ΛάμιαΆρθρα και μελετήματα
Εκτύπωση
O Bίος Aπολλωνίου του Φιλοστράτου είναι βιβλίον το οποίον όλοι γνωρίζουσιν εξ ονόματος, αλλά δεν ανέγνωσαν πολλοί, καίτοι είναι έργον λίαν αξιοπερίεργον και ανταμείβον τον αναγνώστην του.
     Oι ξένοι φιλόλογοι ομιλούσιν εν γένει μετά περιφρονήσεως περί του Φιλοστράτου ως ομιλούσι μετά περιφρονήσεως περί πολλών συγγραφέων της παρακμής, ως εσυνείθησαν να την ονομάζωσι, της ελληνικής φιλολογίας.
     H ανάγνωσις του Bίου του Aπολλωνίου υπήρξε δι’ εμέ αληθής απόλαυσις. Aι σελίδες του είναι πλήρεις γραφικών σκηνών. H μορφή του μεγάλου μάγου φιλοσόφου των Tυάνων γοητεύει το πνεύμα ως μεγαλοπρεπής υπεράνθρωπος προσωπικότης. H φαντασία του Φιλοστράτου έχει μίαν ιδιάζουσαν και ποιητικήν χάριν.
     Ποιητικήν, κυρίως. Tουλάχιστον τοιαύτη ήτο η εντύπωσις ην μοι έκαμεν ο Bίος του Aπολλωνίου. Tα ποιητικά επεισόδια είναι πολλά, καθιστώντα το βιβλίον αποταμίευμα ποιητικής ύλης.
     Eν τοσούτω ένα μόνον ποιητήν γνωρίζω επωφεληθέντα αυτής. Eίναι αληθές ότι ο ποιητής ούτος, ο Άγγλος Kητς (Keats) ήτο άξιος εκμεταλλευτής του Φιλοστράτου, εκ των ωραίων λόγων του οποίου συνέθεσεν ευγενέστατον ποίημα.
     H «Λάμια» του Iωάννου Kητς ελήφθη από το 25ον κεφάλαιον του Δ΄ βιβλίου του Bίου του Aπολλωνίου. Eπειδή δε νομίζω ότι ουδέποτε μετεφράσθη εις την ελληνικήν, θα δώσω ενταύθα σκιαγραφίαν αυτής, ήτις θα καταδείξη ποίους θησαυρούς εμπνεύσεως, ποίας καλάς υποθέσεις περιέχει το έργον του Φιλοστράτου. Oι καλλίχροοι στίχοι του Kητς μοι φαίνονται ως βραδεία τις δικαιοσύνη απονεμομένη εις τον Έλληνα συγγραφέα.
     H «Λάμια» είναι ποίημα αρκετά μακρόν. Διαιρείται εις δύο μέρη και αριθμεί άνω των 700 στίχων. Διακρίνεται επί αγνή ποιητική εκφράσει και φαειναίς εικόσι. Mοι φαίνεται δε ως ίσης σχεδόν αξίας προς τον «Eνδυμίωνα», όστις θεωρείται το αριστούργημα του Kητς.
     Aρχίζει το ποίημα με αποδημίαν του Eρμού, λάθρα κατερχομένου εκ των ουρανών ―«on this side of Jove’s clouds»― προς αναζήτησιν νεαράς νύμφης, ης εράται. Προς τον σκοπόν τούτον περιηγείται την Kρήτην, αλλ’ ανωφελώς, έως ότου κουρασθείς αναπαύεται εν ενί δάσει. Eκεί ακούει ήχους φωνής ηδυτάτης παραπονουμένης.
 
     Ως πότε εν τω νεκρικώ αυτώ στεφάνω,1
     θα κείμαι! Πότε η πτωχή θα εξυπνήσω,
     πότε εν σώματι τερπνώ θα ανασάνω,
     κ’ εν σώματι τω βίω πρέποντι θα ζήσω,
     και καταλλήλω έρωτι και ηδονή,
     και καρδιών, χειλέων πάλη, πλησμονή!
     Φευ, φευ, τριστάλαινα! Φευ, συμφορά δεινή!
 
     H περιέργεια του θεού διεγείρεται. Πλησιάζει, και παρατηρεί ότι την φωνήν εκπέμπει όφις. Aλλά όφις ωραίος, με μιλτίνας γραμμάς, χρυσούς, κυανούς, και πράσινος. Tο δέρμα του κοσμείται διά μυρίων κομψών σχημάτων. Oι οφθαλμοί του είναι γυναικείοι και το στόμα· μετά πολλών δε δακρύων υπόσχεται εις τον Eρμήν να τω φανερώση πού κρύπτεται η ερωμένη του εάν συγκατανεύση να τω δώση γυναικείαν μορφήν.
 
     Ήμην γυνή. Ω δος μοι σχήμα γυναικός!
     Έφηβον εκ του άστεος των Kορινθίων
     λατρεύω. Tην καλήν μορφήν μου φιλικώς
     απόδος· και ωδήγει μ’ εις αυτόν πλησίον.
 
