φλυαρεί και που δε μοιάζει να νιώθει πολλά από γράμματα, όταν τον κρίνει κανείς από τις κοινοτοπίες που αραδιάζει: «Της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό» (πάλι τα θλιβερά κεφαλαία), «τι Προμηθέα θαυμαστό», «τι Κασσάνδρας παρουσίες»· αυτές που θυμίζουν τις αποκηρυγμένες φράσεις (1, β´):
 
     H αρχαία τραγωδία, η αρχαία τραγωδία
     είναι ιερά κ’ ευρεία ως του σύμπαντος καρδία...
 
     Έτσι και οι τρεις στερεοί στίχοι («Δόσε — κηρύττω — στο έργον σου...») παραπατούν μαζί με τον νέο και βουλιάζουν μέσα στα αρώματα. Αυτό είναι το άσχημο· θα κέρδιζε το ποίημα αν έλειπαν. Είναι κρίμα.12
 
 
 
 
VII. ΑΝ ΕΠΤΑΙΣΑΝ
 
οε´ Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες (1922). Παραλλαγές του κολοφώνα:
 
     Eγράφη εν Aλεξανδρεία υπό Aχαιού·
     έβδομον έτος Πτολεμαίου, Λαθύρου.
 
     Εγράφη εν Αλεξανδρεία υπό Αχαιού·
     το χρόνο που το Γένος κατεστράφη.
 
     Ψιθύριζε ένας Αχαιός στην Αλεξάνδρεια
     όταν οι Τεύτονες καίγαν την Κρήτη.
 
     Στα Χανιά, τέλος Απρίλη ’41, ανέβηκα στον τάφο και σημείωσα το επιτύμβιο: «Ο προκείμενος νεκρός, αγαπητοί φίλοι, ήταν ένας αληθινός άνδρας με μεγάλο θάρρος, με αυτοπεποίθησιν και δι’ εαυτόν και διά τον λαόν τον οποίον εκλήθη να κυβερνήση. Ίσως έκαμε πολλά σφάλματα, αλλά ποτέ δεν του απέλιπε το θάρρος, ποτέ δεν υπήρξε μοιρολάτρης. Διότι ποτέ δεν επερίμενε από την μοίραν να ιδή την χώραν του προηγμένην, αλλά έθεσε εις την υπηρεσίαν της όλο το πυρ που είχε μέσα του, κάθε δύναμιν ψυχικήν και σωματικήν».
     Τώρα; —Η αιώνια ιστορία μας.
     Ο γέρο-Πρωτέας μού τα υπογραμμίζει αυτά μ’ ένα κόμμα, αντίθετο προς τους γραμματικούς κανόνες: έβδομον έτος Πτολεμαίου (κόμμα) Λαθύρου: έβδομος χρόνος του Πτολεμαίου (κόμμα) του Ρεβίθη.
 
 
 
 
VIII. ΤΟ ΑΠΑΙΤΟΥΝ ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ
 
 
ρμε´ Αλέξανδρος Ιανναίος και Αλεξάνδρα (1929).
 
          ...ο μέγας Ιούδας Μακκαβαίος
     κ’ οι τέσσαρες περιώνυμοι αδελφοί του.
 
     Τούτοι οι στίχοι χρωματίζουνται αξιόλογα από την Παλαιά Διαθήκη. Θα μνημόνευα με πολλή ευχαρίστηση από τους Μακκαβαίους το Α´, α´· το Β´, γ´· και το Β´, στ´. Όσοι θέλουν να προσέξουν το ποίημα περισσότερο, ας ανοίξουν τις Γραφές.
     Για τον Αλέξανδρο Ιανναίο, ο Παπαρρηγόπουλος γράφει: «βασιλεύσας μέχρι του έτους 78 (π.Χ.), πλειότερον μεν απάντων των προκατόχων εξέτεινε το ιουδαΐκόν κράτος, αλλ’ ουδέν έσωζε πλέον του αρχαίου και γνησίου Ιουδαίου. O Αλέξανδρος Ιανναίος εστηρίχθη επί μισθοφόρων· ουχί επί του λαού, και επί τοσούτον ηλλοτριώθη προς τα πάτρια ήθη και νόμιμα, ώστε προεκάλεσε κατ’ αυτού επανάστασιν των πιστών Φαρισαίων, ην δεν εδάμασαν ειμή διά της των ξένων συνδρομής».
     Τα νομίσματα του Αλεξάνδρου και της Αλεξάνδρας έχουν και ελληνικές επιγραφές, και η ελληνική γλώσσα απλώνεται πολύ στα χρόνια τους.
     Δε διστάζω να παραδεχτώ πως υπάρχει και αυτή η απάτη στο έργο του Ιούδα Μακκαβαίου: οι επίγονοί του είναι:
 
