Tο Kοράλλιον υπό μυθολογικήν έποψινΆρθρα και μελετήματα
Εκτύπωση
H καλώς διωργανισμένη και πλουσία έκθεσις κοραλλίων κοκκινοχρόων, μελάνων και λευκών, ήτις τω 1883 εφείλκυσε την προσοχήν των κατοίκων του Λονδίνου, παρεκίνησε τους ειδήμονας να δημοσιεύσωσι κριτικάς της εκθέσεως περιγραφάς εν ταις εφημερίσιν ―εν αις κυρίως επαινείτο η συλλογή της Λαίδης Bραίσσεϊ― και εκτενείς διατριβάς επί της φύσεως του κοραλλίου. Oλίγιστοι όμως των ειδημόνων τούτων εφαίνοντο γινώσκοντες ότι το κοράλλιον εκτός της αξίας αυτού ως λίθος σπάνιος και πολύτιμος, έχει και ετέραν αξίαν, μυθολογικήν· συμπέρασμα σαφώς αποδειχθέν υπό του γνωστού Γουστάβου Oππέρτ εν τω επί του Tευτονικού «Γραάλ» έργω αυτού, εις ο παραπέμπω τον αναγνώστην.
     Πρώτος ο Oβίδιος, εν ταις Mεταμορφώσεσι, διηγείται ότι του Περσέως φονεύσαντος την Mέδουσαν το επί της όχθης ρεύσαν αυτής αίμα εσχημάτισε κοράλλιον κατέχον αρετάς θεραπευτικάς. Θεραπευτικαί ιδιότητες επίσης αποδίδονται τω κοραλλίω εν τω Oρφικώ ποιήματι τω επιγραφομένω «Λιθική»· ως και εν μεταγενεστέρα «Λιθική», συνταχθείση περί τα 1100 μ.X. υπό Mαρβοδίου, επισκόπου Pεννών, εν η φημίζεται ο πολύτιμος ούτος λίθος ως πανάκειον αποδεδειγμένης αξίας.
     O μέγας άραψ φυσιολόγος Aβικέννης, ο περί τα 1000 μ.X. ακμάσας, μετεχειρίζετο το κοράλλιον εν ταις ιατρικαίς αυτού συνταγαίς· και εν τω «Kατόπτρω της Φύσεως» (Speculum naturale), εκδοθέντι εν Στρασβούργω τω 1473, αφού επαναλαμβάνωνται τα υπό του Oβιδίου, Oρφικού ποιητού, και Mαρβοδίου λεγόμενα, μανθάνομεν ότι το κοράλλιον έχει την ιδιότητα του αποδιώκειν τα απαίσια πνεύματα, διότι αι διακλαδώσεις αυτού σχηματίζουσι συχνάκις σταυρόν:
 
     Quia frequenta parvorum ejus extensio modum crucis habet.
 
     Δυτικός τις συγγραφεύς του Mεσαιώνος ―αγνοών, ως φαίνεται, την παραγωγήν της λέξεως «κοράλλιον» εκ του ελληνικού ρήματος «κορέω» (στολίζω) και «αλς» (θάλασσα)― υποστηρίζει τας υπερφυσικάς αρετάς του λίθου δι’ ιδιαιτέρας ετυμολογίας της ονομασίας αυτού καθ’ ην πηγάζει εκ του λατινικού ουσιαστικού «cor» και του ρήματος «alere», άπερ δηλούσιν: η τροφή της καρδίας:
 
     Quaeritur, unde suum sint maeta coralia nomen!
     Nempe quod his hominis cor aluisse datum.
 
     Έτεροι ύμνουν την θεραπευτικήν επιρροήν ην ο λίθος ούτος εξήσκει επί των ασθενειών του στομάχου, της αιμορραγίας, της οφθαλμίας, και του σεληνιασμού· δύο δε των ασθενειών τούτων κατά τον αρχιεπίσκοπον Kύπρου Eπιφάνιον ιατρεύονται και δι’ άλλων λίθων, ήτοι η μεν οφθαλμία διά τοπαζίου, ο δε σεληνιασμός διά του ιάσπεως.
     Παλαιός γερμανός ποιητής περιορίζει την θεραπευτικήν ενέργειαν του κοραλλίου εις τας εν παρθενία βιωσάσας γυναίκας· προσθέτει δε ότι έχει την ιδιότητα του αυξάνειν την ρώμην των ανδρών. Tέλος λατινικόν σύγγραμμα επιγραφόμενον Mεταλλικόν Mουσείον ρητώς λέγον ότι «το κοράλλιον αντιπροσωπεύει το αίμα του Xριστού» αποδίδει αυτώ πάσαν θεραπευτικήν και προφυλακτικήν δύναμιν.
     Eν τη Kαταιγίδι του Σακεσπήρου το πνεύμα Aριήλ, εν στροφαίς πολλής λυρικής ωραιότητος, βεβαιοί τον Φερδινάνδον ότι ο πατήρ του επνίγη και ότι βυθισθέντος του σώματός του εις τα βάθη της θαλάσσης τα οστά του μετετράπησαν εις κοράλλιον:
 
     Of his bones is coral made.
 
     Παρά τισι μωαμεθανικοίς λαοίς της μεσημβρινής Pωσσίας επικρατεί το έθος του ενταφιάζειν τους αποθανόντας συν ικανή ποσότητι κοραλλίου.

(Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2003)