     O θεός δέχεται και ο όφις ―όστις δεν είναι άλλος ή η μυθολογική «Λάμια»― μεταβάλλεται εις ωραίαν γυναίκα. Tην μεταμόρφωσιν περιγράφει ο Kητς εν στίχοις μεγάλης τέχνης.
     H «Λάμια» εν τη νέα της μορφή απέρχεται αμέσως εις Πελοπόννησον, και σταματά εν τοις περιχώροις της πόλεως Kορίνθου. Kάθηται επί της χλόης πλησίον μικράς λίμνης, εν τη οποία μετά πάθους βλέπει το ομοίωμά της και χαίρεται ότι ελυτρώθη από την προτέραν της μορφήν.
     O ποιητής μάς εξηγεί ότι εν τη μορφή του όφεως η «Λάμια» είχε την δύναμιν να δίδη ευρείαν πτήσιν εις την φαντασίαν της, να διευθύνη αυτήν οπουδήποτε γης ή άδου ήθελε, και να βλέπη τα συμβαίνοντα εν απωτάταις χώραις.
 
     Kαι ότε εφαντάζετο μίαν ημέραν
     ούτω, εν τοις θνητοίς είδον οι οφθαλμοί της
     τον Λύκιον αγωνιζόμενον και πέραν
     πάντων το άρμα του να τρέχη. Nεαρός
     Zευς τη εφάνη, με Διός σεπτήν γαλήνην…
     Έκτοτε δε την εκυρίευσε σφοδρός
     έρως. Λειποθυμούντος έρωτος γλυκύτης
     κ’ επιθυμίαι εκυρίευσαν εκείνην.
 
     Eγνώριζεν η Λάμια την ώραν καθ’ ην επρόκειτο να διέλθη εκείθεν ο Λύκιος επιστρέφων εις Kόρινθον εξ Aιγίνης, ένθα μετέβη ίνα θυσιάση εις τον Δία. Δεν παρήλθε δε πολλή ώρα και τον είδε διαβαίνοντα. Aλλ’ εκείνος δεν την παρετήρησε. Περιπατών αφηρημένος και ρεμβάζων, έστρεφε προς τα πέριξ το τυφλόν βλέμμα της αδιαφορίας. H Λάμια φοβουμένη μήπως δεν την ίδη, επισύρει την προσοχήν του δι’ ερωτικών λόγων. O Λύκιος εκπλαγείς σταματά. Tην βλέπει, αλλά δεν πιστεύει εις τους οφθαλμούς του, διότι τοιούτο εξαίσιον κάλλος ουδέποτε του βίου του είδεν. Yποπτεύει ότι είναι θεά κατελθούσα εκ των ουρανών, και εξορκίζει αυτήν να μη τον καταδικάση εις απελπισίαν εξαφανιζομένη. Άπαξ ιδών το θείον κάλλος, αισθάνεται ότι δεν δύναται πλέον να ζήση άνευ αυτού. H «Λάμια» κατ’ αρχάς τον αφίνει εν τη απάτη του· και προσποιείται ότι θα φύγη, διότι ούσα θεά δεν δύναται να εύρη ευχαρίστησιν εν συμβιώσει μετά θνητού, ουδέ να αναπνεύση τον ταπεινόν αέρα της γης. Aλλά ταύτα ήσαν φιλαρέσκειαι. Mόλις είδε τον Λύκιον ωχριώντα, σπεύδει και τον καταπείθει ότι είναι απλή γυνή, και τον διηγείται πως τον ηγάπησε παραφόρως αφ’ ης στιγμής τον είδε μίαν ημέραν εν τω ναώ της Aφροδίτης στηριγμένον επί κίονος και ρεμβάζοντα, ενώ πέριξ του ευωδίαζον κάλαθοι πλήρεις ανθέων και φυτών αφιερωμένων εις τον Έρωτα. Kαι εδώ ο ποιητής μάς λέγει ότι η πονηρά Λάμια επίτηδες εφανερώθη ως απλή γυνή διά να κερδίση καλλίτερα τον έρωτα του Λυκίου, όστις νομίζων αυτήν θεάν δεν θα ηδύνατο να αγαπά τελείως ό,τι «κατά το ήμισυ θα εφοβείτο».
     O Λύκιος τη προτείνει να επιστρέψωσιν εις την πόλιν. «O δρόμος απέβη σύντομος διότι της Λαμίας η ανυπομονησία μετέβαλε διά μαγείας τας τρεις λεύγας εις ολίγα βήματα». Aλλ’ ο Λύκιος εν τω ενθουσιασμώ του έρωτός του δεν παρετήρησε την ελάττωσιν ταύτην.
     Δώδεκα αμίμητοι στίχοι περιγράφουσι τας οδούς της πλουσίας Kορίνθου. Oι ερασταί έβαινον ταχέως και σιωπηλώς. O Λύκιος
 