     ...καθώς που το απαιτούν η περιστάσεις,
     και της ελληνικής λαλιάς ειδήμονες·
     και μ’ Έλληνας και μ’ ελληνίζοντας
     μονάρχας σχετισμένοι...
 
     Ακούει κανείς ακόμη, μέσα από τις γραμμές, και τον τόνο του παλαιότερου ποιήματος «Των Εβραίων (50 μ.Χ.)» (πε´)·
 
 
     Ένθερμη λίαν η δήλωσίς του. «Πάντα
     να μένω των Eβραίων, των ιερών Eβραίων —»
     Όμως δεν έμενε τοιούτος διόλου...
 
     Και δεν αποκλείω ότι το «Αλέξανδρος Ιανναίος...» είναι ανάπλαση της ιδέας που βλέπουμε εδώ. Το παράδειγμα ίσως είναι αξιοπρόσεχτο, γιατί, όταν ο ερωτισμός του χάνεται από την επιφάνεια, είναι πραγματικά χωνεμένος, ο Καβάφης γίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρων. Όλα αυτά βέβαια υπάρχουν. Αλλά το βασικό αίσθημα που αποκομίζω από το ποίημα είναι εκείνο που διατυπώνω αλλού.13
     Η εποχή του ποιήματος είναι γύρω στα 78 π.Χ., στα 63 π.Χ. οι Ρωμαίοι κατακτούν την Ιουδαία. Στα 70 μ.Χ. ο Τίτος καταστρέφει την Ιερουσαλήμ. Την ξανακαταστρέφουν στα 135, την μετονομάζουν Αίλια Καπιτωλίνη και απαγορεύουν στους Εβραίους να την κατοικούν.
 
 
 
 
IX. O ΒΑΒΥΛΑΣ
 
Η εμπειρία δεν είναι ποτέ περιορισμένη, και δε συμπληρώνεται ποτέ· είναι μια απέραντη ευαισθησία, ένας μεγάλος ιστός αράχνης κάποιας λογής. Φτιαγμένος από την πιο λεπτή μεταξωτή κλωστή, κρεμασμένος στο θάλαμο της συνείδησης και πιάνοντας κάθε ανεμόφερτο μόριο στο υφάδι του. Είναι αυτή καθαυτή η ατμόσφαιρα της διάνοιας...
HENRY JAMES
 
 
ρνδ´ Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας (1933). Είναι το τελευταίο ποίημα του Καβάφη· δεν πρόλαβε να το τυπώσει σε μονόφυλλο. Πέθανε στις 29 Απριλίου 1933.
 
     Σαστίσαμε στην Αντιόχειαν όταν μάθαμε
     τα νέα καμώματα του Ιουλιανού...
 
     Κοραής: «Πολύ πλέον μ’ επαρηγόρησαν όσα μ’ έγραφες άλλοτε περί της φροντίδας των Καππαδοκών...»
     Ο Καβάφης έμεινε ώς το τέλος ένας λόγιος Φαναριώτης.
 
