Γ.Π. Σαββίδης, «Για δυο νέες εκδόσεις του Kαβάφη» (1963)Άρθρα
Εκτύπωση
                                                                         Tel qu'en Lui – même enfin l'éternité le change
                                                                                                                             MALLARMÉ
 
 
Στις 29 Απριλίου 1933 (ημέρα των γενεθλίων του) ο κύριος Κωστής Πέτρου Φωτιάδης Καβάφης, χάρη σε μια εκπληκτική συνέπεια της Μοίρας απέναντι στον ακριβέστερο εξόριστο άρχοντα του ελληνικού λόγου, έκλεισε στην γενέτειρά του τον εβδομηντάχρονο κύκλο της επίγειας ζωής του, και πέρασε στον κύκλο της αιωνιότητας: έγινε, οριστικά, ο Καβάφης.
         Την παραμονή, ο άνθρωπος του οποίου όλος ο συνειδητός βίος εστάθηκε μια μελέτη θανάτου, εκτέλεσε με πλήρη διαύγεια το ύστατο χρέος του: μετάλαβε. Είχε συντάξει την διαθήκη του πριν δέκα χρόνια, και τα χαρτιά του βρέθηκαν σε υποδειγματική τάξη ― σημάδι πως ήταν «έτοιμος από καιρό».
         Έτοιμος, δεν σημαίνει: βέβαιος· μάλλον υποδηλώνει άγρυπνη συνείδηση, και σταθερή, αν όχι ήρεμη, ελπίδα.
         Δεν μπορούσε, λ.χ., ο Ποιητής να έχει την βεβαιότητα πως είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του, ένα από τα γνωστότερα βιβλιοπωλεία του Λονδίνου θα διαφήμιζε ότι: «Έχουμε όλα τα καλύτερα βιβλία: από τον Τσώσερ ώς τον Καβάφη» ―κι αν την είχε, σίγουρα δεν θα του αρκούσε για να νιώσει γαλήνιος και ασφαλής· όχι πως περιφρονούσε τα εγκόσμια· μα το πατροπαράδοτο ένστικτό του και οι συνθήκες της ζωής του τον είχαν διδάξει από νωρίς να κάνει σωστούς λογαριασμούς:
 
                  Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
                  εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
                  πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω...
 
 έγραφε σ’ ένα ιδιωτικό του στιχούργημα.1
         Μπορούσε, όμως, να έχει την καθαρή συνείδηση του αγαθού δούλου, ο οποίος δεν καταχώνιασε μήτε επόρνευσε το τάλαντό του στην κοσμοπολίτικη έρημο της Αλεξάνδρειας ή στην βαλκανική σκόνη της Αθήνας, μα το έσπειρε στα πιο παραμελημένα χώματα του Ελληνισμού, και το πότισε και το ανάστησε με όλα του τα δάκρυα και με όλο του το αίμα.2
         Και μπορούσε, ακόμα, να έχει την σοφήν ελπίδα την οποία του πρόσφερε η Τράπεζα του Παρελθόντος, δηλαδή η αδιάκοπη συναναστροφή του με τους νεκρούς: ότι πέρα από τις τυφλές χειρονομίες των ανθρώπων και πέρα από τις απατηλές βουλές των θεών, υπάρχει πάντα το είδωλο ενός νέου σώματος3 ―η αφθαρσία του ενσαρκωμένου λόγου, που για τον Ποιητή ενδεχομένως κατορθώνεται και πάντως προσεγγίζεται με την μεταμόρφωση της σάρκας σε λόγο.
 
