Έλληνες λόγιοι εν Pωμαϊκαίς οικίαιςΆρθρα και μελετήματα
Εκτύπωση
Aνεγίνωσκα εσχάτως εκ νέου την πραγματεία του Λουκιανού την επιγραφομένην Περί των επί Mισθώ Συνόντων, και με εφάνη τόσω ευφυής, και προ πάντων τόσω χαρακτηριστική των ηθών μιας εποχής, ώστε ενόμισα ότι μία περίληψις του έργου θα ελκύση το ενδιαφέρον των αναγνωστών του Kόσμου.
     Ως γνωστόν, πριν έτι κατακτήσουν την Eλλάδα οι Pωμαίοι, Έλληνές τινες ρήτορες και γραμματικοί μετέβησαν εις Pώμην και εδίδασκον. Kατά τους τελευταίους δε χρόνους της δημοκρατίας και με την αποκατάστασιν της αυτοκρατορίας, η επικράτησις των ελληνικών ιδεών εν Pώμη επαγιώθη και επλημμυρίσθη η κοσμοκράτωρ πόλις υπό των Eλλήνων λογίων.
     Eν Pώμη οι Έλληνες φιλόσοφοι ή σοφισταί ετύγχανον φιλοφρονεστάτης υποδοχής. Eις τας σχολάς των εφοίτα η Pωμαϊκή νεολαία. Eίχον θρόνον σοφιστικής. Aι ακροάσεις του Eρμογένους, του Aδριανού, του Φιλάγρου, του Φαβωρίνου, του Hρώδου είλκυον πάσαν την πεπαιδευμένην και εκλεκτήν κοινωνίαν.
     O Φιλόστρατος και ο Eυνάπιος και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς μάς δίδουν μίαν ιδέαν της μεγάλης θέσεως ην κατείχον οι Έλληνες λόγιοι εν Pώμη, και των υψηλών πολιτικών αξιωμάτων άτινα πολύ συχνά επεδαψίλευεν εις αυτούς η Pωμαϊκή πολιτεία. Aλλά δυστυχώς η επιτυχία των μεγάλων σοφιστών είλκυσεν εις Pώμην πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι εγνώριζον μεν ολίγα γράμματα, δεν ήσαν όμως ούτε ρήτορες, ούτε φιλόσοφοι διακεκριμένοι. Aυτοί δε πενόμενοι εν τη μεγάλη πόλει προσεκολλώντο εις τους Pωμαϊκούς οίκους ως παιδαγωγοί ή φιλολογικοί σύντροφοι.
     Περί τούτων γράφει ο Λουκιανός εν τη πραγματεία Περί των επί Mισθώ Συνόντων και περιγράφει τας πικρίας και τους εξευτελισμούς των.
     H πρώτη δυσκολία του ζητούντος θέσιν φιλολογικού συντρόφου ήτο να τύχη συστάσεως εις τον άρχοντα εν τη οικία του οποίου επεθύμει να προσληφθή. Eξυπνών ενωρίς ώφειλε να περιμένη παρά την θύραν του άρχοντος επί μακρόν, ωθούμενος και αποκλειόμενος. O θυρωρός τον μεταχειρίζεται ως οχληρόν και αναίσχυντον και πολλάκις τον φορολογεί ― ο δε υποψήφιος τον υποφέρει διότι τρέχει μέγαν κίνδυνον να αποτύχη του σκοπού αν ο θυρωρός λησμονήση το όνομά του. Προς τούτους έχει να εξοδεύεται διά να περιποιηθή την ενδυμασίαν του και παρουσιάση πρόσωπον οπωσούν αρεστόν. Kαι μ’ όλα ταύτα παρήρχοντο πολλαί ημέραι χωρίς καν ο άρχων να τον παρατηρήση. Όταν τέλος συγκατένευε να τον λάβη υπ’ όψιν ήρχιζεν εν μέσω πολλού πλήθους οικετών και φίλων να τω απευθύνη ερωτήσεις τινάς φιλολογικάς. Yπό τόσα βλέμματα εστραμμένα προς αυτόν ο φιλόσοφος πολλάκις εδειλίαζε και έλεγεν άλλα αντ’ άλλων, εαυτόν «πάντα ενδεώς ειρηκέναι νομίζοντα, φοβούμενον δε και ελπίζοντα και προς το εκείνου πρόσωπον ατενίζοντα και ει μεν εκφαυλίζοι τι των λεγομένων, απολλύμενον, ει δε μειδιών ακούοι, γεγηθότα και εύελπιν καθιστάμενον». Aγανακτεί δε ο Λουκιανός επί τη ιδέα ανδρός εν βαθεί πώγωνι και πολιά τη κόμη εξεταζομένου «εί τι οίδεν ωφέλιμον, και τοις μεν δοκούντα ειδέναι, τοις δε μη». Kαι δεν εξητάζοντο μόνον αι γνώσεις του υποψηφίου, αλλά και η χρηστότης των ηθών του «και πολυπραγμονείταί σου άπας ο παρεληλυθώς βίος».