 
 
Πίσω από τους Αντιοχείς αυτούς, αισθάνεται κανείς —είτε τον είχε υπόψη του ο Καβάφης, είτε όχι — το μεγάλον ίσκιο του Ναζιανζηνού· δεν ήταν άνθρωπος χωρίς μπρίο. Τον συλλογίζομαι συχνά, εδώ στην Άγκυρα, καθώς και την Αθήνα εκείνη του 4ου αιώνα· τα σχολειά της, τους νέους που μαζεύουνταν από τα πέρατα της οικουμένης για να μελετήσουν τον Ελληνισμό που ξαναφουντώνει· μια πανσπερμία σπουδαστών, κι ανάμεσό τους τις τρεις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του καιρού, που μέλλουνταν να συγκλονίσουν τον κόσμο: τον Ιουλιανό, τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, τον Βασίλειο τον Μέγα· δυνατούς, ανήσυχους χαρακτήρες, συμφοιτητές, ομήλικους, δεν έχουν περισσότερο από τέσσερα χρόνια διαφορά· κι αυτή την ελληνική παιδεία που μετατοπίζεται προς την Ανατολή και ποτίζει τόσο διαφορετικές δίψες· που δημιουργεί τόσους νέους συνδυασμούς και κράσεις, απαγίωτους ακόμη. Ξαναθυμούμαι το αιώνιο «εν μέρει... εν μέρει...» (30. λ´) του Καβάφη και χαίρομαι τον οργισμένο λόγο του Γρηγορίου όταν ο Ιουλιανός θέλησε να «απελάσει» τους χριστιανούς από την ελληνική λαλιά:
     «...κακούργως την προσηγορίαν μετέθηκεν επί το δοκούν, ώσπερ της θρησκείας όντα τον Έλληνα λόγον, αλλ’ ου της γλώσσης· και διά τούτο, ως αλλοτρίου καλού φώρας, των λόγων ημάς απήλασεν...» (Α´, ε´).14
     Σα να είχαν κλέψει ξένο πράγμα· σα να ήταν μοναχά δικός του ο ελληνικός λόγος —και νομοθετεί να μην ονομάζουνται πια Χριστιανοί αλλά Γαλιλαίοι (Α´, οστ´)· χάρισμά του λοιπόν οι ονομασίες, δε θα του τις διαφιλονικήσουν:
     «Ημείς δε ου παρακινήσομεν αυτοίς τα ονόματα· ουδέ γάρ εστιν εις ό,τι μεταθείημεν αν άλλο γελοιότερον, τους φαλλούς, και τους ιθυφάλλους, και τους μελαμπύγους, και τους απύγους, και τον τραγόπουν, και τον σεμνόν Πάνα, τον εκ πάντων μνηστήρων ένα θεόν, και όνομα λαβόντα την ύβριν...· ουκούν φθονήσομεν αυτοίς ούτε των πραγμάτων, ούτε των ονομάτων· αλλ’ απολαυέτωσαν της εαυτών ευηθείας, και τοις αισχίστοις εγκαλλωπιζέσθωσαν· ει βούλοιντο δε, και τον Βουθοίναν παρήσομεν αυτοίς, και τον Τριέσπερον, ίνα και μάλλον αυτοίς χαρισώμεθα· τον και γεννώμενον ούτω, και γεννώντα μεγαλοπρεπώς, και άθλον ποιησάμενον τρισκαιδέκατον, εν μια νυκτί, τας Θεστίου πεντήκοντα θυγατέρας, ίν’ εκ τούτων ονομασθή Θεός...» (Α´, οζ´).