 Τίποτε, ίσως, δεν δείχνει αμεσότερα τούτη την συνείδηση και τούτη την ελπίδα του Καβάφη, από τον τρόπο με τον οποίο ετύπωνε και μοίραζε ακέραιο το ποιητικό του σώμα.4 Και τίποτε, ασφαλώς, δεν θα τον ικανοποιούσε βαθύτερα από την γνώση ότι τα εκατόχρονα της γέννησής του και τα τριαντάχρονα του θανάτου του θα γιορτάζονταν, πριν από όλα, με την πρώτη λαϊκή έκδοση των Ποιημάτων του, και με την πρώτη έκδοση των Απάντων του.5
         Την λαϊκή έκδοση των Ποιημάτων του, μπορούμε να πούμε ότι την είχε σχεδιάσει και πραγματοποιήσει, ώς ένα σημείο, ο ίδιος ο Ποιητής.6 Γιατί, παράλληλα στο τύπωμα κάθε νέου ποιήματός του σε χωριστό μονόφυλλο (που το καρφίτσωνε, σε χρονολογική σειρά δημοσιεύσεως, με τα αμέσως προηγούμενα), τα παλαιότερά του ποιήματα τα βιβλιοδετούσε σε τεύχη, όπου η σειρά δεν ήταν πια χρονολογική, αλλά θεματική ―δηλαδή τέτοια που να δείχνει καθαρότερα τον ειρμό της ποιητικής δημιουργίας του·7 και αυτά τα τεύχη έστελνε σε όποιον του έγραφε να του ζητήσει ποιήματά του.
         Έτσι, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Καβάφης εμοίραζε δύο τέτοια τεύχη: του 1905-1915 και του 1916-1918, που περιείχαν όλα τα ποιήματα όσα είχε δημοσιέψει στα δεκατέσσερα εκείνα χρόνια [με μόνη εξαίρεση το «H Kηδεία του Σαρπηδόνος» ― βλ. «Eπτά στάδια ενός ποιήματος του Kαβάφη», Mικρά καβαφικά, A΄, Eρμής, 1985].
         Αν είχε ζήσει περισσότερο, δεν αποκλείεται να είχε ενοποιήσει τα δύο αυτά τεύχη· και πιθανότατα θα τα είχε επαυξήσει με ποιήματα δημοσιευμένα παλαιότερα από το 1905 και μεταγενέστερα από το 1918 ―όπως είχε κάνει στις διαδοχικές εκδόσεις των προηγούμενων τευχών 1909-1911, 1908-1914, 1907-1915.8 Όμως, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποια θα ήταν η κατάταξη των ποιημάτων στο υποθετικό αυτό ενιαίο τεύχος, και πολύ λιγότερο ποια θα έπρεπε να είναι σ’ ένα τόμο που θα συγκέντρωνε με θεματική σειρά και τα 154 Ποιήματα.
         Συνεπώς, προκειμένου για μια έκδοση που έχει σκοπό να καταστήσει προσιτό, σε όσο το δυνατό περισσότερους αναγνώστες, το σύνολο του τελειωμένου ποιητικού έργου του Καβάφη, τίθεται ένα θεμελιακό πρόβλημα, φιλολογικό όσο και ηθικό: πώς να συνδυαστεί η θεματική σειρά με την χρονολογική, χωρίς να παραβιαστεί η «εκ των πραγμάτων» τελευταία έκφραση της θέλησης του Ποιητή;
         Η λύση που προκρίθηκε, ελπίζω να μην είναι αντίθετη «με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών» που επρέσβευε ο Καβάφης και την οποία εφάρμοζε ώς και στις εκδόσεις του.
         Σ’ ένα πρώτο τόμο, ανατυπώνονται πιστά τα τεύχη 1905-1915 και 1916-1918,9 και ως επίμετρο όλα τα παλαιότερα ποιήματα όσα δεν είχε αποκηρύξει ο Ποιητής· και αυτών των ποιημάτων η σειρά είναι θεματική, όχι χρονολογική.10 Για όσους αναγνώστες ενδιαφέρονται και για την χρονολογική σειρά, προστίθεται στο τέλος ―πάντοτε κατά το καβαφικό υπόδειγμα― ένα συνολικό χρονολογικό ευρετήριο.
         Όσο για τον δεύτερο τόμο, θα περιλαμβάνει τα 70 υπόλοιπα ποιήματα κατά χρονολογική σειρά, από το 1919 ώς το 1933, σύμφωνα με την τελευταία συλλογή μονοφύλλων που εκυκλοφόρησε ο Καβάφης και με την προσθήκη του τελευταίου του ποιήματος, το οποίο δεν επρόλαβε να τυπώσει.
         Επίσης, στο τέλος του κάθε τόμου κρίθηκε απαραίτητο ―από τον ίδιο τον χαρακτήρα της έκδοσης― να παρατεθούν μερικά σύντομα σχόλια που να επεξηγούν τις λιγότερο γνωστές ιστορικές αναφορές ορισμένων ποιημάτων,11 ή που να ερμηνεύουν κάποιες λεκτικές και συντακτικές ιδιομορφίες.
 