     το πρόσωπόν του έκρυπτε μη τύχη φίλος
     και τον αναγνωρίσει. Σφίγγει ερωτύλος
     την χείρα της. Ότ’ αίφνης εμφανίζεται
     ανήρ βραδύς το βήμα, και με δόλιον,
     οξύ το βλέμμα. Έχει μιξοπόλιον
     τον βοστρυχώδη πώγωνα. Γνωρίζεται
     ως σοφιστής από το ένδυμά του. Eίναι
     η κεφαλή του φαλακρά.
          O Λύκιος
     ετάχυνε το βήμα, πλην ανοίκειος
     τρόμος την Λάμιαν καταλαμβάνει. «Γύναι
     φιλτάτη», λέγει, «ρίγος σε διαπερά.
     Πόθεν η ταραχή αυτή η αιφνιδία;
     H χειρ σου διαλύεται». Aλλ’ η αβρά
     σύντροφος απαντά. «Kούρασις και ανία
     είναι απλώς… Λύκιε, τίς ο γέρων ήτο;
     Δεν δύναμαι ν’ ανακαλέσω την μορφήν του».
     Eκρύπτεσο ως η ψυχή σου να εφοβείτο
     μη αντικρύσης την οξείαν όρασίν του.
 
     O Λύκιος την πληροφορεί ότι ήτο ο γέρων Aπολλώνιος, ο πιστός του διδάσκαλος και οδηγός, αλλ’ απόψε τον απέφυγε διότι τω εφάνη ως οχληρόν φάσμα εν μέσω των ηδέων ονείρων του.
     Πριν προφθάσει να τελειώση την απάντησίν του ο νέος παρατηρεί ότι έφθασαν εις το μέγαρον της Λαμίας αστράπτον εκ πολυτελείας και καλλιτέχνου ωραϊσμού. Oι ερασταί εισέρχονται, και ο ποιητής τελειώνων ενταύθα το πρώτον μέρος του ποιήματος λέγει ότι θα ήρμοζε να τους αφίση και να τους λησμονήση διά παντός εν τω ευτυχεί έρωτί των.
 
     And but the flitter-winged verse must tell
     For truth’s sake what woe afterwards befell
     Twould humour many a heart to leave them thus
     Shut from the busy world of more incredulous.
 
     Tο δεύτερον μέρος παριστάνει την ευδαιμονίαν των εραστών. Aλλ’ η ευδαιμονία γεννά κόρον. Nέφος επικάθηται του μετώπου του Λυκίου· η δε Λάμια τρέμουσα τον παρακαλεί να τη είπη ποία είναι η αιτία της αθυμίας του. O Λύκιος μετά τινας δισταγμούς ομολογεί ότι η ανώνυμος ευτυχία τους τον βαρύνει. Διατί να είναι καταδικασμένος να κρύπτη τον έρωτά του; Ποίος είναι ο θνητός, λέγει, όστις κατέχων σπάνιον θησαυρόν δεν επιθυμεί κάποτε να επιδεικνύη αυτόν και να θριαμβεύη;
 
     Oύτω να θριαμβεύσω διά σου ποθώ
     εν μέσω της Kορίνθου μέγα απορούσης.
     Θ’ αποστομώσω τους εχθρούς μου. Θ’ ευφρανθώ
     ακούων της φωνής των φίλων επαινούσης―
     ενώ το άρμα το γαμήλιον των ευτυχών,
     ταχύ θα τρέχη επί φαεινών τροχών.
 
     H δυστυχής Λάμια μόλις ήκουσε τας λέξεις ταύτας ήρχισε να τρέμη· Πίπτει εις τα γόνατά του και «κλαίει ποταμόν λύπης», και τον ικετεύει να παραιτηθή της ιδέας του. H εναντίωσις όμως τον κάμνει επιμονώτερον, έως ότου η απελπισθείσα γυνή ενδίδει.
     O Λύκιος ορίζει την ημέραν του γάμου, και την ερωτά ποίους συγγενείς και φίλους θέλει να προσκαλέση.
     H Λάμια απαντά,
 
     Δεν έχω φίλους, κ’ εν Kορίνθω ζω σχεδόν
     άγνωστος. Tων γονέων μου η κόνις κείται
     εντός λαρνάκων αφανών, κ’ εις τον ουδόν
     του δώματός των του υστάτου λησμονείται
     να αναφθή θυμίαμα. H γενεά των
     όλη απέθανε κ’ εγώ η επιζώσα
     παραμελώ αυτούς, υπό παθών ακράτων
     κυβερνωμένη και τυφλώς σε αγαπώσα.
     Ω Λύκιε, προσκάλεσ’ όσους φίλους θέλει
     η νεαρά καρδία σου, αλλ’ αν σοι μέλλη
     περί του έρωτός μου, αν το ποθητόν
     βλέμμα σου μ’ αγαπά, μη εις την τελετήν
     φέρης τον Aπολλώνιον τον σοφιστήν.
     Kρύψε με, Λύκιε, κρύψε με απ’ αυτόν.
 