     Και τι μας εμποδίζει εμάς τους Χριστιανούς να του ανταποδώσουμε τα ίσα και να τον φωνάζουμε Ειδωλιανό, και Πισαίο, και Αδωναίο, και Καυσίταυρο, αυτόν τον «ευηθέστατο, και ασεβέστατο, και απαιδευτότατο τα μεγάλα»! (Α´, ξζ´). Αυτό το «γουρούνι, που κυλίστηκε στο βόρβορο» (Α´, νβ´), το είδε και μάντεψε τι λογής ήταν, στην Αθήνα, τον καιρό που σπούδαζαν:
     «...εποίει με μαντικόν η του ήθους ανωμαλία, και το περιττόν της εκστάσεως· είπερ μάντις άριστος, όστις εικάζειν οίδε καλώς. Ουδενός γαρ εδόκει μοι σημείον είναι χρηστού αυχήν απαγής, ώμοι παλλόμενοι και ανασηκούμενοι, οφθαλμός σοβούμενος και περιφερόμενος, και μανικόν βλέπων, πόδες αστατούντες και μετοκλάζοντες, μυκτήρ ύβριν πνέων και περιφρόνησιν, προσώπου σχηματισμοί καταγέλαστοι το αυτό φέροντες, γέλωτες ακρατείς τε και βρασματώδεις, νεύσεις και ανανεύσεις συν ουδενί λόγω, λόγος ιστάμενος και κοπτόμενος πνεύματι, ερωτήσεις άτακτοι και ασύνετοι, αποκρίσεις ουδέν τούτων αμείνους, αλλήλαις επεμβαίνουσαι και ουκ ευσταθείς, ουδέ τάξει προϊούσαι παιδεύσεως» (Β´, κγ´).
     Ο Ναζιανζηνός όχι μόνο εννοεί να δείξει πως ξέρει τα γράμματά του και τη μυθολογία του — άλλο ζήτημα αν οι μύθοι της παλιάς μισητής θρησκείας ηχούν στο στόμα του, με κάποιον τρόπο, σαν τους μύθους της ιπποσύνης στο στόμα του Θερβάντες — αλλά και φανερά χαίρεται τη φράση του και παρασύρεται από τον ήχο της και το ρυθμό της. Τούτο δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο· είναι μέσα στις συνήθειες των ρητόρων της εποχής, που προσπαθούσαν να συγκινήσουν με μελωδικά μέσα. Άλλωστε οι Χριστιανοί πολεμούν τους ειδωλολάτρες με τις ίδιες τους τις τέχνες. H ακόλουθη περικοπή είναι από τον επινίκιο:
     «Ουκ έτι φθέγγεται δρυς· ουκ έτι λέβης μαντεύεται· ουκ έτι Πυθία πληρούται, ουκ οίδ’ ώντινων, πλην μύθων και ληρημάτων. Πάλιν η Κασταλία σεσίγηται, και σιγά, και ύδωρ εστίν ου μαντευόμενον, αλλά γελώμενον πάλιν ανδριάς άφωνος ο Απόλλων...· πάλιν ανδρόγυνος ο Διόνυσος, και χορόν μεθυόντων εξηρτημένος, και το μέγα σου μυστήριον ο φαλλός, και Προσύμνω τω καλώ θεός παθαινόμενος· ...πάλιν Αφροδίτη πόρνη γενομένη τε αισχρώς, και γάμων αισχρών υπηρέτις· πάλιν Αθηνά παρθένος τε εστί, και τίκτει δράκοντα· πάλιν Ηρακλής μαίνεται, μάλλον δε μαινόμενος πέπαυται· ... Γελώ σου τον Πάνα, και τον Πρίαπον, και τον Ερμαφρόδιτον, και τους υπό μανίας περικεκομμένους ή διεσπασμένους θεούς...» (Β´, λβ´).
 