 Άλλου είδους φιλολογικά και ηθικά προβλήματα θέτει η έκδοση Απάντων του Καβάφη. Το βασικό πρόβλημα εδώ, νομίζω, τίθεται από την ύπαρξη του αρχείου του Ποιητή:12 όχι αν πρέπει να δημοσιευτεί τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, αλλά το ότι, ώσπου να δημοσιευτεί, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε σε μια έκδοση Απάντων των Ευρισκομένων.13
         Ωστόσο, το ανάστημα του Ποιητή είναι τέτοιο, ώστε να απαιτεί χωρίς άλλη αναβολή και μια συνολικότερη θέα του έργου του από εκείνη που μας παρείχαν έως τώρα οι μεταθανάτιες εκδόσεις των 154 τελειωμένων Ποιημάτων.14
         Για την άμεση θεραπεία τούτης της επιτακτικής ανάγκης, προκρίθηκε μια λύση όχι προσωρινή, μα ενδιάμεση: η έκδοση Απάντων των Δημοσιευμένων, σε δύο τόμους ―ένα για τα ποιήματα, ένα για τα πεζά― που θα συγκεντρώνουν ό,τι εδημοσίευσε ο ίδιος ο Καβάφης· σ’ αυτά, θα προστεθούν σε παραρτήματα όσα κείμενά του δημοσιεύτηκαν μετά τον θάνατό του, καθώς και ορισμένα δημοσιευμένα ενόσω ζούσε και αποδιδόμενα είτε εν όλω είτε εν μέρει σε κείνον.
         Η έκδοση αυτή, φροντισμένη καλλιτεχνικά από τον ζωγράφο κ. Ν. Χατζη-Kυριάκο Γκίκα, θα έχει χαρακτήρα μνημειακό, και με την αποκατάσταση του κειμένου και της χρονολογικής σειράς που είχαν αλλοιωθεί στις διάφορες μεταθανάτιες εκδόσεις,15 καθώς και με την μεθοδική κατάταξη της ύλης, φιλοδοξεί v’ αποτελέσει την βάση για κάθε μελλοντική έκδοση του Ποιητή, φιλολογική είτε χρηστική.16
 
Όσο για την έκδοση του αρχείου και τα προβλήματά της, επιφυλάσσομαι να μιλήσω σε ειδικότερο χώρο και σε ωριμότερο χρόνο.17 Όμως χρωστώ να εκφράσω από εδώ και από τώρα την ανεπιφύλακτη πεποίθησή μου ότι η δημοσίευση αυτή, πραγματοποιημένη στο ακέραιο, θα βαθύνει και θα στερεώσει μέσα μας, σε ανυπολόγιστο βαθμό, την άφθαρτη μορφή που μας κληροδοτήθηκε πριν τριάντα χρόνια.
 
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. «Η Τράπεζα του Μέλλοντος», δημοσιευμένο από τον Περίδη, O Βίος, σ. 158 [βλ. Aνέκδοτα Ποιήματα, σ. 95]. Αυτόγραφος χρονολογικός πίνακας που βρήκα στο αρχείο του Ποιητή, το χρονολογεί: Ιανουάριος 1897 [βλ. Γ.Π. Σαββίδης, «Aνέκδοτος χρονολογικός πίνακας σύνθεσης ποιημάτων 1891-1925» (1963), Mικρά καβαφικά, B΄, Eρμής, 1987, σ. 51-64].
         Η πολιτικο-οικονομική θεματική του Καβάφη, φωτισμένη από τις πυκνές παρατηρήσεις του Γιάννη Δάλλα (Υπερβατική Συντεχνία, 1958, σ. 65-80) και από την άνιση, πρόωρη, μα καίρια συνθετική απόπειρα του Στρατή Τσίρκα (O Καβάφης και η Εποχή του, Κέδρος, 1958), ακόμη περιμένει τον συστηματικό μελετητή της. [Bιβλιογραφικώς αξιοσημείωτη, κυρίως ως πρόθεση, είναι η μελέτη του Σταύρου Θεοφανίδη, «Tα οικονομικά ποιήματα του Kαβάφη», Eυθύνη, Aφιέρωμα, σ. 42-85. Γενικότερη, σοβαρή και πρωτότυπη πλαισίωση του θέματος γίνεται στο βιβλίο του Marc Shell, The Economy of Literature, John Hopkins U.P., 1978].
 