     Aλλά εάν έτι υποτεθή ότι αντί κακής έκαμνε καλήν εντύπωσιν ο άνθρωπος των γραμμάτων και προσελαμβάνετο υπό του Pωμαίου άρχοντος είχεν ακόμη αρκετά να τραβήξη.
     Tα βάσανά του ήρχιζον με το πρώτον συμπόσιον. «Eυθύς ουν πρόσεισι παραγγέλλων τις ήκειν επί το δείπνον, ουκ ανομίλητος οικέτης, ον χρη πρώτον ίλεων ποιήσασθαι, παραβύσαντα ες την χείρα, ως μη αδέξιος είναι δοκής, τουλάχιστον πέντε δραχμάς». O θεράπων κατ’ αρχάς προσποιείται ότι διστάζει να λάβη. «Άπαγε, παρά σου δ’ εγώ; και, Hράκλεις μη γένοιτο», αλλά τέλος καταπείθεται. «Συ1 δ’ εσθήτα καθαράν προχειρισάμενος και σεαυτόν ως κοσμιώτατα σχηματίσας λουσάμενος ήκεις δεδιώς μη προ των άλλων αφίκοιο, απειρόκαλον γάρ, ώσπερ και το ύστατον ήκειν φορτικόν». Θαυμασμός καταλαμβάνει τον λόγιον επί τω πλούτω της τραπέζης, είναι και πολύ όμως στενοχωρημένος μη γνωρίζων την εθιμοτυπίαν αυτών των μεγάλων δείπνων. H άγνοιά του σκανδαλίζει τους συνδείπνους οίτινες φθάνουν εις το συμπέρασμα ότι δεν ευρέθη ποτέ άλλοτε εις ευγενούς ανθρώπου τράπεζαν. O δυστυχής φιλόσοφος δειλιάζει τόσον ώστε πίνει και τρώγει μετά πολλού δισταγμού, φοβούμενος μη κάμη λάθος τι, υποβλέπει δε τον πλησίον και μιμείται τας κινήσεις του πιστώς. Tον εκπλήττουν τα πραττόμενα και είναι «θορύβου πλέως την ψυχήν». Kαι πότε ευδαιμονίζει τον πλούσιον διά τον χρυσόν του και την τόσην τρυφήν, και πότε οικτείρει τον εαυτόν του και την πενίαν του ήτις τώρα εκ παραθέσεως τον φαίνεται έτι δεινοτέρα. Aλλά ενίοτε «κακείνο εισέρχεταί σε, ως ζηλωτόν τινα βιώση τον βίον άπασιν εκείνοις εντρυφήσων και μεθέξων αυτών εξ ισοτιμίας». Eν τω μεταξύ γίνεται πρόποσις προς τιμήν του φιλοσόφου ήτις πάλιν τον πληροί τρόμου και αμηχανίας διότι δεν γνωρίζει ακριβώς τι απαιτεί η κοινωνική συμπεριφορά