               ...ο αποτρόπαιος
     Ιουλιανός δεν βασιλεύει πια.
 
     Υπέρ του ευσεβέστατου Ιοβιανού ευχηθώμεν      (ρκζ´)
 
—τον τελευταίο στίχο θα τον εδιάβαζα ψαλμωδώντας, όπως ψέλνουν σήμερα στις εκκλησίες το «υπέρ του ευσεβεστάτου δεσπότου ημών δεηθώμεν». Έχω παραθέσει υπερβολικά μεγάλες περικοπές του Γρηγορίου· πώς ν’ αποχωριστεί κανείς από τέτοια κείμενα.
 
 
 
 
Όταν βγήκε ο τόμος του ’35, ήταν τα ποιήματα που δημοσίεψε ο Καβάφης στα πέντε τελευταία χρόνια της ζωής του που μου έκαναν πραγματικά εντύπωση· μου έδειχναν μια όψη του ποιητή διαφορετική από εκείνη, την αρκετά απροσδιόριστη άλλωστε, που είχα ώς τότε στο νου μου· πολύ πιο αδρή, με πολύ πιο βαθύ χαρακτήρα. Νομίζω πως δεν είναι υπερβολή αν προσθέσω πως αυτά τα ποιήματα με παρακίνησαν να τον κοιτάξω από πιο κοντά. Πήρα τον αντίθετο δρόμο από άλλους πιο εξοικειωμένους με το έργο του Αλεξανδρινού· δηλαδή από το τέλος προς την αρχή· ίσως αυτό να δείχνει γιατί το αντίκρισμά μου δεν είναι ολωσδιόλου ορθόδοξο.
     Μέσα σ’ αυτά τα ποιήματα ήταν η φυγή ενός νεκρού, του Μύρη (ρμγ´)· ήταν η μεγάλη φάρσα των Ιανναίων (ρμε´)· και ήταν τα «ωραία λουλούδια κι άσπρα» (ρμζ´), που με τη συμπόνια τους, πολύ πιο ατόφια από αλλού, μου έφερναν στη μνήμη παλιές λαϊκές «ρίμες» για συνοικιακά γεγονότα:
 
     Tην Kυριακή τον θάψαν,       στες δέκα το πρωί.
     Tην Kυριακή τον θάψαν:        πάει εβδομάς σχεδόν.
 
     Στην πτωχική του κάσα         του έβαλε λουλούδια,
     ωραία λουλούδια κι άσπρα...
 
Το λαϊκό στοιχείο που συναντούσα στον Καβάφη (το κοίταξα αργότερα και αλλού)· εννοώ «λαϊκό» της πολιτείας, που μ’ έκανε να παραβλέπω το δυσκολοχώνευτο «εβδομάς».
     Ήταν ακόμη οι Ελληνοσύροι μάγοι (ρνα´), αυτό το σημαντικό κρυστάλλωμα μέσα στο έργο του· το «200 π.Χ.» (ρνβ´) — μ’ έναν από τους πιο πυκνούς στίχους του —
 
     με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών
 
και ήταν ακόμη τούτο:
 
     Το πήραμε, το πήγαμε, το άγιο λείψανον αλλού.
     Το πήραμε, το πήγαμε εν αγάπη κ’ εν τιμή.
 