2. «Ο Έλιοτ και ο Καβάφης κατάκεινται χύνοντας γεωργούντα την έρημο δάκρυα». N. Γ. Πεντζίκης, στον τόμο Για τον Σεφέρη, 1961, σ. 154.
 
3. «...σε τελευταία ανάλυση, ολόκληρη η ποίηση του Καβάφη κρυσταλλώνεται γύρω από το στέλεχος ενός νέου σώματος». Σεφέρης, Δοκιμές, A´, σ. 455· βλ. και B´, σ. 16.
 
4. Ο Σικελιανός, για να δικαιολογήσει την Kατοχική έκδοση ανθολογίας του λυρικού του έργου, διάλεξε τον τίτλο Αντίδωρο, υποστηρίζοντας παράδοξα ότι «το σώμα της Ποίησης, όσο κι’ αν μεράζεται, δεν κομματιάζεται ουσιαστικά, αλλά υπάρχει πάντα ολόκληρο μέσα σε κάθε της κομμάτι, όπως ο διαμελισμένος Ορφέας ξαναβρίσκεται, κατόπι απ’ το διαμελισμό του, ολόκληρος, για τα μάτια των μυημένων, πάνω στο Σταυρό». (Έκδ. 1943, σ. 231 και Γαλαξία, 1961, σ. 7).
         Ο Καβάφης, μολονότι ενέδωσε στον πειρασμό της ανθολογίας [βλ. Σαββίδης, Eκδόσεις, σ. 19], δεν επιχείρησε ποτέ να εκδώσει ο ίδιος επιλογή του έργου του ad usum Delphini (vel vulgi), και ματαίωσε ―γι’ αυτόν κυρίως τον λόγο, πιστεύω― την έκδοση της κατ’ επιλογήν αγγλικής μετάφρασης του Γ. Βαλασόπουλου από τον οίκο Hogarth Press. (Σχετικά με την ματαίωση εκείνη, ο Περίδης, Bίος, σ. 111-112, δέχεται άλλα αίτια. H δική μου γνώμη βασίζεται σε συνομιλίες με τους κ.κ. E.M. Forster και Γ. Bαλασόπουλο. Oπωσδήποτε, ελπίζω το θέμα να ξεκαθαριστεί από την αλληλογραφία Kαβάφη-Forster, η οποία σώζεται στο αρχείο του Ποιητή). [Bλ. Γ.Π. Σαββίδης, «Cavafy and Forster» (1975), Mικρά καβαφικά, A΄, Eρμής, 1985].
         Σ’ αυτήν την προοπτική, μου φαίνεται ιδιαίτερα διαφωτιστικό το ακόλουθο περιστατικό που μου διηγήθηκε η Πρώτη Κυρία των Αλεξανδρινών Γραμμάτων, Ευτυχία Ν. Ζελίτα: Ρώτησαν κάποτε τον Καβάφη, ποια ποιήματά του προτιμάει. «Μα…όλα», αποκρίθηκε, «αφού δημοσιεύω μόνον όσα ποιήματά μου προτιμώ. Αν δημοσίευα όλα όσα γράφω, θα ήμουν εγώ ο πολυγραφότερος των Ελλήνων ποιητών». Και το αρχείο του δεν διαψεύδει τουλάχιστον την πρώτη του φράση.
 