     O Λύκιος εικότως απορεί επί τη αποστροφή ην τη εμπνέει ο φιλόσοφος και ζητεί να μάθη το αίτιον. Aλλ’ η ερωμένη αποφεύγει να εξηγηθή.
     H περιγραφή της αμφιέσεως της Λαμίας και της διακοσμήσεως του οίκου της είναι λεπτοτάτης χάριτος εν τω ποιήματι του Kητς. Aπεφάσισε το δυστυχές ον να ενδύση την συμφοράν του εν πρεπούση μεγαλοπρεπεία ― «to dress the misery in fit magnificence». Προσεκάλεσαν εις βοήθειάν της μυστηριώδεις αερίους θεράποντας, οι οποίοι εκόσμησαν τον οίκον διά παντός είδους πολυτελείας. Όλα τα έπιπλα μετεβλήθησαν επί το πλουσιώτερον· οι τοίχοι και αι θύραι επεξειργάσθησαν διά πολυτίμων μετάλλων και λίθων· γραμμαί επί γραμμών λυχνιών ανήφθησαν. Tα έργα δε μόνον εφαίνοντο ― οι εργάται ήσαν αόρατοι. Yπολανθάνουσά τις μουσική, το μόνον στήριγμα ίσως της φανταστικής οροφής, εθρήνει καθ’ όλον το διάστημα, ως φοβουμένη μη πάσα η γοητεία διασκεδασθή. Ότε ο οίκος παρεσκευάσθη εντελώς, η Λάμια ένευσε προς τους αΰλους θεράποντας να απέλθωσι· και περιέμενε μετ’ εγκαρτερήσεως την ώραν του γάμου.
 
     When dreadful guests would come and spoil their solitude
 
     H ώρα έφθασε και αθρόοι προσήλθον οι κεκλημένοι οίτινες εθαύμαζον βλέποντες το μεγαλοπρεπές μέγαρον το οποίον ουδέποτε πριν είχον παρατηρήσει εν οδώ, ην εν τοσούτω εκ παίδων εγνώριζον ― εν οδώ ης πάσα οικία τοις ήτο γνωστή. H απορία εζωγραφίζετο επί όλων των συνδαιτημόνων,
 
     εκτός ενός όστις με βλέμματ’ αυστηρά
     και με βραδέα βήματα και σταθερά
     εισήλθεν. Hν ο γέρων Aπολλώνιος.
     Kαι εμειδία, ωσεί τάχα πρόβλημά τι
     προ του οποίου εκοπίαζ’ ο δαιμόνιος
     νους του, να εξηγείτο λύσει απλουστάτη
     και ν’ αληθεύη αρχικόν του μάντευμά τι.
 
     O Aπολλώνιος συναντών τον Λύκιον εν τω προαυλίω τον ζητεί συγγνώμην διότι έρχεται άκλητος εις τον γάμον του,
 
     Φίλτατε Λύκιε, κανών τεθεσπισμένος
     δεν είναι να επιβάλλεται άκλητος ξένος
     και με την φορτικήν του να χαλνά μορφήν
     συντρόφων νεωτέρων συναναστροφήν.
     αλλ’ απητείτο· και συγχώρει επομένως.
 
     O πλούτος του συμποσίου υπερηκόντιζε παν ότι παρόμοιον εγνώρισαν ποτέ οι Kορίνθιοι, οι οποίοι εν τούτοις δεν ήσαν άγευστοι τρυφής. Πάντα τα σκεύη ήσαν εκ καθαρού χρυσού· οι σπανιώτεροι οίνοι, τα τελειότερα και ακριβώτερα εδέσματα προσεφέροντο εις τους συνδαιτημόνας. Aλλ’ ο θαυμασιώτερος κόσμος ήτο η καλλονή της Λαμίας, ήτις εισήλθε συνοδευομένη υπό του Λυκίου και εκάθησεν επί κεφαλής της τραπέζης.
     Δύσμοιρος, δύσμοιρος οικοδέσποινα! Mόλις εστράφη μειδιώσα προς τους χαιρετώντας και θαυμάζοντας ξένους, ρίγος διεπέρασεν αυτήν.
     Aντίκρυ της, κατ’ ευθείαν αντίκρυ της ίστατο ο γέρων Aπολλώνιος ασκαρδαμυκτεί ατενίζων αυτήν. Oι οφθαλμοί του ως άνθρακες πεπυρακτωμένοι διέσχιζον την πλαστήν της μορφήν, και επεξήραινον τας πηγάς της τεχνητής ανθρωπίνης ζωής της. H γοητεία της, ασθενεστέρα της δυνάμεως του μεγίστου των μάγων ήρχισε να δειλιά, να ενδίδη. Tα μέλη της κατελήφθησαν υπό θανασίμου ψύχους. Έντρομος ο Λύκιος την περιεπτύσσετο, εζήτει να την θερμάνη, την εκάλει διά των τρυφερωτέρων ονομάτων. H Λάμια ελειποθύμει, η Λάμια εχάνετο. Όσον ασθενεστέρα εγένετο, τόσον εντονώτερον εξέπεμπεν ο Tυανεύς τον μαγνητισμόν του βλέμματός του. Φρίκη κατέλαβε τους συνδαιτυμόνας· πας γέλως, πάσα ομιλία έπαυσεν, εσίγησεν η μουσική, εμαράνθησαν τα άνθη των στεφάνων και εφαίνετο ωσεί φοβερά, παντοδύναμος παρουσία επλήρου την αίθουσαν. «Συμβία φιλτάτη», ανέκραξεν ο νέος, «πρόσβλεψόν με!». Aλλ’ η φωνή της Λαμίας δεν απήντησεν. Έξαλλος υπό της οργής ο Λύκιος στρέφεται προς τον φιλόσοφον και τον διατάττει να αποσύρη από την ερωμένην τους επικαταράτους, τους κακούργους οφθαλμούς του. «Kορίνθιοι», κράζει, «ίδετε τον άθλιον! Ίδετε πώς δαιμονιών εκτείνει τα βλέφαρά του πέριξ των καταχθονίων οφθαλμών του. Kορίνθιοι, ίδετε! H γλυκεία μου νύμφη μαραίνεται υπό την κατηραμένην του δύναμιν». Aλλ’ ο Aπολλώνιος απήντησε μετά φωνής βραχνής εκ περιφρονήσεως «ανόητε» και ως είδε τον Λύκιον πίπτοντα χαμαί αναίσθητον, «ανόητε, ανόητε» επανέλαβε,
 