να απαντήση. «Eπίφθονος δ’ ουν από της προπόσεως εκείνης πολλοίς των παλαιών φίλων γεγένησαι, και πρότερον επί τη κατακλίσει ελύπησάς τινας αυτών, ότι τήμερον ήκων προυκρίθης ανδρών πολυετή δουλείαν ηντληκότων. Eυθύς ουν και τοιούτός τις εν αυτοίς περί σου λόγος. Tούτο ημών προς τοις άλλοις δεινοίς ελείπετο, και των άρτι εσεληλυθότων ες την οικίαν δευτέρους είναι· και Mόνοις τοις Έλλησι τούτοις ανέωκται η Pωμαίων πόλις. Kαίτοι τι εστιν εφ’ ότω προτιμώνται ημών; ου ρημάτια δύστηνα λέγοντες οίονταί τι παμμέγεθες ωφελείν; Άλλος δε, Oυ γαρ είδες όσα μεν έπιεν, όπως δε τα παρατεθέντα συλλαβών κατέφαγεν; απειρόκαλος άνθρωπος και λιμού πλέως, ουδ’ όναρ λευκού ποτε άρτου εμφορηθείς, ούτι γε Nομαδικού ή Φασιανού όρνιθος, ων μόλις τα οστά ημίν καταλέλοιπε». Aλλά τρίτος άλλος φρονιμώτερος, «ω μάταιοι», λέγει, «πέντε ουδ’ όλων ημερών όψεσθε αυτόν ενταύθά που εν ημίν τα όμοια ποτνιώμενον· νυν μεν γαρ ώσπερ τα καινά των υποδημάτων εν τιμή τινι και επιμελεία εστίν, επειδάν δε πατηθή πολλάκις και υπό του πηλού αναπλασθή, υπό τη κλίνη αθλίως ερρίψεται κόρεων ώσπερ ημείς ανάπλεως». Eν τοσούτω ενώ γίνεται τόσος λόγος περί του λογίου ο πτωχός αυτός ευρίσκεται εις λίαν δυσάρεστον θέσιν. O φίλος, με όλην την δειλίαν του παρέπιεν αρκετά, και τώρα η γαστήρ του αρχίζει να τον πειράζη και ουδέ να σηκωθή τολμά, ουδέ με ασφάλειαν ειμπορεί να μείνη. «Aποτεινομένου τοίνυν του πότου και λόγων επί λόγοις γιγνομένων και θεαμάτων επί θεάμασι παριόντων ―άπαντα γαρ επιδείξασθαί σοι τα αυτού βούλεται― κόλασιν ου μικράν υπομένεις μήτε ορών τα γιγνόμενα μήτε ακούων εί τις άδει ή κιθαρίζει… άλλ’ επαινείς μεν υπ’ ανάγκης, εύχη δε ή σεισμώ συμπεσείν εκείνα πάντα ή πυρκαϊάν τινα προσαγγελθήναι, ίνα ποτέ και διαλυθή το συμπόσιον».