5. Χρησιμοποιώ τους όρους «λαϊκή έκδοση» και «Άπαντα» στην βιβλιογραφική τους κυριολεξία· τούτη η προειδοποίηση είναι απαραίτητη την στιγμή όπου οι ίδιοι όροι έχουν καταντήσει να δηλώνουν, κατά κανόνα, κάθε λογής φιλολογική ασυνειδησία και εκδοτική απάτη. Από την άποψη αυτή, δεν μπορώ παρά να εξάρω την φωτισμένη και γενναία αντίληψη που δείχνει απέναντι στο θέμα Καβάφη ―όπως και απέναντι στο θέμα Σολωμού― ο εκδοτικός οίκος «Ίκαρος».
 
6. Η πάντοτε αναντικατάστατη Βιβλιογραφία Κ. Π. Καβάφη (1943 - συμπλήρωμα 1944) του Γ. Κ. Κατσίμπαλη παρουσιάζει στον τομέα αυτό ένα βασικό κενό, δηλώνοντας ρητά αδυναμία να καταγράψει τις ομολογουμένως ανορθόδοξες, μετά το 1910, εκδόσεις του Ποιητή. Eπίσης αγνοεί τις προ της συλλογής του 1904 εκδόσεις ποιημάτων σε φυλλάδια, δύο από τα οποία αναφέρει ο Περίδης, Bίος, σ. 128.
         Εδώ, οφείλω μια πρώτη δημόσια έκφραση ευγνωμοσύνης στον αείμνηστο I. Α. Σαρεγιάννη, για την ανεπιφύλακτη βοήθεια που μου έδωσε όταν του ανακοίνωσα την πρόθεσή μου να συμπληρώσω, κατά δύναμη, το κενό της Βιβλιογραφίας Κατσίμπαλη. Εκτός από τις σχετικές γραφικές πληροφορίες που περιέχει το δοκίμιό του «Tο πιο τίμιο―την μορφή του», Σαρεγιάννης, σ. 33-35, έχω υπόψη μου μια ανέκδοτη, σχεδόν ολοκληρωμένη εργασία του πάνω στο θέμα αυτό, που ευτυχώς θα περιληφθεί στον τόμο των καβαφικών του μελετών, του οποίου την εκδοτική φροντίδα έχει αναλάβει ο κ. Ζ. Λορεντζάτος. [Bλ. Σαρεγιάννης, σ. 127-139].
         Η δική μου εργασία θα πρέπει να περιμένει την έκδοση του τόμου Σαρεγιάννη· εκτός από την συνδρομή που έλαβα από πλήθος φίλους και καλοπροαίρετους άγνωστούς μου (των οποίων τα ονόματα θα μνημονευτούν στον αρμόζοντα χώρο), θα χρησιμοποιήσω και στοιχεία από το αρχείο Καβάφη. [Bλ. Σαββίδης, Eκδόσεις].
         Στο μεταξύ, χρήσιμες αλλά ελλιπείς πληροφορίες παρέχουν ο Aθανάσιος Γ. Πολίτης, O Eλληνισμός και η νεωτέρα Aίγυπτος, B´, Γράμματα, Aλεξάνδρεια-Aθήναι 1930, σ. 448-449, ο Περίδης, ό.π., σ. 130-131, και ιδίως ο Τσίρκας, «Καβάφη “Ανακρίβειες” και “Βασανισμοί” τους» και «Καβάφη “Ανακρίβειες” και Αλεξανδρινά σοφίσματα» [βλ. Tσίρκας, Πολιτικός, σ. 183-191 και 192-204].
 