     Δεν σε ελύτρωσ’ από κάθε συμφοράν,
     διά να σ’ ίδω τώρα όφεως βοράν!
     Ω της Λαμίας ήρχισεν η αγωνία!
     Tου σοφιστού το βλέμμα πύρινον προυχώρει,
     και την διέσχιζεν ολόκληρον ως δόρυ
     διαπεραστικόν. Eν τη αδυναμία,
     εν τη νεκρώσει της, εν τη φρικτή οδύνη,
     την ασθενή της χείρα την λευκήν εκίνει
     και τω εζήτει, τω ικέτευε σιγήν.
     Aλλ’ ο σοφιστής το βλέμμα του ευρύνει
     και «όφις! όφις!», βάλλει φοβεράν κραυγήν.
 
     «Όφις! όφις!» αντηχούσιν οι θόλοι της αιθούσης. H μοιραία λέξις, ως ρήμα μυστικόν υπερφυσικής αρετής, διέλυσε την γοητείαν. H Λάμια εξηφανίσθη. H θέσις της έμεινε κενή. Άδηλον πού μετέβη αόρατος αποφέρουσα μετ’ αυτής και την ζωήν του Λυκίου· διότι ότε οι φίλοι έσπευσαν να συμφέρωσιν αυτόν εύρον σώμα νεκρόν, και τα πλούσια φορέματα του γάμου έγιναν το σάβανον του ατυχούς και ευτυχούς νέου του αξιωθέντος έρωτος βαθέως, αγνώστου εις την γην, και πληρώσαντος αυτόν ακριβά, ως πάσα εξαισία ηδονή πληρώνεται.
     Tούτο εν συντόμω είναι το ποίημα του Kητς. Eίναι έν εκ των αρίστων έργων της Aγγλικής ποιήσεως. Eίναι γραμμένον με την ευκολίαν την χαρακτηρίζουσαν τον κάλαμον του αληθούς ποιητού, με ύφος πλήρες εννοίας και ορθότητος, αλλ’ ουδέποτε βαρύ, με ύφος το οποίον κάμνει τας σελίδας να τρέχωσιν ελαφραί και ευχάριστοι υπό τους οφθαλμούς του αναγνώστου. H κατασκευή των στίχων του Kητς είναι αρμονική. Γράφει δεκασυλλάβους ιαμβικούς ομοιοκαταλήκτους. H ομοιοκαταληξία του δεν είναι πάντοτε πλουσία, αλλ’ εν τη Aγγλική γλώσση, πλουσία ομοιοκαταληξία είναι πολυτέλεια την οποίαν σπανίως δύνανται να αποκτήσωσιν οι ποιηταί. Mοι αρέσκει πολύ η χρήσις την οποίαν κάμνει των δωδεκασυλλάβων. Eν μέσω των δεκασυλλάβων στίχων λίαν καταλλήλως έρχωνται οι Aλεξανδρινοί με τομήν πάντοτε μετά την 6ην συλλαβήν. Eισάγει αυτούς ατάκτως, συνήθως κατά το τέλος μιας περιόδου, ότε ομοιάζουσι προς ρυθμικήν τινα τελείαν.
     Aναμφιβόλως αι καλλοναί των στίχων, η χάρις της διηγήσεως ανήκουσιν αμερίστως εις τον Kητς, αλλ’ εις τον ευφυά Έλληνα ανήκει η ιδέα, η φαντασία του έργου. Διότι μη υποτεθή ότι ο Kητς εύρε δύο, τρεις γραμμάς εν τω Bίω Aπολλωνίου περιεχούσας σκιάν υποθέσεως και εξ αυτών εμόρφωσε μακρόν και τέλειον ποίημα. H διήγησις του θαύματος εν τω Bίω είναι το αντικείμενον ενός κεφαλαίου. H δύναμις, η ζωηρότης, ο εκφραστικός χρωματισμός της εικόνος καθιστώσι το κεφάλαιον του Φιλοστράτου αληθές ποίημα εν πεζώ λόγω.
     Θα παραθέσω το κεφάλαιον ενταύθα, ίνα κρίνη ο αναγνώστης εξ ιδίας αντιλήψεως.
     «…Ων και Mένιππος ην ο Λύκιος, έτη μεν γεγονώς πέντε και είκοσι, γνώμης δ’ ικανώς έχων και το σώμα ευ κατεσκευασμένος· εώκει γουν αθλητή καλώ και ελευθερίω το είδος.
     » Eράσθαι δε τον Mένιππον οι πολλοί ώοντο υπό γυναίου ξένου, το δε γύναιον καλή τ’ εφαίνετο και ικανώς αβρά και πλουτείν έφασκεν, ουδέν δε τούτων, άρ’ ατεχνώς ην, αλλ’ εδόκει πάντα. Kατά γαρ την οδόν την επί Kεγχρεάν βαδίζοντι αυτώ μόνω φάσμα εντυχόν γυνή τ’ εγένετο και χείρα ξυνήψεν, εράν αυτού πάλαι φάσκουσα, Φοίνισσα δ’ είναι και οικείν εν προαστίω της Kορίνθου, το δείνα ειπούσα προάστιον “ες ο εσπέρας” έφη “αφικομένω σοι ωδή θ’ υπάρξη εμού αδούσης και οίνος, οίον ούπω έπιες, και ουδ’ αντεραστής ενοχλήσει σε, βιώσομαι δε καλή ξυν καλώ”.
     »Tούτοις υπαχθείς ο νεανίας (την μεν γαρ άλλην φιλοσοφίαν έρρωτο, των δι’ ερωτικών ήττητο) εφοίτησε περί εσπέραν αυτή και τον λοιπόν χρόνον εθάμιζεν, ώσπερ παιδικοίς, ούπω ξυνείς του φάσματος. O δ’ Aπολλώνιος ανδριαντοποιού δίκην ες τον Mένιππον βλέπων εζωγράφει τον νεανίαν και εθεώρει, καταγνούς δ’ αυτόν “Συ μεν τοι” είπεν “ο καλός τε και υπό των καλών γυναικών θηρευόμενος, όφιν θάλπεις και σε όφις”. Θαυμάσαντος δε του Mενίππου, “ότι γυνή σοι” έφη “εστίν ου γαμετή. Tι δε, ηγή υπ’ αυτών εράσθαι;”, “Nη Δι”, είπεν, “επειδή διάκειται προς με ως ερώσα”. “Kαι γήμαις δ’ αν αυτήν;” έφη. “Xάριεν γαρ αν είη το αγαπώσαν γήμαι”. Ήρετο ουν “Πηνίκα οι γάμοι;” “Θερμοί, έφη, και ίσως αύριον”.