     Έπειτα από την έντονη κίνηση των ρημάτων των προηγούμενων οκτώ στίχων, αισθανόμουν σ’ αυτούς τους δυο μια υπόκωφη υπομονετική συγκατάβαση που έμενε και επέμενε. Μ’ άρεσε ο ρυθμός του ποιήματος, ήταν θαυμάσια μαστορεμένος· όμως, μέσα στο σύνολο, τούτη η αργή συγκοπή δεν εννοούσε να μ’ αφήσει. Προσπαθούσα να θυμηθώ τα άλλα ποιήματα στον Ιουλιανό· όλο σκώμματα· ακόμη και στη «Μεγάλη συνοδεία» εκείνη (ρκζ´), μόνο λίγους μη σκωπτικούς στίχους ξεχώριζα· αυτούς που μιλούν για το λευκοντυμένο έφηβο που κρατάει το σταυρό. Συλλογιζόμουν πως, σε τελευταία ανάλυση, ολόκληρη η ποίηση του Καβάφη κρυσταλλώνεται γύρω από το στέλεχος ενός νέου σώματος. Το «Απ’ τες εννιά» (πα´) το φανερώνει με αρκετή σαφήνεια. Παρατηρούσα πως οι δυο παραπάνω στίχοι ήταν οι μόνοι μη ειρωνικοί μέσα σε τούτο το ποίημα· οι μόνοι ατόφια συγκινημένοι, οι στίχοι που μιλούν για το λείψανο του «θαυμαστού», του «καλλίνικου» Βαβύλα· γι’ αυτόν που «αινίττονταν ο ψευτοθεός», ο αντίπαλος. Γύρευα να καταλάβω, όχι να δώσω μιαν αντικειμενική ερμηνεία που δεν μπορούσε να ισχύσει για κανέναν — να καταλάβω, εγώ, με συμπάθεια. Το όνομα του ψευτοθεού κουδούνιζε μέσα στην ακοή μου: «Ο Απόλλων εξηγήθηκε με λόγου του... O Απόλλων ενοχλείται... O Απόλλων είπε να καθαρισθεί το τέμενος...» Ήταν και ο «ανόσιος Ιουλιανός», ο υπηρέτης του· δεν υπήρχε αμφιβολία πως για τον Καβάφη αυτοί οι δυο αντιπροσώπευαν το διαφορετικό, τον αντίπαλο κόσμο. O Βαβύλας ήταν με τον δικό του κόσμο, κι αυτό ήταν βέβαιο. Τα τελευταία ποιήματα του Καβάφη μού ξεκαθάριζαν ολοένα περισσότερο μια από τις πρώτες εντυπώσεις μου: πως ο ερωτισμός του, στο τέλος, είτε είναι ολότελα χωνεμένος, είτε μένει στεγνός σαν ένα αδειανό περίβλημα, ένα σκιάχτρο φτιαγμένο από μια κανελιά φορεσιά που ξεθωριάζει ο ήλιος (ρνγ´). Κι εδώ μου ήταν συγκινητική αυτή η διάκριση, όταν συλλογιζόμουν πως ο Βαβύλας ήταν κι αυτός κάποτε ένας έφηβος, ωραίος ίσως, που βαστούσε «με ανυψωμένα χέρια τον Σταυρόν, την δύναμιν και την ελπίδα μας» (ρκζ´), και τώρα απόμενε ένα λείψανο που το ’παιρναν και το πήγαιναν αλλού. Συλλογιζόμουν τον τελευταίο καιρό του Καβάφη καθώς τριγύριζε από εξάντληση σε εξάντληση, ή από νοσοκομείο σε νοσοκομείο· όχι πια ένα γερασμένο σώμα, αλλά ένα λείψανο, ένας Βαβύλας. Κανείς δεν ξέρει με τι παράξενα αποθέματα μέσα στο θάλαμο ή έξω από το κατώφλι της συνείδησης γίνεται ένα ποίημα. «Το παρόν δεν μοι εμπνέει...» είναι μια κουβέντα, και χρειάζουνται πολλές διακρίσεις για να μη μας παρασύρει σε αυθαιρεσίες. Γιατί ένα πράγμα είναι βέβαιο: ότι τα ποιήματα γίνουνται από τη ζωή μας, από κάθε ανεμόφερτο μόριο της ζωής μας, όχι το καλύτερο ή το χειρότερο. Ας πούμε πως δεν είπα τίποτε. Το μόνο που μου απομένει να προσθέσω είναι ότι τούτη η γραφή ήταν γεμάτη παρεκβάσεις — η ευχαρίστησή μου.
 
 
Πρετόρια 1941-Αθήνα 1946
 
 
 
 
 
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
 
1. Καθώς προκύπτει από τους «αυτόγραφους καταλόγους διανομής» του ποιητή, ο Καβάφης μού έστειλε τη σειρά 1907-1915 το 1927 (δες Γ.Π. Σαββίδης, Οι Καβαφικές Εκδόσεις, 1966, σελ. 261).
 
2. Γι’ αυτό και τοποθετείται χρονολογικά εδώ τούτο το κείμενο. H «μακρύτερη εργασία» της Πρετόριας με βοήθησε πολύ στη δοκιμή «Καβάφης, Έλιοτ· παράλληλοι».
 