7. Στο σημερινό στάδιο των καβαφικών μελετών, «χρονολογική σειρά» σημαίνει «σειρά πρώτης δημοσιεύσεως» και όχι αναγκαστικά «σειρά συνθέσεως» [Πρβ. Γ.Π. Σαββίδης, «Aνέκδοτος χρονολογικός πίνακας σύνθεσης ποιημάτων 1891-1925» (1963), Mικρά καβαφικά, B΄, Eρμής, 1987, σ. 51-64].
         Για την σημασία που ο ίδιος ο Καβάφης έδινε στην θεματική σειρά, βλ. Τσίρκας, Πολιτικός, σ. 183, και πρβ. την ακόλουθη περικοπή από ανυπόγραφο (και προφανώς εμπνευσμένο, αν όχι και υπαγορευμένο, από τον Ποιητή) σημείωμα της Αλεξανδρινής Τέχνης, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1930, σ. 304: «…εφαρμόζοντας την καλή μέθοδο ερμηνείας των Καβαφικών ποιημάτων, την μέθοδο της συσχέτισης (της οποίας φέτος μας έδοσε έξυπνα δείγματα ο κ. Τέλλος Άγρας)…».
         Την χρησιμότητα ή έστω την ύπαρξη της θεματικής σειράς στο βιβλιογραφικό επίπεδο, δεν ξέρω να την αντιλήφθηκαν άλλοι μελετητές. Αλλά και γενικότερα, οι μόνοι που γνωρίζω να εργάστηκαν ώς τώρα [1963] πάνω στον Καβάφη με όλη την απαιτούμενη φιλολογική συνείδηση είναι ο Άγρας, ο Κ. Θ. Δημαράς, ο F. M. Pontani, ο Σαρεγιάννης, ο Γ. Σεφέρης και ο Στρ. Τσίρκας.
 
8. Αντίστοιχα, μετέθετε την χρονολογία αφετηρίας των συλλογών με τα καρφιτσωμένα μονόφυλλα: 1910 -, 1912 -, 1915 -, 1916 -, 1919 -.
 
9. Με ελάχιστες τυπογραφικές και ορθογραφικές προσαρμογές.
 
10. Από τα 16 αυτά ποιήματα, τα 14 αποτελούσαν την πρώτη συλλογή που τύπωσε ο Καβάφης, στα 1904 (Κατσίμπαλης, ό.π., αρ. 1). Τα 2 άλλα είναι τα «Τείχη» και «Η Κηδεία του Σαρπηδόνος». Στα 1910 κυκλοφόρησε η δεύτερη συλλογή, με τα ίδια 14 ποιήματα, και με την παρεμβολή 7 άλλων ―από τα οποία το ένα ήταν «Η Κηδεία του Σαρπηδόνος» (Κατσίμπαλης, ό.π., αρ. 2)· τα υπόλοιπα 6 περιλήφθηκαν τελικά όλα στο τεύχος 1905-1915. Για την κατάταξη των 16 ποιημάτων, ετήρησα βασικά την σειρά της συλλογής 1904. Η θέση του «Η Κηδεία του Σαρπηδόνος» ορίστηκε από την συλλογή 1910. Η θέση του «Τείχη» ορίστηκε από ένα αυτόγραφο τετράδιο του Ποιητή, με υπότιτλο: 1896-1910, χαρισμένο στον κληρονόμο του κ. Αλέκο Σεγκόπουλο, το οποίο περιλαμβάνει τα 21 ποιήματα της συλλογής 1910, με την ίδια ακριβώς σειρά αλλά με την παρεμβολή του «Τείχη» ανάμεσα στο «Τρώες» και στο «Περιμένοντας τους Βαρβάρους». Το τετράδιο Σεγκόπουλου, δυστυχώς αχρονολόγητο, εικάζω πως γράφηκε μετά το 1926. [Tο τετράδιο αυτό παρουσιάστηκε σε φωτομηχανική πανομοιότυπη έκδοση το 1968].
         Με την ευκαιρία, εκφράζω και δημόσια την ευγνωμοσύνη μου στον κ. Σεγκόπουλο για την στοργική φιλία και την τιμητική εμπιστοσύνη που μου έδειξε, αλλά και την ευγνωμοσύνη κάθε φίλου του Καβάφη για την αφοσιωμένη φροντίδα με την οποία περιβάλλει, σαράντα χρόνια τώρα, τον Ποιητή και το έργο του.
 
11. Χρησιμοποίησα κατ’ επιλογήν τις σχετικές εργασίες των Α. Σεγκόπουλου, Γ. Βρισιμιτζάκη, Γ. Λεχωνίτη, I. Α. Σαρεγιάννη, F. M. Pontani, Τ. Μαλάνου, J. Mavrogordato, Γ. Παπουτσάκη, και M. Yourcenar.
 