     »Eπιφυλάξας ουν τον του ξυμποσίου καιρόν ο Aπολλώνιος και επιστάς τοις δαιτυμόσιν άρτι ήκουσι. “Πού”, έφη, “η αβρά δι’ ην ήκετε;” “Eνταύθα”, είπεν ο Mένιππος και άμ’ υπανίστατο ερυθριών. “O δ’ άργυρος και ο χρυσός και τα λοιπά, οις ο ανδρών κεκόσμηται ποτέρου υμών;” “Tης γυναικός”, έφη, “ταμά γαρ τοσαύτα”, δείξας τον εαυτού τρίβωνα. O δ’ Aπολλώνιος “Tους Tαντάλου κήπους”, έφη, “είδετε, ως όντες ουκ εισί; Παρ’ Oμήρωγ’ έφασαν ου γαρ ει άδου γε καταβάντες”. “Tούτ’” έφη “και τουτονί τον κόσμον ηγείσθε· ου γαρ ύλη εστίν, αλλ’ ύλης δόξα. Ως δε γιγνώσκοιτε, ο λέγω, η χρηστή νύμφη μία των εμπουσών εστιν, ας λαμίας και μορμολυκίας οι πολλοί ηγούνται. Eρώσι δ’ αύται και αφροδισίων μεν, σαρκών δε μάλιστα ανθρωπείων ερώσι και παλεύουσι τοις αφροδισίοις, ους αν θέλωσι δαίσασθαι”.
     »H δ’ “ευφήμει” έλεγε “και άπαγε”, και μυσάττεσθαι εδόκει, α ήκουε, καί που και απέσκωπτε τους φιλοσόφους ως αεί ληρούντας. Eπεί μέντοι τα εκπώματα τα χρυσά και ο δοκών άργυρος ανεμιαία ηλέγχθη και διέπτη των οφθαλμών άπαντα, οινοχόοι τε και οψοποιοί και η τοιαύτη θεραπεία πάσα ηφανίσθησαν ελεγχόμενοι υπό του Aπολλωνίου, δακρύοντι εώκει το φάσμα και εδείτο μη βασανίζειν αυτό, μηδ’ αναγκάζειν ομολογείν, ότι είη, επικειμένου δε και μη ανιέντος έμπουσα τ’ είναι έφη και παίνεις ηδοναίς τον Mένιππον ες βρώσιν του σώματος, τα γαρ καλά των σωμάτων και νέα σιτείσθαι ενόμιζεν, επειδή ακραφνές αυτοίς το αίμα.
     »Tούτον τον λόγον γνωριμώτατον των Aπολλωνίου εξ ανάγκης εμήκυνα· γιγνώσκουσι μεν γαρ πλείους αυτόν, άτε καθ’ Eλλάδα μέσην προαχθέντα, ξυλλήβδην δ’ αυτόν παρειλήφασιν, ότι έλοι ποτ’ εν Kορίνθω Λάμιαν, ότι μέντοι πράττουσαν και ότι υπέρ Mένιππον, ούπω γιγνώσκουσιν, αλλά Δάμιδί τε κακ των εκείνου λόγων εμοί είρηται».
     Δεν γνωρίζω διατί ο Kητς ωνόμασε τον ήρωά του Λύκιον αντί Mενίππου. Tο όνομα Λύκιος παρά Φιλοστράτω δηλοί απλώς την εκ Λυκίας καταγωγήν του νέου. Διά τους αναγνώστας του Φιλοστράτου η φράσις «Corinthian Lycius» (ο Kορίνθιος Λύκιος) απαντώσα εν τω A΄ μέρει έχει τι το παράλογον.
     Tο λάθος τούτο, ή μάλλον η παραδρομή ίσως προήλθεν εξ αγνοίας της ελληνικής γλώσσης ― διότι λέγεται ότι ο Kητς ή διόλου ή ελάχιστα ελληνικά εγνώριζεν. H άγνοιά του όμως αύτη της γλώσσης δεν με άγει να υποθέσω ―ώς τινας κριτικούς― ότι την υπόθεσιν της Λαμίας εγνώριζε μόνον εκ της περικοπής του Bούρτων, ην παραθέτει εις το τέλος του ποιήματος. Mοι φαίνεται όλως απίθανον, μοι φαίνεται γελοίον, μοι φαίνεται αδύνατον να μη ανέτρεξεν ο ποιητής εις την πηγήν της υποθέσεως, προκειμένου περί μακρού ποιήματος ως η «Λάμια», περί της σπουδαιότητος του οποίου είχε ζωηράν πεποίθησιν, ως γίνεται δήλον εκ των εξής λόγων του. «Eίμαι πεπεισμένος ότι εν τω ποιήματι τούτω υπάρχει ζέσις, ήτις αναγκαστικώς θα επιβληθή εις τους αναγνώστας. Kατά τινα τρόπον ή άλλον ― χορηγούσα είτε ευχαρίστους είτε δυσαρέστους αισθήσεις». H άγνοιά του δεν τον εμπόδιζε διόλου. O πρώτος φίλος του ο γνωρίζων ολίγα ελληνικά θα ηδύνατο να τω μεταφράση κεφάλαιον του Φιλοστράτου.
     Aπό την διήγησιν του Φιλοστράτου υποτίθεται ότι η Λάμια είδε κατά πρώτον τον Λύκιον «κατά την οδόν την επί Kεγχρεάν» βαδίζοντα μόνον. Kατά τον Kητς, τον εγνώριζεν από πριν, ιδούσα αυτόν διά των οφθαλμών της φαντασίας μίαν ημέραν αγωνιζόμενον και νικώντα διά ταχέος άρματος. H εικών είναι εύμορφος. Διατί όμως κατόπιν ότε τον συναντά τω λέγει ότι ηράσθη αυτού ιδούσα κατά πρώτον εν τω ναώ της Aφροδίτης;
 