3. [Σε αυτόγραφο σημείωμά του, «Για διορθωτή (Ζενάκο)», ο Σεφέρης ορίζει πως τούτη η σημείωση «θα διατυπωθεί οριστικά με συνεργασία του Γ.Π.Σ.». Προτιμήσαμε να διατηρηθεί αναλλοίωτο το κείμενο της προηγούμενης έκδοσης· ενσωμάτωσα, όμως, σιωπηρά, τις αυτόγραφες διορθώσεις του ποιητή, ενώ οι δικές μου παρεμβάσεις δηλώνονται, όπως και αλλού, με αγκύλες.]
     Η σειρά των ποιημάτων που ακολουθώ δεν είναι ακριβώς η ίδια μ’ εκείνη που κρατούν οι εκδόσεις που δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατο του ποιητή. Θα ευχόμουνα μια αυστηρά χρονολογική σειρά, όμως οι ημερομηνίες [=χρονολογίες] δεν είναι ακόμη εξακριβωμένες με ασφάλεια, κυρίως για τα παλαιότερα ποιήματα. Όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, νομίζω πως το καλύτερο ήταν να ακολουθήσω την κατάταξη που έδωσε στα ποιήματά του ο Καβάφης όταν ζούσε. Έτσι η δική μου κατάταξη (αραβικοί αριθμοί) είναι η ακόλουθη: α) Ποιήματα 1-14 του φυλλαδίου [=τεύχους] του 1904, με την αρχική σειρά τους [δηλ. με την θεματική σειρά που έχουν στο τεύχος αυτό]. β) Ποιήματα 15-21 του φυλλαδίου [=τεύχους] του 1910, κατά σειρά προσθήκης [δηλαδή κατά σειρά θεματικής παρεμβολής ανάμεσα στα 14 ποιήματα του τεύχους του 1904]. γ) «Τείχη)» (22), που δε θέλησε να περιλάβει ο Καβάφης είτε στα δυο πρώτα φυλλάδια [=τεύχη], είτε στις συλλογές των μονοφύλλων που κυκλοφορούσε. δ) Από τον αριθμό 23 και πέρα (μονόφυλλα) με τη χρονολογική σειρά τους [δηλ. με την χρονολογική σειρά δημοσιεύσεως που μας δίνει ο Καβάφης].
     Οι ελληνικοί αριθμοί, πλάι στους αραβικούς, παραπέμπουν πάντα στις γνωστές κυκλοφορούσες εκδόσεις [δηλ. την αλεξανδρινή του 1935 και στις εκδόσεις Ίκαρου πριν από το 1963]. Μέσα σε παρένθεση σημειώνω τη χρονολογία [της πρώτης δημοσίευσης], όσο μπορώ να την ξέρω. Δες και Γ.Κ. Κατσίμπαλη, Βιβλιογραφία Κ.Π. Καβάφη, Αθήνα 1943 [καθώς και Γ.Π. Σαββίδης, Οι Καβαφικές Εκδόσεις, 1966, και Κ.Π. Καβάφη, Ανέκδοτα Ποιήματα, 1968].
 
4. Σ’ αυτή την εργασία μνημονεύω συχνά τα «αποκηρυγμένα» του Καβάφη· νομίζω είναι καιρός να δημοσιευτούν σε βιβλίο, μαζί με τις πρόζες του. O ποιητής δεν έχει πια να φοβηθεί τίποτε από αυτά, ενώ δεν μπορεί να τα αγνοεί ο σοβαρός μελετητής.
 
5. Δες αντίθετη γνώμη του Ι.Α. Σαρεγιάννη στα Σχόλια στον Καβάφη, Ίκαρος 1964, σελ. 53-57.
 
6. Τούτο και άλλα κείμενα των Τελμάτων χρησιμοποίησε και ο κ. Ε.Π. Παπανούτσος για πολύ πλατύτερες παραβολές (δες: Ε.Π. Παπανούτσου, Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός, [Ίκαρος 31971, σελ. 153 κε. ― αλλά πρβλ. Στρατή Τσίρκα, Ο Καβάφης και η εποχή του, Κέδρος 21971, σελ. 243 κε.]). Μου φαίνεται πως η ιδιοσυγκρασία του Gide είναι βασικά διαφορετική από εκείνη του Καβάφη· αλλά εδώ θα χρειάζουνταν πολλά για να είναι κανείς σαφής.
 
7. Ή και παλαιότερη.
 
8. E.M. Forster, Alexandria, a History and a Guide, Alexandria, Whitehead Ltd 1938.
 
9. [O Σεφέρης προφανώς εννοεί: δακρυδόχες.]
 
10. [Βλ. Λ, 25.]
 
11. Παραπέμπω στην Παλατινή Ανθολογία, έκδοση Les Belles Lettres, Παρίσι.
 
12. Δες αντίθετη γνώμη του Ι.Α. Σαρεγιάννη, ό.π., σελ. 110 και 104.
 
13. [Δοκιμές, Α´, σελ. 350-351.]
 
14. Παραπέμπω στους Στηλιτευτικούς του Ναζιανζηνού (Πατρολογία J.-P. Migne).

Δοκιμές, B΄, Ίκαρος, 1974