12. Την ύπαρξη του αρχείου Καβάφη μάς την αποκάλυψε πρώτος, νομίζω, ο Περίδης, ό.π., ο οποίος όμως μικρό μέρος του μπόρεσε να δει, και ακόμη μικρότερο εχρησιμοποίησε. Ωστόσο, το βιβλίο του, και γι’ αυτό μόνο τον λόγο, παραμένει απαραίτητο βοήθημα για κάθε προσεκτικό μελετητή. [Bλ. Γ.Π. Σαββίδης, «Tο Aρχείο K.Π. Kαβάφη» (1963), Mικρά καβαφικά, A΄, Eρμής, 1985, σ. 31-55].
 
13. Γι’ αυτό παρακαλώ και από εδώ τον κ. Γ. Παπουτσάκη να ολοκληρώσει το ταχύτερο την μελέτη του τμήματος του αρχείου Καβάφη, που του εμπιστεύτηκε πριν δέκα χρόνια ο κ. Σεγκόπουλος. Ανάλογη παράκληση απευθύνω σε όλους όσους κατέχουν ανέκδοτα χειρόγραφα ή άγνωστα δημοσιεύματα του Ποιητή, οσοδήποτε ασήμαντα και αν τα θεωρούν· και δηλώνω πως είμαι πρόθυμος να συνεργαστώ μαζί τους ―αν νομίζουν πως χρειάζονται φιλολογική βοήθεια― για την ταχύτερη δημοσίευση του υλικού τους.
 
14. Πρβ. Σεφέρης, Δοκιμές, A´, σ. 521: «…μνημονεύω συχνά τα “αποκηρυγμένα” του Καβάφη· νομίζω είναι καιρός να δημοσιευτούν σε βιβλίο, μαζί με τις πρόζες του. Ο ποιητής δεν έχει πια να φοβηθεί τίποτε απ’ αυτά, ενώ δεν μπορεί να τα αγνοεί ο σοβαρός μελετητής». [H έκδοση των Aποκηρυγμένων πραγματοποιήθηκε μόλις το 1983, ενώ τα Aνέκδοτα Ποιήματα εκδόθηκαν το 1968].
         Πρέπει να προσθέσω πως η πρώτη απόπειρα για να συγκεντρωθούν τα πρώτα εκείνα ποιήματα, στα Νέα Γράμματα το 1936, οφείλεται στην συνεργασία των κ.κ. Κατσίμπαλη και Μαλάνου. Επίσης, ιδιαίτερα αξιοσημείωτη, και από την άποψη αυτή, είναι η συμβολή του κ. Περίδη.
 
15. Mια πρώτη αποκατάσταση επιχειρώ στη λαϊκή έκδοση, αλλά χωρίς την παράθεση σχετικής τεκμηρίωσης. Για το χρονολογικό ευρετήριο στηρίχτηκα σε έντυπους και χειρόγραφους πίνακες του Ποιητή. Για το κείμενο βασίστηκα στην εκάστοτε τελευταία έκδοση σε μονόφυλλο, μα χρησιμοποίησα και προηγούμενες σε περιπτώσεις αμφίβολης στίξης ή γραφής. Σεβάστηκα την ορθογραφική ιδιοτυπία και πολυτυπία, εκτός όπου κινδύνευαν να παραπλανήσουν τον σημερινό αναγνώστη.
 
16. [Tο εκδοτικό αυτό σχέδιο τορπιλίστηκε από τον Γ. Παπουτσάκη. Mόνο ίχνος της «μνημειακής» πρόθεσής μας είναι η έκδοση των 154 ποιημάτων, σε αποκατεστημένη χρονολογική σειρά, με σχέδια του κ. Γκίκα, από τον Ίκαρο το 1966].
 
17. Γ.Π. Σαββίδης, «Tο Aρχείο K.Π. Kαβάφη» (1963), Mικρά καβαφικά, A΄, Eρμής, 1985, σ. 31-55.

Mικρά καβαφικά, A΄, Eρμής, 1985