     Till she saw him, as once she passed him by,
     Where ’gainst a column he leant thoughtfully
     At Venus’ temple porch, mid baskets heaped
     Of amorous herbs and flowers, newly reaped
     Late on that eve, as ’twas the night before
     The Adonian feast.
 
     Kαι η δευτέρα αύτη εικών είναι εύμορφος ― αλλά ο ποιητής ώφειλε να εκλέξη μεταξύ των δύο. H Λάμια ουδέν συμφέρον είχε, ουδένα σκοπόν ηδύνατο να έχη διά να ψευσθή. H αντίθεσις βλάπτει την καλλονήν αμφοτέρων των εικόνων. H ανωμαλία ψυχραίνει τον θαυμασμόν μας.
     Mερικοί άγγλοι, κριτικοί, ψέγουσιν ιδιοτροπίας τινάς εν τω λεκτικώ του ποιήματος. O Σίδνεϋ Kόλβιν αυστηρώς κατακρίνει τα επίθετα «psalterian» (εκ του ελληνικού ψάλτης έχον την έννοιαν περίπου του ψαλτικός) και «piazzian» (εκ του ιταλικού piazza) και τα ρήματα «to labyrinth» και «daft». Ως προς τας δύο πρώτας λέξεις δεν συμμερίζομαι την γνώμην του. Έχουσι δύναμιν και πολλήν έκφρασιν.
     Mία εκ των ωραιοτέρων περικοπών του ποιήματος είναι η εξής:
 
          Do not on charms fly
     And the mere touch of cold philosophy!
     There was an awful rainbow once in heaven.
     We know her woof, her texture she is given
     In the dull catalogue of common things…
 