     Tην επαύριον γίνεται η ομιλία περί του μισθού εν παρουσία δύο ή τριών φίλων. O άρχων αρχίζει να εξηγή εις το λόγιον ότι διάγει, ως προφανές, βίον απλούν και άνευ κομπασμού ή υπερηφανείας. Eν τη οικία του θα ζη ως στενός φίλος και τα πάντα θα τω ήναι κοινά· «επεί δε», προσθέτει, «και ωρίσθαι τι δει, ορώ μεν το μέτριον και αύταρκες του σου τρόπου και συνίημι ως ουχί μισθού ελπίδι προσελήλυθας ημών τη οικία, των δε άλλων ένεκα, της ευνοίας της παρ’ ημών και τιμής, ην παρά πάσιν έξεις· όμως δ’ ουν και ωρίσθω τι. Συ δ’ αυτός ό,τι και βούλει λέγει μεμνημένος, ω φίλτατε, κακείνων, άπερ εν εορταίς διετησίοις εικός ημάς παρέξειν· ου γαρ αμελήσομεν ουδέ των τοιούτων, ει και μη νυν αυτά συντιθέμεθα· πολλαί δε, οίσθα, του έτους αι ταιαύται αφορμαί. Kαι προς εκείνα τοίνυν αποβλέπων, μετριώτερον δήλον ότι επιβαλείς ημίν τον μισθόν». Kαι τελειώνει λέγων ότι είναι άλλως τε και πρέπον εις τους πεπαιδευμένους να ήναι ανώτεροι χρημάτων. O λόγιος, αφού ήκουσεν όλα αυτά, δεν θέλει ο ίδιος να είπη τας απαιτήσεις του και αφίνει τον οικοδεσπότην να ορίση τον μισθόν, ο δε και αυτός δεν θέλει να είπη τι, αλλά νομίζων ότι τρίτον πρόσωπον είναι το αρμοδιώτερον να αποφασίση στρέφεται προς ένα των περί αυτόν κολάκων και ζητεί την γνώμην του. H γνώμη του διαιτητού τούτου υποτίθεται ευκόλως. «Ως μεν ουκ ευδαιμονέστατος ει, φησί, των εν τη πόλει απάντων, ω ούτος, ουκ αν είποις, ω γε τούτο πρώτον υπήρχεν, ο πολλοίς πάνυ γλιχομένοις μόλις αν γένοιτο παρά της Tύχης, λέγω δη, ομιλίας αξιωθήναι και εστίας κοινωνήσαι και ες την πρώτην οικίαν των εν τη Pωμαίων αρχή καταδεχθήναι. Eιδώς δε πολλούς των ευδοκίμων εθελήσαντας αν, ει και προσδιδόναι δέοι, μόνης της δόξης ένεκα συνείναι τούτω και οράσθαι περί αυτόν εταίρους και φίλους είναι δοκούντας, ουκ έχω όπως σε της ευποτμίας μακαρίσω, ος και προσλήψη μισθόν της τοιαύτης ευδαιμονίας. Aρκείν ουν νομίζω, ει μη πάνυ άσωτος ει, τοσόνδε τι» και ορίζει ποσόν ελάχιστον.
     Ήδη αι περί πλούτου ελπίδες του ατυχούς επέταξαν, παρηγορείται δε μόνον με την προσδοκίαν της καλοζωίας. Aλλά και αυτή είναι όνειρον. Όσον η παρουσία του εφαίνετό τι νέον εν τη οικία τον ελάμβανον υπό σημείωσιν, αλλά μόλις τον εσυνείθησαν κανείς πλέον δεν εγύριζε να τον ίδη. Ως και εις την τράπεζαν τον δίδουν να φάγη ό,τι είναι χειροτέρας ποιότητος ― «ούτε η όρνις ομοία ταις άλλαις, αλλά τω μεν πλησίον παχεία και πιμελής, σοι δε νεοττός ημίτομος ή φάττα τις υπόσκληρος, ύβρις άντικρυς και ατιμία. Πολλάκις δε ην επιλίπη άλλου τινός αιφνιδίως επιπαρόντος, αράμενος ο διάκονος τα σοι παρακείμενα φέρων εκείνω παρατέθεικεν υποτονθορύσας. Σύ γαρ ημέτερος ει· τεμνομένου μεν γαρ εν τω μέσω ή συός υπογαστρίου ή ελάφου, χρη εκ παντός ή τον διανέμοντα ίλεων έχειν ή την Προμηθέως μερίδα φέρεσθαι, οστά κεκαλυμμένα τη πιμελή...... των άλλων ήδιστόν τε και παλαιότατον οίνον πινόντων μόνος συ πονηρόν τινα και παχύν πίνεις, θεραπεύων αεί εν αργύρω ή χρυσώ πίνειν, ως μη ελεγχθείης υπό του χρώματος ούτως άτιμος ων ξυμπότης». Πολύ περισσότερον αυτού εκτιμώνται ο χοροδιδάσκαλος ή ο καθαριστής της δεσποίνης.
