Ένας νέος, της Tέχνης του Λόγου —στο  24ον έτος του Αναγνωρισμένα
Εκτύπωση
Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό.—
Τον φθείρει αυτόν μια απόλαυσις μισή.
Είναι σε μια κατάστασι εκνευριστική.
Φιλεί το πρόσωπο το αγαπημένο κάθε μέρα,
τα χέρια του είναι πάνω στα πιο εξαίσια μέλη.
Ποτέ του δεν αγάπησε με τόσο μέγα
πάθος. Μα λείπει η ωραία πραγμάτωσις
του έρωτος· λείπει η πραγμάτωσις
που πρέπει νάναι κι απ’ τους δυο μ’ έντασιν επιθυμητή.

(Δεν είν’ ομοίως δοσμένοι στην ανώμαλη ηδονή κ’ οι δυό.
Μονάχ’ αυτόν κυρίεψε απολύτως).

Και φθείρεται, και νεύριασε εντελώς.
Εξ άλλου είναι κι άεργος· κι αυτό πολύ συντείνει.
Κάτι μικρά χρηματικά ποσά
με δυσκολία δανείζεται (σχεδόν
τα ζητιανεύει κάποτε) και ψευτοσυντηρείται.
Φιλεί τα λατρεμένα χείλη· πάνω
στο εξαίσιο σώμα —που όμως τώρα νοιώθει
πως στέργει μόνον— ηδονίζεται.
Κ’ έπειτα πίνει και καπνίζει· πίνει και καπνίζει·
και σέρνεται στα καφενεία ολημερίς,
σέρνει με ανία της εμορφιάς του το μαράζι.—
Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)