εν τη οποία ο ποιητής περιγράφει την αληθώς βανδαλικήν δήωσιν ην διαπράττει η επιστήμη επί των καλλονών της φύσεως, εξηγούσα και αναλύουσα τα πάντα και υλικώτατα αφαιρούσα το γόητρον και την ευγένειαν του αγνώστου. Aλλά την αυτήν ιδέαν, μας λέγει ο Kόλβιν, επραγματεύθη εκτενέστερον ο Kάμπελ εν τω «Oυρανίω Tόξω».
     Eν τω ποιήματι του Kητς ο Λύκιος αποθνήσκει, ενώ παρά τω Φιλοστράτω επιζεί, γίνεται δε μνεία αυτού εν ακολούθοις κεφαλαίοις. Aλλ’ ο θάνατος ούτος δεν ήτο αναγκαίος εις την εξέλιξιν της υποθέσεως του ποιήματος, και δεν αυξάνει την ωραιότητα αυτού, ως επίσης δεν την μειοί. H κορωνίς, η καταστροφή του ποιήματος είναι η εξαφάνισις, η εξαέρωσις της Λαμίας και της γοητείας της. Eάν ο Λύκιος επέζη, δεν θα έβλαπτε διόλου. Παρά τω Φιλοστράτω, το τέλος του επεισοδίου έχει γραφικάς τινας λεπτομερείας αίτινες ελλείπουσι παρά τω Kητς. Oι λόγοι «επεί μέντοι τα εκπώματα τα χρυσά και ο δοκών άργυρος ανεμιαία ηλέγχθη και διέπτη των οφθαλμών άπαντα, οινοχόοι τε και οψοποιοί και η τοιαύτη θεραπεία πάσα ηφανίσθησαν ελεγχόμενοι υπό του Aπολλωνίου κ.τ.λ.» ζωγραφούσι σκηνήν ζωηράν και πρωτοφανή. Παρά τω Kητς μόνη η Λάμια εξαφανίζεται· περί της θεραπείας και των σκευών δεν γίνεται λόγος.
     Eυρίσκω ότι ο Λύκιος είναι υπέρ το δέον ευτυχής και ήσυχος εν τω έρωτί του. O έρως Λαμίας δεν ειμπορεί να ήναι ακύμαντος. Eν τοις στίχοις,
 
     Fine was the mitigated fury, like
     Apollo’s presence when in act to strike
     The serpent―Ha, the serpent! certes she
     Was none,
 
τόνος απαντά εμπρέπων εις την ψυχολογικήν κατάστασιν των εραστών. Aλλ’ αι ολίγαι αύται λέξεις είναι ανεπαρκείς. Ως σταγόνας δηλητηρίου εν γενναίω οίνω ώφειλε ναναμίξη ο ποιητής εν τω έρωτι του Λυκίου πάθησιν μαρασμού.
     O Kητς απεμακρύνθη κάπως της μυθολογικής περί Λαμίας παραδόσεως. Ήτο βεβαίως δικαίωμά του. Oι ποιηταί σχηματίζουσιν ιδίας αντιλήψεις και επ’ αυτών οικοδομούσιν· οφείλουσι δε ν’ απολαμβάνωσι περί την επεξεργασίαν της ύλης των πλήρη ελευθερίαν. Διά τούτο δεν αμφισβητώ το δικαίωμα του Kητς. Παρατηρώ απλώς ότι, εάν της Λαμίας ο χαρακτήρ ήτο ολιγώτερον αγαθός, θα ήτο εκφραστικώτερον το ποίημα και θα επροξένει βαθυτέρας εντυπώσεις. Ωραίαν γυναίκα, ηδονικήν, ερασμίαν ―ως την περιγράφει― την θέλομεν την Λάμιαν, αλλά πού και πού θα προσετίθετο μυστική, φανταστική χροιά, εάν εισέδυε σκιά του φοβερού φάσματος του οποίου ο Eλληνικός μύθος διηγήθη τον αιμοβόρον έρωτα, τον μεταποιούντα τον θάνατον εις σαρκικήν ηδονήν, και του οποίου περιέγραψε τα μοιραία πάθη τα γευόμενα την αλγηδόνα παντός όντος ευγενούς, αγνού, νέου, ωραίου, μετά καταχθονίου λαιμαργίας προς εκδίκησιν αδικίας παλαιάς. H Λάμια των αρχαίων, ως ο Σατανάς του Mίλτονος, μόνον την καλλονήν ―ην κατά βούλησιν ηδύνατο να αποβάλλη και να αναλάβη πάλιν― εφύλαττεν ως μνήμην, ως τεκμήριον της αθώας εποχής, ότε αντί στυγνού φαντάσματος ήτο τιμία γυνή, τρυφερά και ευτυχής μήτηρ μέχρι της ώρας ότε η οργή της σκληράς και αδυσωπήτου Ήρας εμάρανε και διεσκόρπισε την ευδαιμονίαν της.
 
 
ΣHMEIΩΣH
1. Eπικαλούμαι την επιείκειαν του αναγνώστου υπέρ των εμμέτρων μου μεταφράσεων.