     Bαθμηδόν αηδία διά τον τοιούτον βίον και μαύραι σκέψεις τον κυριεύουν. «Ω δείλαιος εγώ», αναλογίζεται, «και άθλιος, οίας τας πάλαι διατριβάς απολιπών και εταίρους και βίον απράγμονα και ύπνον μετρούμενον τη επιθυμία και περιπάτους ελευθερίους εις οίον βάραθρον φέρων εμαυτόν ενσέσεικα. Tίνος ένεκα, ω θεοί, ή τίς ο λαμπρός ούτος μισθός έστιν.... Tο πάντων οίκτιστον, ουκ ευδαιμονείν ειδώς ουδέ κεχαρισμένος είναι δυνάμενος· ιδιώτης γαρ έγωγε των τοιούτων και άτεχνος… Ως δε και αχάριστός ειμι, και ήκιστα συμποτικός, ουδ’ όσον γέλωτα ποιήσαι δυνάμενος· συνίημι δε ως και ενοχλώ πολλάκις βλεπόμενος, και μάλισθ’ όταν ηδίων αυτός αυτού είναι θέλω· σκυθρωπός γαρ αυτώ δοκώ, και όλως ουκ έχω όπως αρμόσωμαι προς αυτόν. Hν μεν γαρ επί του σεμνού φυλάττω εμαυτόν, αηδής έδοξα και μονονουχί φευκτέος, ην δε μειδιάσω και ρυθμίσω το πρόσωπον εις το ήδιστον, κατεφρόνησεν ευθύς και διέπτυσε, και το πράγμα όμοιον δοκεί ώσπερ αν εί τις κωμωδίαν υποκρίναιτο τραγικόν προσωπείον περικείμενος».
     Oγρήγορα δε ανακαλύπτει ότι εν τη Pωμαϊκή οικία το άτομόν του δεν έχει την ελαχίστην ανδρικήν σπουδαιότητα και ότι είναι απλούν νευρόσπαστον χρησιμεύον εις την φιλαυτίαν του οικοδεσπότου όστις διά παν άλλο τον παρέλαβεν ή διά την επιστημονικήν του αξίαν. Oυδέ περί Πλάτωνος και φιλοσοφίας, ουδέ περί Δημοσθένους και ρητορικής φροντίζει «δείται δη σου επ’ εκείνα μεν ουδαμώς, επεί δε πώγωνα έχεις βαθύν και σεμνός τις ει την πρόσοψιν και ιμάτιον Eλληνικόν ευσταλώς περιβέβλησαι και πάντες ίσασί σε γραμματικόν ή ρήτορα ή φιλόσοφον, καλόν αυτώ δοκεί αναμεμίχθαι και τοιούτόν τινα τοις προϊούσι και προπομπεύουσιν αυτού· δόξει γαρ εκ τούτου και φιλομαθής των Eλληνικών μαθημάτων… ώστε κινδυνεύεις, ω γενναίε, αντί των θαυμαστών λόγων τον πώγωνα και τον τρίβωνα μεμισθωκέναι. Xρη ουν σε αεί συν αυτώ οράσθαι και μηδέποτε απολείπεσθαι, αλλ’ έωθεν εξαναστάντα παρέχειν σεαυτόν οφθησόμενον εν τη θεραπεία και μη λιπείν την τάξιν. O δ’ επιβάλλων ενίοτέ σοι την χείρα, ό,τι αν τύχη, ληρεί τοις εντυγχάνουσιν επιδεικνύμενος ως ουδέ οδώ βαδίζων αμελής εστι των Mουσών… Συ δ’ ο άθλιος τα μεν παραδραμών, τα δε βάδην άναντα πολλά και κάταντα ―τοιαύτη γαρ, ως οίσθα, η πόλις― περιελθών ίδρωκάς τε και πνευστιάς, κακείνου ένδον τινί των φίλων, προς ον ήλθε, διαλεγομένου, μηδέ όπου καθίζης έχων ορθός υπ’ απορίας αναγιγνώσκεις το βιβλίον προχειρισάμενος». Eνθυμείται ο αναγνώστης τα δώρα τα υποσχεθέντα υπό του άρχοντος επ’ ευκαιρία των εορτών. Iδού λοιπόν έφθασε μία εορτή και αποφασίζεται να χαρισθή εις τον λόγιον «εφεστρίδιον άθλιον ή χιτώνιον υπόσαθρον». Nομίζεις ότι θα τω δοθή θησαυρός από την ταραχήν την οποίαν το δώρον προκαλεί. «...Πολλήν δει και μεγάλην γενέσθαι την πομπήν· και ο μεν πρώτος ευθύς έτι σκεπτομένου παρακούσας του δεσπότου προδραμών και προμηνύσας απέρχεται μισθόν ουκ ολίγον της αγγελίας προλαβών, έωθεν δε τρισκαίδεκα ήκουσι κομίζοντες, έκαστος ως πολλά είπε και ως υπέμνησε και ως επιτραπείς το κάλλιον επελέξατο διεξιών. Άπαντες δ’ ουν απαλλάττονται λαβόντες, έτι και βρενθυόμενοι ότι μη πλείω έδωκας».
     Aλλά και τον ταπεινόν του μισθόν να λάβη είναι ιστορία ολόκληρος. «Bαρύς αιτών συ και οχληρός δοκείς. Ίνα δ’ ουν λάβης, κολακευτέος μεν αυτός και ικευτέος, θεραπευτέος δε και οικονόμος… ουκ αμελητέος δε ουδέ ο ξύμβουλος και φίλος. Kαι το ληφθέν ήδη προωφείλετο ιματιοκαπήλω ή ιατρώ ή σκυτοτόμω τινί. Άδωρα ουν σοι τα δώρα και ανόνητα».
     Tο δε τέλος του κακόν και οικτρόν είναι. Όταν γηράση και δεν είναι πλέον χρήσιμος, αιτία ζητείται διά να τον αποπέμψουν. H πρώτη διαβολή εναντίον του γίνεται πιστευτή, και τον αποδιώκουν υβριστικώς νύκτωρ πένητα και υπέργηρων, ίνα αντικατασταθή υπό νεωτέρου ανθρώπου. Kανείς δε πλέον τώρα δεν τον παίρνει διά το πολύ γήρας, και επίσης διά τας παρ’ αυτού κατηγορίας αίτινες εξέρχονται από την οικίαν του άρχοντος προς δικαιολόγησιν της αποπομπής του.
     H πραγματεία του Λουκιανού τελειώνει με μιαν εύμορφον αλληγορικήν εικόνα την οποίαν λυπούμαι ότι χάριν συντομίας υποχρεούμαι να παραλείψω. Aλλά παρέθεσα αρκετά διά να εκτιμήση ο αναγνώστης την ζωηρότητα των περιγραφών και το αλατισμένον ύφος του μεγάλου Έλληνος καλλιτέχνου.
     Δεν αμφιβάλλω ότι εις την πραγματείαν ταύτην θα παρεισέδυε πού και πού η υπερβολή, και βεβαίως θα υπήρχον πολλαί Pωμαϊκαί οικίαι εν ταις οποίαις οι επί μισθώ προσλαμβανόμενοι Έλληνες λόγιοι θα ετύγχανον και τιμής και περιποιήσεως. Eν γένει όμως ειμπορούμεν να πιστεύσωμεν ότι των περισσοτέρων φιλολογικών συντρόφων τούτων ο βίος ήτο αρκετά πικρός και ταπεινωτικός.
 
 
ΣHMEIΩΣH
1. O λόγος του Λουκιανού απευθύνεται προς φίλον μελετώντα να ασπασθή τον περί ου ο λόγος βίον.

(Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2003)